Δευτέρα, 7 Σεπτεμβρίου 2015

Οι Δώδεκα: Μια ημιτελής συμφωνία

Τσαμαδού. Στέκι μεταναστών. Πέτρος σκοτάδι ασάλευτο στέκεται ώμους στο παράθυρο. Δεν βιάζεται σιωπή. Δεν σκέπτεται τη νύκτα άνθρωπος. Κάποτε μόνο τον ακολουθεί στήθος ανάσα κόψη το σκότος του ομοαίματου.  

Μαίνεται   Ακούς;   Με δοκιμάζει.
Πλάσμα ή τι; –αν δεις– πάντα
κάτι λοφίο ψηλότερο από φράκτη.
Ξέρω: σύρει κραυγή ως να χαράξει
καύκαλο ο κήπος κι’ έντομα
στις κόγχες του θανάτου.
Μα δεν σπαράσσει   Δεν πληροί
καν την κάτεργη ροπή του πνεύματος:
κείνο το δούλο φως
που καταυγάζει τρέλα σίδερο
μόλις τυφλώσει πλήθος τα μάτια ερπετό
στην πέτρα η εξουσία.  

Παρανοώ   Κύριε;   Κι’ όμως:
δουλεύω σκοτεινά
τρεις λόγους άρνηση
τον οίκτο   Φθονώ το κίνημα
που νέμονται τα χέρια Του
καταπώς δεξιώνεται   την Πόρνη  
τον Τελώνη   τον Ληστή.  
Στοχάσου: αν απελπίζεται αίμα
τη δορά του αγριμιού ως την εκούσια θυσία;  
– πιο φρικτά: αν γέρνει αγκάθι βλέφαρα
μέσα στον ύστερο πατέρα;
Ποιος υπομένει πως το κτήνος δοκιμάζει νύχια
σ’ ένα σχήμα ανθρώπινης διανοίας;

Σπλαχνίσου   Κύριε:   γκρεμίζεται
στέγη ο ουρανός επάνω μας
και πρέπει   Εγώ να τον στεριώσω.


Κυριακή, 12 Απριλίου 2015

«Αυτός που χρειάζεται τη μεγαλύτερη αλήθεια, θα επινοήσει και τη λαλιά»


Συνέντευξη
στην Άτη Σολέρτη


Έχεις μεταφράσει: Georg Trakl, Rainer Maria Rilke, William Butler Yeats, Oscar Wilde, Novalis, Nikolai Gogol, Orhan Veli Kanik, Srečko Kosovel κ.α.Θα ήθελα να σε ρωτήσω, με τι κριτήρια επιλέγεις συγγραφείς προς μετάφραση;
Στο τέλος, είναι πάντα η ίντριγκα του κειμένου: η φαντασιακή πρόσκληση να μεταγράψω αυτό∙ στην αρχή, η απόλαυση της δημιουργικής ανάγνωσης∙ και σε αυτή την απόσταση, οι μεταβλητές της διάθεσης και των προθέσεων. Εκεί παίζεται και η επιλογή∙ στη βάση μιας προφανούς ή αδιόρατης μεθοδικότητας. Οπότε περνώ από σχέδια: Ο γερμανόφωνος εξπρεσιονισμός και ρομαντισμός∙ τα Ημερολόγια∙ ο Γέητς∙ η λαϊκή λογοτεχνία∙ οι «άγνωστοι» Βαλκάνιοι, Τούρκοι και Ρώσοι∙ οι αφορισμοί και το μανιφέστο∙ οι αναρχικοί.

Υπάρχει κάποιο λογοτεχνικό είδος, στο οποίο να έχεις μια ιδιαίτερη προτίμηση ή ενδεχομένως και να έχει ασκήσει επιρροή στη γραφή σου;
Θα το πω αλλιώς: Πως ακόμη κρατούν κάτι από μέσα μου η παραφορά των εξπρεσιονιστών∙ η άρνηση και ο ριζοσπαστικός ατοµικισμός –αν και παράδοξα στραµµένος προς έναν συλλογικό σκοπό– του Vortex∙ και η εκφορά της ορθόδοξης υμνογραφίας και των λαϊκών θρησκευτικών κειμένων.

Η προσωπικότητα ενός συγγραφέα, ο βίος του γενικά, θεωρείς πως επηρεάζει τη σχέση του με το μεταφραστή του;
Υπάρχουν δύο συνθήκες επιλογής, οι οποίες ορισμένως τροφοδοτούν αυτήν τη σχέση. Αφενός, η εφηβεία των ειδώλων μας: μια ταύτιση –φαντασιακή ή/και θαυμασμού– που σπρώχνει να μεταγράψεις αυτόν τον συγγραφέα. Αφετέρου, εκείνη η λέξη:  δεν είναι λίγες οι φορές που η «κατάλληλη» μετάθεση της εκφοράς του πρωτότυπου κειμένου λαμβάνει υπόψη ότι αυτός ο συγγραφέας –στα ελληνικά, εν προκειμένω– «θα το ’λεγε έτσι»∙ και εννοώ το γλωσσικό ισοδύναμο που φέρει την αισθητική ιδιοσυγκρασία –και το πώς αυτή ενδεχομένως έγινε Λόγος– ενός βίου, ο οποίος –σε κάθε περίπτωση– μας φτάνει διαμεσολαβημένος. Κάποτε η πιο πάνω πρακτική μπορεί να δώσει λύσεις∙ κάποτε γίνεται παράταιρα δεσμευτική. Ο μεταφραστής έχει όμως να διαχειριστεί –τυραννικά και δημιουργικά– τη φωνή του κειμένου και όχι του προσώπου∙ την ιστορία του κειμένου και όχι του προσώπου∙ τα πάθη του κειμένου και όχι του προσώπου. Αυτό είναι και το ύστατο επίπεδο σχέσης των δύο. Και συγχρόνως, η λύτρωση για τον μεταφραστή.

