Δευτέρα, 7 Σεπτεμβρίου 2015

Οι Δώδεκα: Μια ημιτελής συμφωνία

Τσαμαδού. Στέκι μεταναστών. Πέτρος σκοτάδι ασάλευτο στέκεται ώμους στο παράθυρο. Δεν βιάζεται σιωπή. Δεν σκέπτεται τη νύκτα άνθρωπος. Κάποτε μόνο τον ακολουθεί στήθος ανάσα κόψη το σκότος του ομοαίματου.  

Μαίνεται   Ακούς;   Με δοκιμάζει.
Πλάσμα ή τι; –αν δεις– πάντα
κάτι λοφίο ψηλότερο από φράκτη.
Ξέρω: σύρει κραυγή ως να χαράξει
καύκαλο ο κήπος κι’ έντομα
στις κόγχες του θανάτου.
Μα δεν σπαράσσει   Δεν πληροί
καν την κάτεργη ροπή του πνεύματος:
κείνο το δούλο φως
που καταυγάζει τρέλα σίδερο
μόλις τυφλώσει πλήθος τα μάτια ερπετό
στην πέτρα η εξουσία.  

Παρανοώ   Κύριε;   Κι’ όμως:
δουλεύω σκοτεινά
τρεις λόγους άρνηση
τον οίκτο   Φθονώ το κίνημα
που νέμονται τα χέρια Του
καταπώς δεξιώνεται   την Πόρνη  
τον Τελώνη   τον Ληστή.  
Στοχάσου: αν απελπίζεται αίμα
τη δορά του αγριμιού ως την εκούσια θυσία;  
– πιο φρικτά: αν γέρνει αγκάθι βλέφαρα
μέσα στον ύστερο πατέρα;
Ποιος υπομένει πως το κτήνος δοκιμάζει νύχια
σ’ ένα σχήμα ανθρώπινης διανοίας;

Σπλαχνίσου   Κύριε:   γκρεμίζεται
στέγη ο ουρανός επάνω μας
και πρέπει   Εγώ να τον στεριώσω.