Πέμπτη, 18 Νοεμβρίου 2010

Νικολάι Γκόγκολ: Το ημερολόγιο ενός τρελού [6, 8, 9 Νοεμβρίου]


6 Νοεμβρίου

Ο τμηματάρχης μας τρελάθηκε. Μόλις ήρθα σήμερα στη δουλειά, με φώναξε στο γραφείο του και άρχισε ως εξής: «Πείτε μου, φίλε μου, ποιες άγριες, ποιες παράφορες ιδέες βασανίζουν τη σκέψη σας;» «Ορίστε; Τι πράγμα; Καμία απολύτως!» απάντησα. «Αναλογιστείτε, φίλε μου: περάσατε ήδη τα σαράντα∙ είναι καιρός πλέον να λογικευτείτε. Τι φαντάζεστε; Νομίζετε πως δεν ξέρω για τα καμώματά σας; Δεν φλερτάρετε την κόρη του διευθυντή; Δείτε τα μούτρα σας στον καθρέφτη και συνειδητοποιήστε τη θέση σας! Ένα μηδενικό – τίποτα παραπάνω. Δεν θα ’δινα δεκάρα τσακιστή για σας. Δείτε καλά τα μούτρα σας στον καθρέφτη. Πώς τολμάει ένα κακέκτυπο του ανθρώπινου είδους να κάνει τέτοιες σκέψεις;» Που να τον πάρει ο διάβολος! Επειδή η μούρη του είναι σαν γυάλα φαρμακοτρίφτη, επειδή έχει πάνω στο κεφάλι του έναν σγουρό θάμνο μαλλιά, τον οποίο άλλοτε χτενίζει προς τα πίσω κι άλλοτε φροντίζει να τον κολλήσει στο κρανίο του με τους πιο περίεργους και ευφάνταστους τρόπους, νομίζει πως έχει την εξουσία να κάνει ό,τι θέλει. Γνωρίζω πολύ καλά γιατί είναι θυμωμένος μαζί μου. Ζηλεύει∙ θα παρατήρησε πιθανώς την προτίμηση που μου δείχνει εκείνη. Γιατί να ενοχληθώ από τη συμπεριφορά του; Ένας αυλικός! Τι ασήμαντο, τι ποταπό ζώο πραγματικά! Έχει περασμένο το ρολόι του σε μια χρυσή αλυσίδα, φοράει παπούτσια αξίας τριάντα ρουβλιών και κομπάζει. Να τον πάρει ο διάβολος! Τι νομίζει; Πως είμαι γιος κανενός ράφτη, πως είμαι ταπεινής καταγωγής; Ε, όχι! Είμαι ένας ευγενής! Κι εγώ μπορώ να ανελιχθώ στην καριέρα μου. Είμαι μόλις σαράντα δύο ετών – σ’ αυτήν την ηλικία ξεκινάει ουσιαστικά η επαγγελματική σταδιοδρομία ενός άντρα. Μισό λεπτό, φίλτατε! Κι εγώ μπορώ να πάρω τη θέση του τμηματάρχη∙ ή και του διευθυντή, αν το θέλει ο καλός και ελεήμων Θεός. Η φήμη του ονόματός μου θα υπερβεί κατά πολύ τη δική σας. Έχετε την εντύπωση πως δεν υπάρχουν άνθρωποι πιο ικανοί από σας; Το μόνο που χρειάζομαι είναι ένα μοντέρνο παλτό και μια γραβάτα σαν αυτή που φοράτε∙ και τότε, σας διαβεβαιώνω πως θα βρεθείτε ευθύς αμέσως στο περιθώριο. Όμως δεν έχω χρήματα – αυτό είναι το κακό!



8 Νοεμβρίου

Ήμουν στο θέατρο. Έπαιζαν Φιλάτκα. Γέλασα με την καρδιά μου. Παρουσίασαν κι ένα είδος μουσικής κωμωδίας το οποίο περιείχε αρκετές πετυχημένες μπηχτές για τους δικηγόρους και κυρίως για έναν μορφωμένο ληξίαρχο. Η γλώσσα της ήταν προκλητική∙ απορώ πως την επέτρεψε η λογοκρισία. Κατηγορούσε τους εμπόρους για κλεψιά και τους γιους τους για έκλυτο βίο και ασεβή συμπεριφορά προς την αριστοκρατία. Ούτε τους δημοσιογράφους δεν άφησε ασχολίαστους∙ ειπώθηκε πως το μονό που μπορούν να κάνουν είναι να καταλογίζουν ατέλειες, σφάλματα και μειονεκτήματα στους πάντες και στα πάντα. Γι’ αυτό και αναγκάζονται οι συγγραφείς να εκλιπαρούν το κοινό να τους προστατέψει. Είναι απολύτως βέβαιο πως οι σύγχρονοι θεατρικοί συγγραφείς γραφούν διασκεδαστικά έργα. Λατρεύω το θέατρο. Κάθε φορά που έχω μια δεκάρα στην τσέπη μου, εκεί πάω και την ξοδεύω. Η πλειονότητα των συναδέλφων μου στην υπηρεσία συνιστά ένα ακαλλιέργητο κοπάδι αγροίκων∙ δεν διαβαίνουν ποτέ την πόρτα μιας θεατρικής αίθουσας, εκτός και αν πέσουν πάνω στα κεφάλια τους –σαν μάννα εξ ουρανού– δωρεάν εισιτήρια. Μια ηθοποιός τραγούδησε θεσπέσια. Σκέφτηκα εκείνη… μα, διάβολε, ας μην πω άλλα καλυτέρα.



9 Νοεμβρίου

Σήμερα πήγα στο γραφείο κατά τις οκτώ. Ο τμηματάρχης προσποιήθηκε πως δεν αντιλήφθηκε την άφιξή μου. Του ανταπέδωσα την περιφρονητική συμπεριφορά – σαν να μην υπήρχε. Μελέτησα και αντιπαρέβαλα έγγραφα. Κατά τις τέσσερις έφυγα. Πέρασα έξω απ’ το σπίτι του διευθυντή, όμως δεν είδα κανέναν. Δείπνησα, ξάπλωσα στο κρεβάτι μου κι έμεινα εκεί σχεδόν όλη νύχτα.


ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