Πόσο δύσκολο είναι το έργο ενός μεταφραστή; Πού εντοπίζονται δηλαδή οι δυσκολίες που έχει να αντιμετωπίσει;
Οι δυσκολίες είναι και το στοίχημα της προσωπικής μεταγραφής του πρωτοτύπου: να βρεις –(ανα)δημιουργώντας– τις ελληνικές αντιστοιχίες σε αυτό που είναι το κείμενο∙ στην αισθητική της εκφοράς του. Εκεί αναπόφευκτα δοκιμάζεις κέρδη και απώλειες∙ για να συνεχίσεις με ακόμη μεγαλύτερο ενθουσιασμό καταπάνω σε νέες –κυρίως– «ήττες».

Υπάρχει κάποιο μυστικό για μια καλή μετάφραση;
Αν υπήρχε, είμαι σίγουρος πως αυτό θα είχε διαρρεύσει οπωσδήποτε πριν τη δική μας συνομιλία.

Ποιο θεωρείς πως είναι το μεγαλύτερο δώρο που εισπράττει ένας μεταφραστής μέσα από τη δουλειά του;
Το δώρο είναι κάτι πολύ προσωπικό, υποβάλλει ο διαφημιστικός υπερθεματισμός. Οπότε, πλέον, ξεχωρίζω την ισορροπία που προσφέρει η μεταφραστική εργασία. Εννοώ ότι ως δημιουργός μπαίνεις στο περιώνυμο τριπάκι της «αθανασίας» των κειμένων σου. Κάπου εκεί σκύβει στ’ αυτί σου η κυρία Μετάφραση και ψιθυρίζει «κάτσε την μπάλα κάτω». Η κυρία Μετάφραση είναι ασφαλώς θνητή. Αυτή η ισορροπία πάνω στην κόψη που ακονίζεται με τους τροχούς της καλλιτεχνικής αθανασίας και θνητότητας είναι το δώρο.

Η μετάφραση επηρεάζει τη συγγραφή;
Εφόσον αναφερόμαστε στο ίδιο καλλιτεχνικό υποκείμενο ως συγγραφέα και μεταφραστή, υπάρχει αναπόφευκτα μια σχέση «ρίζας». Και σίγουρα κάποτε θα επιχειρήσεις να μεταθέσεις τρόπους από το «ξένο» γλωσσικό και αισθητικό περιβάλλον σε ένα πρωτότυπο έργο. Άλλοι αφομοιώνονται, άλλοι αποβάλλονται. Ο ύστατος πειρασμός είναι να δοκιμάσεις την αντίθετη κατεύθυνση στον ίδιο δρόμο: Αν και τι από το προσωπικό σου συγγραφικό ιδίωμα δύναται να εκχωρηθεί στο «ξένο» κείμενο. Έχοντας βέβαια πάντα τη συνείδηση ότι ο κίνδυνος της μοιραίας σύγκρουσης είναι μετωπικός∙ δεν ελλοχεύει απλά.

Τι μπορεί να σε εμπνεύσει και να σου δώσει κίνητρο για να γράψεις;
Τα πάντα και τίποτα∙ μετρημένα στην κόψη της απώλειας… Είναι μια παράφορη επιθυμία που ξεσπάζει –όταν– απολύτως φυσικά. Πάντως αυτές τις ερωτήσεις –και κυρίως την πιο μεγάλη εικόνα τους: «Και οι ποιητές τι χρειάζονται σε έναν μικρόψυχο καιρό», «Γιατί η ποίηση;» και τις συναφείς που κάποτε τιτλοφορούν αφιερώματα, συνέδρια, εκδηλώσεις– τις αποστρέφομαι. Η αυτο-αναρώτηση για την «οντολογία» της ποιητικής τέχνης αμφιβάλλω αν δίνει πλέον ορισμένη απάντηση σε φιλοσοφικό, αισθητικό –καν ψυχολογικό– πεδίο. Ξεκινά ως νηπιακή σπαστική βρογχίτιδα για να καταλήξει σε γεροντική λοίμωξη του αναπνευστικού. Ενστικτωδώς ανακαλώ τα λόγια του Abidin, όταν ο Τούρκος ποιητής Ορχάν Βελί Κανίκ «προσπαθούσε να καταλάβει» την κοινωνική σημασία της μουστάρδας: Κανείς δεν μπορεί/ να ζήσει/ χωρίς μουστάρδα»,/ έλεγε και ξανάλεγε ο Abidin/ σ’ αυτούς που ασχολούνται/ με την ουσία των πραγμάτων./ Όχι πως είναι σοβαρό,/ αλλά ας δώσει ο Θεός/ να μην τη στερηθούμε.

Κατά την ταπεινή μου γνώμη, την ευφυέστατη γραφή σου πλαισιώνουν οράματα γεννημένα μέσα σε μια σκοτεινή ιερότητα που έχουν την τάση να ενώνουν σε διαφορετικές θέσεις, σπασμένα κομμάτια του ίδιου παζλ της ανθρώπινης ύπαρξης στην πορεία του ιστορικού χρόνου. Ποια η σχέση σου με τα φαντάσματα του παρελθόντος;
Ταυτίζεται με την εγγενή φύση και λειτουργία τους: τα φάσματα μαίνονται.

Πόσο μοναχικός είναι ο δρόμος προς την εσωτερική αλήθεια της ύπαρξής μας;
Αφόρητα – όπως συνηθίσαμε να λέμε ή να ζούμε∙ γιατί, παρά την υποκειμενική εκδοχή του καθενός για την αλήθεια –ή την απουσία της– και τους μέσα τόπους που καίνε σε αυτή την απόσταση, είναι ένας δρόμος φασματικός. Τουλάχιστον, ας λοξοδρομήσουμε μερικά βήματα προς τις παράλληλες μοναχικότητες «καλών» και «κακών» συντρόφων.

Ποιος είναι ο μεγαλύτερος φόβος σου;
Εδώ και 8 χρόνια περίπου οι φοβίες μου είναι οι «συνήθεις πατρικές».

Ποια πιστεύεις πως είναι η μεγαλύτερη αλήθεια που μας λέει η ζωή;
Αυτός που χρειάζεται τη μεγαλύτερη αλήθεια, θα επινοήσει και τη λαλιά.

Πώς κρίνεις τη σύγχρονη κοινωνική και λογοτεχνική πραγματικότητα;
Όπως πάντα: ένα παιχνίδι εξουσίας και θεάματος επί, κάτω και πίσω από τη σκηνή όπου ανεβαίνει το δράμα άνθρωπος. Και ως εδώ με την πραγματικότητα σε ατάκες∙ γιατί η «κρίση» είναι απόφαση και πράξεις: είναι οι μικρές και μεγάλες μας επιλογές στην καθημερινότητα.

Ποια είναι τα επόμενά σου σχέδια; Αναμένεται να εκδώσεις κάποιο βιβλίο;
Μέσα στο 2014, αναμένεται να εκδοθεί ένα ποιητικό βιβλίο από τις Εκδόσεις Τυπωθήτω/Gutenberg, με τον τίτλο Βόλια. Μεταφραστικά, στα «προσεχώς» περιλαμβάνονται το Ποιος ήταν ποιος; 5000 π.Χ.-1914 μ.Χ.: Βιογραφικό λεξικό επιφανών και επίδοξων διασημοτήτων του Ίργουιν Λ. Γκόρντον από τις εκδόσεις Vakxikon.gr∙ Το ημερολόγιο ενός πενηντάρη του Χένρι Τζέημς από τις εκδόσεις Εκάτη∙ και Το ημερολόγιο του Ιούλιου Ρόντμαν του Έντγκαρ Άλαν Πόε από τις εκδόσεις Περισπωμένη. Βέβαια, με δεδομένη τη ρευστότητα στα εκδοτικά προγράμματα δεν αποκλείεται κάτι από τα πιο πάνω να μετατεθεί για αργότερα και κάποια άλλη μεταφραστική εργασία –υπό σχεδιασμό, ακόμη– να προηγηθεί.

Τέλος, θα ήθελα να σε ευχαριστήσω από καρδιάς που με τίμησες με αυτή τη διαδικτυακή συνομιλία, να ευχηθώ καλή επιτυχία στο σημαντικό έργο σου και να σου ζητήσω να κάνεις μια ευχή!
Αλληλεγγύη και αξιοπρέπεια – πιο πολύ, υπενθύμιση στο θυμικό και στη διάνοια, παρά ευχή. Σε ευχαριστώ για την επικοινωνία.

Δημοσιεύθηκε στο Βακχικόν τχ. 27

Κυριακή, 5 Απριλίου 2015

Βόλια [Τυπωθήτω, 2015]


– Κόρη μου, πώς να τραυλίσω έναν χειμώνα δυάρι
μόνο χάπια· μόνο μίσος κι αυτό σπασμένο


Ο γέρος μού σπάζει καρτέλα: δεν ξέρει πώς ’δρωνει κρόταφος η μέρα στην πρώτη παραφορά
και πιάνει την τρέλα από τον σπόνδυλο
– Δεν είμαι άγγελος κι η γλώσσα μου κρατάει σκοτάδια
Κάποτε γαβγίζω ψώρα ως το κόκαλο την εξουσία της ουράς του
κι έξι-οκτώ παίζουμε νευρικά με τα ξυράφια του συστήματος
Δεν είναι πως ξοδεύουμε φλέβα στις δομές Την Πέμπτη τρώμε 500 μιλιγκράμ με τα βραστά λαχανικά μας
 Και λέμε κίνδυνο αυτό το ζωντανό σκουλήκι 


Κι ο Βόλια κραύγασε στη συνέλευση: «Ποτέ οι Έλληνες δεν ταυτίστηκαν με το κράτος»
Και στα Χαυτεία οι «δικοί τους» άσκησαν την κατασταλτική   
               ιεραρχία φύλακα και πολίτη σε αριστεριστές,                                     
ανένταχτους και συμπαθούντες του κινήματος

Τσάκισες πια μ’ αυτή την ιστορία


Το κέρδος διψά τη λάσπη του στον Νόμο – μια γλώσσα λάκκος που μαυρίζει τρέλα ως το σκουλήκι: και δεν μιλάει για τον λαό

Τρίτη, 30 Δεκεμβρίου 2014

Χένρι Τζέιμς: Το ημερολόγιο ενός πενηντάρη [Εκδ. Εκάτη]


Τα τελευταία δέκα χρόνια, υπήρξαν στιγμές, που αισθανόμουν τόσο βαρύγδουπα μεγάλος σε ηλικία, τόσο καταβεβλημένος, σχεδόν απόμαχος, ώστε θα μπορούσα κάλλιστα να είχα εκλάβει ως κακόγουστο αστείο κάθε υπαινιγμό σχετικό με την ύπαρξη οποιασδήποτε αίσθησης νεανικότητας μέσα μου. Εν πάση περιπτώσει, δεν θα διαρκούσε πολύ. Συνεπώς, έκανα το καλύτερο που μπορούσα. [...] 

Οπωσδήποτε, ταξίδεψα πολύ, εργάστηκα σκληρά, έζησα σε απάνθρωπα κλίματα και σχετίστηκα με κουραστικούς ανθρώπους. [...] Όμως, η ευτυχία, η θετική ευτυχία, θα πρέπει –το δίχως άλλο– να είναι κάτι διαφορετικό. Δεν ξέρω τι θα μπορούσε να είχε πάει καλύτερα, τι και σε σύγκριση με τι θα μπορούσε να είναι καλύτερο στην παρούσα ζωή μου. Ωστόσο, αυτό ακριβώς είναι που κάνει την διαφορά: δεν θα μπορούσα –καθ’ οδόν προς την αναζήτηση ευχάριστων σκέψεων– να μην ξεθάψω ένα διαπαντός λήξαν επεισόδιο, το οποίο συνέβη –ούτε λίγο ούτε πολύ– περισσότερο από ένα τέταρτο του αιώνα πριν. [...] 

Ασφαλώς υπήρξε μέγα κατόρθωμα το γεγονός πως δραπέτευσα, πως δεν προχώρησα σε μιαν ενέργεια καταφανώς ανόητη. Και υποθέτω πως, όσο σοβαρό κι αν είναι το βήμα που μπορεί να κάνει ένας άνθρωπος στα είκοσι πέντε του χρόνια, μετά τον αγώνα, μετά την έντονη προσπάθεια που χρειάστηκε να καταβάλει, έστω κι αν τα γεγονότα φαίνεται να δικαιώνουν εκ των υστέρων τους χειρισμούς του, παραμένει μέσα του μια κάποια αφορμή θλίψης, μια κάποια αίσθηση απώλειας, που ελλοχεύει στην ίδια την αίσθηση της νίκης: μια τάση ν’ αναρωτιέσαι –ν’ αναστοχάζεσαι μάλλον– τι θα μπορούσε να συμβεί. [...] Εξ ου και το εισιτήριό μου. 

[Μτφρ.: Μ.Π.]

Παρασκευή, 21 Νοεμβρίου 2014

Ίργουιν Λ. Γκόρντον: Ποιος ήταν ποιος: Βιογραφικο Λεξικό Επιφανών & Επίδοξων Διασημοτήτων [Εκδόσεις Vakxikon.gr]



ΒΑΚΧΟΣ

Προστάτης άγιος των περισσότερων αντρών. Ευεργέτης, τύπος κεφάτος και θεμελιωτής του πρωινού αισθήματος ναυτίας ύστερα από βραδινή κρασοκατάνυξη. Σπούδασε οινοποιία. Ανακάλυψε πως τα σταφύλια δεν προορίζονταν μόνο για βρώση. Επινόησε τη μεγαλύτερη ευχαρίστηση και τη βαθύτερη οδύνη που γνώρισε ποτέ ο κόσμος. Ταξίδεψε πολύ. Εισήγαγε ζύθο και μαύρη μπίρα στην Αγγλία, ουίσκι στη Σκωτία, τα πάντα στην Ιρλανδία, κοκτέιλ και φάρμακα στις Ηνωμένες Πολιτείες, ξανθή μπίρα στη Γερμανία, σαμπάνια και αψέντι στη Γαλλία, και βότκα στη Ρωσία. Επαγγελματική σταδιοδρομία: άκρως επιτυχημένη. Χόμπι: Παρίσι. Τόπος διαμονής: Ελλάδα. Ευπρόσδεκτος σε όλα τα σωματεία και τις λέσχες εκτός από την «Ένωση Γυναικών για τη Χριστιανική Εγκράτεια». Επιτύμβιο: Θα Ζει Για Πάντα Στα Λαρύγγια Των Συμπατριωτών Του. 

[Μτφρ. Μ.Π.]

*   *   *

Ο Όμηρος άρχισε τη λογοτεχνική του σταδιοδρομία από τους αθηναϊκούς Times. Ο Μωυσής έκλεισε τα ιουδαϊκά χασάπικα και έγινε ηγέτης του Γκέτο. Ο Μωάμεθ ανακάλυψε το χαρέμι και στον ελεύθερο χρόνο του πήγαινε στο βουνό. Και αν όλα αυτά είναι γνωστά, ο Ίργουιν Λ. Γκόρντον αποκαλύπτει ποια μοδίστρα ίδρυσε την Εκκλησιαστική Εταιρεία Κουτσομπολιού και ποιος Άγιος θα ζει για πάντα στα λαρύγγια των συμπατριωτών του∙ θυμάται με λαχτάρα την χορευτριούλα Φλόρα και αποδίδει τις δέουσες τιμές στην κακοποιημένη πεθερά του.

Παίρνοντας τη σκυτάλη από το ιδιοφυές χιούμορ του Όσκαρ Ουάιλντ και τη φαρμακερή παραδοξολογία του Άμπροουζ Μπηρς, ο Ίργουιν Λ. Γκόρντον παραθέτει εκατοντάδες λήμματα όσων έγιναν -ή προσπάθησαν να γίνουν- διάσημοι επιβεβαιώνοντας πως στην ανθρώπινη Ιστορία καμιά φορά… συμβαίνουν και λάθη.

Τετάρτη, 1 Οκτωβρίου 2014

Πριν τον Κατακλυσμό


Του Μιχάλη Παπαντωνόπουλου

Ευφροσύνη Μαντά-Λαζάρου: Ο Νώε στην πόλη (Πλανόδιον, 2012)

Ο μύθος του Κατακλυσμού απαντάται από το Έπος του Γκιλγκαμές και την αρχαία ελληνική μυθολογία, μέχρι το Κοράνι, τις Βέδες και τη σκανδιναβική μυθολογία, καθώς βέβαια και στην πλέον γνωστή του εκδοχή στο Βιβλίο της Γένεσης. Κοινός τόπος, σε κάθε περίπτωση, η τιμωρία που επιβάλλει μία ή περισσότερες θεότητες στον ανθρώπινο πολιτισμό, στέλνοντας πλημμύρα για να τον καταστρέψει.

Η ποιητική σύνθεση της Λαζάρου θα καταλήξει στον Κατακλυσμό, μια συνθήκη ωστόσο που διέπει τη δομή και των 7 επιμέρους κεφαλαίων που απαρτίζουν το βιβλίο. Καθότι εξαρχής η ποιήτρια προϋποθέτει ότι τελέστηκε ένας άλλος Κατακλυσμός («Στους δρόμους ρέει γάλα. Ο ουρανός μυρίζει ύπνο μωρού και ανάπαυση λεχώνας. Οι άνθρωποι βγαίνουν από κατώγια βήχοντας. Νικημένοι. Σταυρωμένοι σε δύο στήθη, που με τη θέρμη τους εκδικούνται τους χειμώνες.»), μια συντριπτική ήττα του ανθρώπινου Γένους, και στην περίοδο που μεσολαβεί της νέας καταστροφής –γιατί εν τέλει αυτή είναι η αμετάκλητη μοίρα του κόσμου– αποτυπώνεται εκ νέου η παρακμή των ανθρωπίνων, στο πλαίσιο του αστικού περιβάλλοντος που άλλοτε υπονοείται εμφαντικά ως η Λευκωσία κι άλλοτε λαμβάνει καλειδοσκοπικές διαστάσεις μέσω συμμετρικών εικόνων που θα μπορούσαν να αντικατοπτρίζουν οποιαδήποτε σύγχρονη πόλη.

Η καλειδοσκοπική αξιοποίηση του μύθου αποτελεί και το ιδιαίτερο στοιχείο της ποιητικής της Λαζάρου. Το κείμενο λειτουργεί ως ο σωλήνας που από τη μιαν άκρη του εφαρμόζει η ποιητική διάνοια και στην άλλη αποκαλύπτεται ο ανθρώπινος πολιτισμός με τη φθορά του. Τα κάτοπτρα του κειμένου αντανακλούν σκηνές από έναν παρηκμασμένο αστικό πολιτισμό που οδηγεί τον εαυτό του στην τιμωρία. Η δομή του ποιήματος ακολουθεί τη περιστροφική κίνηση του καλειδοσκοπίου εμφανίζοντας μικρά είδωλα που μετατίθενται στον χώρο και στον χρόνο, που συμπλέκονται και προσδίδουν καταιγιστικό τόνο στην εικονοποιία του ποιήματος, η οποία αν και μετέρχεται σχήματα του υπερρεαλισμού και εξπρεσιονισμού, εντούτοις εκφέρεται με την ορμή ενός απόλυτα συντεταγμένου Λόγου, δίχως γλωσσικούς ακροβατισμούς και χάσματα.

Η καταστροφή στην οποία οδηγείται ο άνθρωπος, όμως, δεν νοείται ως επιβολή από κάποιο ανώτερο Ον. Στο ποίημα της Λαζάρου δεν υπάρχει ο τιμωρός-Θεός που νουθετεί τον άνθρωπο διά της βίας. Η συντριβή του ανθρώπινου Γένους παρουσιάζεται σχεδόν ως φυσικό φαινόμενο που επαναλαμβάνεται. Αυτή η προοπτική εξηγεί πιθανώς και τη διάθεση συμπάθειας του ποιητικού υποκειμένου απέναντι στους ανθρώπους, που εγγενώς διαδραματίζουν τον διττό ρόλο του θύτη και του θύματος από τον ίδιο τον εαυτό τους στις πλέον καθημερινές τους πράξεις και συνήθειες. 

Εδώ, η παρακμή κι η φθορά, η παραβατικότητα κι η περιθωριοποίηση δεν αποκαλύπτονται ως κάτι ξένο που ανάγεται σε αμαρτία κι υφίσταται τις τιμωρητικές συνέπειες των πιο πάνω καταστάσεων ή συμπεριφορών. Εδώ, ο μύθος του Κατακλυσμού επιβεβαιώνει τη φύση των ανθρωπίνων. Εδώ, ο Κατακλυσμός σηματοδοτεί το τέλος του μετα-Βιομηχανικού ανθρώπου, όπως ο Ωγύγιος Κατακλυσμός ολοκλήρωσε την «Αργυρή Εποχή» και ο Κατακλυσμός του Δευκαλίωνα την πρώτη «Χάλκινη».  

* Πρωτοδημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Ο Φιλελεύθερος, φ. 10/3/2013 και κατόπιν στο ηλεκτρονικό λογοτεχνικό περιοδικό (.poema..), τχ. 19. 

Πέμπτη, 11 Σεπτεμβρίου 2014

Αλεξάντερ Μπέρκμαν: Λεξικό Πολέμου


ΣΥΜΜΑΧΟΙ – Νεράιδες της Δημοκρατίας.
ΒΑΡΒΑΡΟΙ – Οι άλλοι.
ΚΟΓΚΡΕΣΟ – Ο βαλές του Γούντροου του Α’.
ΛΟΓΟΚΡΙΣΙΑ – Ο βιασμός της Ελευθερίας του Λόγου.
ΕΠΙΣΤΡΑΤΕΥΣΗ – Ελεύθεροι άνθρωποι που πολεμούν παρά τη θέλησή τους.
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ – Τον Θεό εμπιστευόμαστε.
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ – Η φωνή απ’ τον εξώστη.
ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ – Πες ό,τι θες, μα κράτα το στόμα σου κλειστό.
ΟΥΝΟΙ – Πιστοί πατριώτες από την Κεντρική Ευρώπη.
ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑ – Προδοσία στην κυβέρνηση.
ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ – Ο εύστοχος πυροβολισμός.
ΚΑΪΖΕΡ – Το όραμα ενός Προέδρου.
ΟΜΟΛΟΓΟ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ – Ένα κόκαλο από τη νεκροκεφαλή.
ΔΑΝΕΙΟ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ – Η ουρά των Αγέννητων που περιμένουν στο συσσίτιο.
ΠΙΣΤΟΣ ΥΠΗΚΟΟΣ – Κωφός, βουβός, τυφλός.
ΜΙΛΙΤΑΡΙΣΜΟΣΧριστιανισμός εν δράσει.
ΠΑΤΡΙΩΤΙΣΜΟΣ – Μίσος για τον γείτονά σου.
ΚΑΤΑΤΑΞΗ – Η νεκρώσιμη ακολουθία της Ελευθερίας.
ΑΝΤΑΡΣΙΑ – Η απόδειξη πως υπάρχει τυραννία.
ΛΟΥΦΑΔΟΡΟΣ – Ιησούς Χριστός.
ΟΡΥΓΜΑΤΑ – Εκεί που σκάβεις τον τάφο σου.
ΑΝΤΙ-ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ – Ανεξάρτητη γνώμη.
ΑΝΤΙ-ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΣ – Ιδανικά.
ΣΤΟΛΗ – Κυβερνητικός ζουρλομανδύας.
ΝΙΚΗ – Δέκα εκατομμύρια νεκροί.
ΠΟΛΕΜΟΣ – Προπαγάνδα της Δημοκρατίας.

*   *   *
Ποιος είναι πιο γενναίος; Αυτός που πέφτει στη γραμμή μαζί με τη μεγάλη πλειοψηφία ή αυτός που αντιμετωπίζει την οργή εκατομμυρίων ανθρώπων για χάρη της συνείδησής του; Μην μας μπερδεύετε με τους ειρηνιστές. Πιστεύουμε στη μάχη. Ναι, πολεμήσαμε σε όλη μας τη ζωή – πολεμήσαμε ενάντια στην αδικία, στην καταπίεση και στην τυραννία. Σχεδόν αβοήθητοι. Δεν είμαστε ειρηνιστές. Αλλά θέλουμε να γνωρίζουμε για ποιο πράγμα πολεμάμε και αρνούμαστε να πολεμήσουμε υπέρ των εχθρών και εκμεταλλευτών της ανθρωπότητας.  

Alexander Berkman: “War Dictionary”, The Blast, Vol. 2, #5, 6.1.1917.

*   *   *

Αλεξάντερ Μπέρκμαν

Γεννήθηκε στις 21 Νοεμβρίου 1870 στο Βίλνιους της Ρωσικής Αυτοκρατορίας (σήμερα πρωτεύουσα της Λιθουανίας).

Δεκαπεντάχρονος ακόμη προσχώρησε στο επαναστατικό κίνημα. Τον απέβαλαν από όλα τα σχολεία της χώρας και το 1888 αναγκάστηκε να μεταναστεύσει στις Ηνωμένες Πολιτείες. Εκεί έζησε στη Νέα Υόρκη και συμμετείχε στο αναρχικό κίνημα.

Το 1892 αποπειράθηκε να εκτελέσει τον επιχειρηματία Χένρι Κλέι Φρικ. Συνελήφθη, δικάστηκε, καταδικάστηκε και εξέτισε ποινή 14 χρόνων κάθειρξης. Η εμπειρία του «σωφρονιστικού εγκλεισμού» υπήρξε η βάση για το πρώτο του βιβλίο, «Prison Memoirs of an Anarchist».

Με την αποφυλάκισή του, ανέλαβε αρχισυντάκτης του αναρχικού περιοδικού Μοther Earth της Έμμα Γκόλντμαν, ενώ το 1916 άρχισε να εκδίδει το περιοδικό Blast. Το 1917, Μπερκμαν και Γκόλντμαν συνελήφθησαν και καταδικάστηκαν σε δύο χρόνια φυλάκισης με την κατηγορία της «συνωμοσίας για παρακώλυση στρατολόγησης».

Αποφυλακίστηκαν και απελάθηκαν στη Ρωσία, όπου ο Μπέρκμαν αν και αρχικά κράτησε υποστηρικτική στάση προς τους μπολσεβίκους, σύντομα εναντιώθηκε ανοιχτά στη βάναυση καταπίεση που αυτοί άσκησαν σε κάθε φωνή έξω απ’ τη δική τους και στο αναρχικό κίνημα. Στα τέλη του 1921, Μπέρκμαν και Γκόλντμαν απελάθηκαν και από τη Ρωσία.

Ο Μπέρκμαν κατέληξε στο Παρίσι, όπου ίδρυσε επιτροπές συμπαράστασης στους Ρώσους φυλακισμένους συντρόφους του. Το 1925, εξέδωσε το βιβλίο «The Bolshevik Myth: Diary 1920-1922».

Το 1929, δημοσίευσε το «Now and After: The ABC of Communist Anarchism», ένα από τα κλασικά έργα του αναρχισμού.

Άρρωστος και καταβεβλημένος ύστερα από δύο αποτυχημένες εγχειρήσεις προστάτη, ο Μπέρκμαν αυτοκτόνησε τον Ιούνιο του 1936.  

[Μτφρ. Μ.Π.]

* Δημοσιεύθηκε στο Βακχικόν τχ. 24

Παρασκευή, 18 Ιουλίου 2014

Σάσα Τσιόρνι: Μετά την επίσκεψη σε λογοτεχνική λέσχη


Μετά την επίσκεψη σε λογοτεχνική λέσχη

Είμαστε πολιτισμένοι: πλένουμε τα δόντια
το στόμα και τις μπότες μας.
Στις επιστολές, είμαστε απολύτως εξευγενισμένοι –
λέμε: «Ο πιο πιστός σας Υπηρέτης».

Ε τότε, γιατί κλείνουμε
όλες μας τις αντιπαραθέσεις
σαν τον κάθε ηλίθιο –
γιατί πιθηκίζουμε τους Παπούα 
δαγκώνοντας ο ένας τον άλλον στη μουσούδα;
Είναι αλήθεια: συνήθως το κάνουμε με λέξεις,
μα κι αυτές πονούν το ίδιο. 

[ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ]

«Straw Dogs», τχ. 4, Φεβρουάριος 2014

Σάββατο, 1 Μαρτίου 2014

Ο ατελής αγαθός δαίμονας


Του Μιχάλη Παπαντωνόπουλου

Βάκης Λοϊζίδης: Ο άγγελος και ο γλύπτης (Μανδραγόρας, 2011)

Μία από τις πιο εμβληματικές μορφές αγγέλων στη δυτική σκέψη και λογοτεχνία του 20ού αιώνα αποτελεί ο «άγγελος της Ιστορίας» του Βάλτερ Μπένγιαμιν: ο άγγελος που με διπλωμένα τα φτερά του κοιτάζει τρομαγμένος το παρελθόν, ενώ μια τρομερή καταιγίδα τον παρασύρει προς το μέλλον και την πρόοδο. Ο Γερμανοεβραίος φιλόσοφος διατύπωσε τους στοχασμούς του πάνω στην ιστορία με βάση αυτή την απεικόνιση: τον Angelus Novus που φιλοτέχνησε ο Πάουλ Κλέε το 1920. Αποκεί ξεκινάει κι η λογοτεχνική αντίληψη για τον άγγελο της αποξένωσης και της φθοράς που βρήκε απήχηση στο έργο ξένων και Ελλήνων ποιητών κυρίως από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου κι ύστερα.

Στην απαρχή της νεωτερικότητας και του μοντερνισμού, ωστόσο, η ποίηση συναντάται με τις τρομερές στρατιές αγγέλων του Ράινερ Μαρία Ρίλκε όπως αυτές εμφανίστηκαν στην ποιητική σύνθεση Ελεγείες του Ντουίνο. Εδώ ο άγγελος αποτελεί μιαν αλληγορία για τη μάχη του ανθρώπου με ό,τι τον υπερβαίνει και συγχρόνως ένα πλάσμα από φως που καταυγάζει την ανθρώπινη συνείδηση και πνευματικότητα σε κάθε «βίαιη» συνάντησή τους. Για τον Ρίλκε η όψη του αγγέλου είναι τρομερή, καθότι μπροστά στην πληρότητά της το ανθρώπινο πλάσμα δεν είναι παρά η εκφορά της ατελούς αισθητής φύσης.

Τα πιο πάνω δύο παραδείγματα αρκούν για να επισημάνουν πως κάθε αναμέτρηση του σύγχρονου ποιητή με τον άγγελό του ενδεχομένως να οδηγήσει στον καλλιτεχνικό σπαραγμό του πρώτου. Το ποιητικό έργο πρέπει να αποκαλύψει τη δική του αγγελολογία, διαφορετικά το εγχείρημα θα αποβεί συντριπτικά χαμένο. Στα ανά χείρας ποιήματα του Βάκη Λοϊζίδη, βρισκόμαστε ενώπιον μιας από τις σπάνιες μορφές αγγέλων στην ευρύτερη νεοελληνική λογοτεχνία. Κι εξηγώ:

Ο άγγελος του Λοϊζίδη εμφανίζεται στην απόλυτη έκπτωσή του. Ο μεταφυσικός χαρακτήρας των αγγελικών πλασμάτων που κατέρχονται την κλίμακα από τα ουράνια στα επίγεια για να πραγματωθεί η επικοινωνία μεταξύ Θεού και ανθρώπων έχει απολεσθεί. Τη θέση του Δημιουργού παίρνει ο άνθρωπος-καλλιτέχνης και κατ’ επέκταση ο άγγελος αποκαλύπτεται με εξίσου πεπερασμένους όρους. Ακέφαλος, με το φωτοστέφανο γκρεμισμένο μπρος στα πόδια του και δίχως φτερά, ο άγγελος του Λοϊζίδη είναι ένας ατελής θνητός. Μια μορφή που αφενός συνδέει την υλική και πνευματική υπόσταση του ανθρώπου στο καλλιτεχνικό πεδίο, μα αφετέρου υποφέρει μαζί με τον άνθρωπο.

Η πρώτη μεγάλη μάχη του Ιακώβ με τον άγγελο –όπως περιγράφεται στην ιουδαιοχριστιανική παράδοση– στα 27 ποιήματα της ανά χείρας σύνθεσης μεταβάλλεται σε μάχη του ανθρώπου με τα επίγεια και το κενό του ουρανού, με σύμμαχο τον εξανθρωπισμένο άγγελο: που ανασαίνει αμίαντο στα μεταλλωρυχεία, που συμπορεύεται στο χώμα με τον κηπουρό, που δημιουργείται από τον άνθρωπο – κι είναι εξίσου αδύναμος με αυτόν. Στην ποίηση του Λοϊζίδη το τρομερό δεν εκπορεύεται από το ανοίκειο. Εδώ ο άγγελος προκαλεί τον τρόμο ακριβώς λόγω της πτώσης του. Λόγω της μη πληρότητάς του, σε αντίθεση με τους αγαθούς δαίμονες του Ρίλκε. Είναι η θνητότητα των αγγέλων που δίνει τρομερή –σχεδόν φασματική– όψη στα κατά τ’ άλλα ανθρώπινα χαρακτηριστικά τους. Γιατί ο άνθρωπος δεν έχει συνηθίσει τους αγγέλους σε αυτή την οικεία διάσταση. Ακόμα αναμένει απ’ αυτούς να αποκαλύψουν κάποια ανώτερη βούληση ή να μεταφέρουν το άγγελμα από τα ουράνια.

Η αντιστροφή αυτής της κοσμαντίληψης, με τον άγγελο να είναι παρηγορητής και αρωγός του ανθρώπου στον αγώνα του μες στη ζωή, με τον άγγελο να έχει παρεκκλίνει του προορισμού του, αποτελεί μια ποιητικά βλάσφημη αγγελολογία που ανατρέπει τους κανόνες δημιουργίας, μεταφέροντάς τους από το ακατάλυτο του ουρανού στο πεπερασμένο της θάλασσας και του ξύλου. Ο άγγελος του ανθρώπινου δημιουργού είναι μια ακόμα πιο τρομερή μορφή: συνυφασμένη πια με την ύπαρξη κι όχι με το πεπρωμένο, ακολουθεί τα ανθρώπινα πάθη και διαμορφώνεται από αυτά.

Μπροστά σε αυτόν τον άγγελο ακόμα και ο δημιουργός του στέκεται με αμηχανία. Το νέο πρότυπο είναι δύσκολο να δομηθεί κι αποκαλύπτεται σε διάφορες παραλλαγές. Ουσιαστικά, ο Λοϊζίδης υπονομεύει τη δημιουργία όχι μόνο σε μεταφυσικό, αλλά και σε καλλιτεχνικό επίπεδο, όταν αποφαίνεται: «Γλύπτη δεν σε πιστεύω». Η οικεία εικόνα του αγγέλου που περπατάει δίπλα στον άνθρωπο δεν κάμπτει την αδυνατότητα του τελευταίου να δώσει πλήρη μορφή στον αγαθό δαίμονα. Κι ίσως εδώ φυλάσσεται η τρομερή υπόσταση της ομορφιάς που φέρουν οι άγγελοι.

Ωστόσο, ένα είναι βέβαιο: τ’ άστρα δεν είναι πια μέρος της αγγελικής καθημερινότητας. Αυτή πλέον ταυτίζεται με την ομορφιά του ανθρώπινου βίου – ακόμα και στις πιο άγριες και σκληρές εκφάνσεις του. Ο ατελής άγγελος του Λοϊζίδη δεν είναι πλάσμα της αποξένωσης, αλλά της οικειοποίησης – και γι’ αυτό πιο τρομερός.


* Πρωτοδημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Ο Φιλελεύθερος, φ. 22/7/2012

Δευτέρα, 2 Δεκεμβρίου 2013

Φάσματα μες στα τοπία του ύπνου


Του Μιχάλη Παπαντωνόπουλου

Νίκος Ορφανίδης: Τα χαρωπά τραγούδια της μητέρας (Ακτή, 2009)

Η ένατη ποιητική συλλογή του Νίκου Ορφανίδη αποτελείται από τις ενότητες Σύναξις κεκοιμημένων Β΄ και την ομώνυμη με τον τίτλο του βιβλίου. Τα επιμέρους ποιήματα με τις διακειμενικές αναφορές τους σε γνωστά δημοτικά τραγούδια καταδεικνύουν την πρόθεση του Ορφανίδη να αναμετρηθεί με την ιστορία, μετερχόμενος ένα λυρικό ιδίωμα που συναντάται με την λαϊκή προφορική ποιητική παράδοση.

Όμως, το δημοτικό τραγούδι για τον Ορφανίδη δεν αποτελεί απλώς μια μετρική οδηγία ή τον απαραίτητο συμφωνημένο –με την κοινότητα– μύθο για να τραγουδήσει μέσα στο όνειρο τον γενέθλιο τόπο, την παιδική ηλικία και την αρχετυπική διάσταση της μητέρας – για ν’ αναπλάσει ορισμένως τον πεπερασμένο χωροχρόνο της ιστορίας. Στην παρούσα συλλογή το δημοτικό τραγούδι δεν είναι το μέσο, αλλά το τέλος. Ο Ορφανίδης επικαλείται την ανδρεία του Κολοκοτρώνη –και τη μεταθέτει στην πλατεία Ομονοίας της τελευταίας δεκαετίας– αλλά και του Γιαννακού «του τραπεζούντιου άσματος», επικαλείται τη λύπη του ηγούμενου Κυπριανού «εκ της νήσου Λευκωσίας Κύπρου» και προσκαλεί τους νεκρούς του: το φάσμα της μητέρας ή μια ακόμα πιο «φασματική» πατρίδα. Συνθέτει τα δικά του –μοντέρνα– δημοτικά τραγούδια υπό την έννοια πως ο δημιουργός αναπροσαρμόζει τη συλλογικότητα της παράδοσης και το δοσμένο μέλλον κατά πώς του επιβάλλει η ψυχική του διάθεση, μετουσιώνοντας το τραγούδι του σε πνευματικό κτήμα της κοινότητας στην οποία απευθύνεται.

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης μεσημέρι του Μαΐου στο Βαλτέτσι και Ο Αρματωλός κάλλιστα μπορούν να θεωρηθούν ως κλέφτικα, στο πλαίσιο των παραλλαγών που δοκιμάζει ο Ορφανίδης πάνω στο μέλος, τα θέματα ή τα μοτίβα των παραδοσιακών δημοτικών τραγουδιών, εστιάζοντας στην προβολή ενός κόσμου πέρα από τον αισθητό, με μιαν αφήγηση που σμίγει τα επίγεια με τα αλλόκοσμα, που υποβάλλει τη συλλογική αναγνωστική συνείδηση κι ενδυναμώνει την πίστη στον «ανοίκειο» τόπο τους – σ’ έναν τόπο όπου κατ’ ουσίαν θρηνείται η απώλεια του ιστορικού μικρόκοσμου, μέσα από τα πρόσωπα και τις πράξεις του· εκεί που το ιστορικό υποκείμενο ακολουθεί ασθμαίνοντας τη ροή της ιστορίας και που πλέον δεν τη διαμορφώνει ως πρωταγωνιστής.

Όσο κι αν το πνεύμα επιστρέφει στοχαστικά σε παρελθόντες καιρούς, ο ιστορικός χρόνος είναι μη αναστρέψιμος κι αυτό το άγχος –σχεδόν αγωνία θανάτου– βιώνει ο αφηγητής των «χαρωπών» τραγουδιών. «Χαρωπών» δεδομένου ότι η επίγνωση της σφαγής που προστάζει η ιστορία εμπνέεται από την εξεγερτική διάθεση του ατόμου να απολαύσει τ’ ανθρώπινα μες στον αναλωμένο χρόνο του βίου του. Όμως βαθιά τους, τα τραγούδια του Ορφανίδη εκχωρούν τον επικό τους χαρακτήρα και την ασυμβίβαστη διάθεση των ηρώων-κλεφτών τους, παραδίδονται στην αδυνατότητα του ανθρώπινου όντος να κερδίσει τη μάχη του με τον χρόνο κι ακούγονται σαν μοιρολόγια πάνω απ’ το φαγωμένο κουφάρι ενός ιστορικού παρόντος που «ζωντανεύει» ως σπαραγμός και νοσταλγία για τη ματαίωση των μύθων της εξέγερσης και της ανδρείας, αλλά κι ως απόδοση τιμής στους κεκοιμημένους των μύθων.

* Δημοσιεύθηκε σε πρώτη μορφή στην εφημερίδα Ο Φιλελεύθερος, φ. 18/9/2011.