Τρίτη, 30 Δεκεμβρίου 2014

Χένρι Τζέιμς: Το ημερολόγιο ενός πενηντάρη [Εκδ. Εκάτη]


Τα τελευταία δέκα χρόνια, υπήρξαν στιγμές, που αισθανόμουν τόσο βαρύγδουπα μεγάλος σε ηλικία, τόσο καταβεβλημένος, σχεδόν απόμαχος, ώστε θα μπορούσα κάλλιστα να είχα εκλάβει ως κακόγουστο αστείο κάθε υπαινιγμό σχετικό με την ύπαρξη οποιασδήποτε αίσθησης νεανικότητας μέσα μου. Εν πάση περιπτώσει, δεν θα διαρκούσε πολύ. Συνεπώς, έκανα το καλύτερο που μπορούσα. [...] 

Οπωσδήποτε, ταξίδεψα πολύ, εργάστηκα σκληρά, έζησα σε απάνθρωπα κλίματα και σχετίστηκα με κουραστικούς ανθρώπους. [...] Όμως, η ευτυχία, η θετική ευτυχία, θα πρέπει –το δίχως άλλο– να είναι κάτι διαφορετικό. Δεν ξέρω τι θα μπορούσε να είχε πάει καλύτερα, τι και σε σύγκριση με τι θα μπορούσε να είναι καλύτερο στην παρούσα ζωή μου. Ωστόσο, αυτό ακριβώς είναι που κάνει την διαφορά: δεν θα μπορούσα –καθ’ οδόν προς την αναζήτηση ευχάριστων σκέψεων– να μην ξεθάψω ένα διαπαντός λήξαν επεισόδιο, το οποίο συνέβη –ούτε λίγο ούτε πολύ– περισσότερο από ένα τέταρτο του αιώνα πριν. [...] 

Ασφαλώς υπήρξε μέγα κατόρθωμα το γεγονός πως δραπέτευσα, πως δεν προχώρησα σε μιαν ενέργεια καταφανώς ανόητη. Και υποθέτω πως, όσο σοβαρό κι αν είναι το βήμα που μπορεί να κάνει ένας άνθρωπος στα είκοσι πέντε του χρόνια, μετά τον αγώνα, μετά την έντονη προσπάθεια που χρειάστηκε να καταβάλει, έστω κι αν τα γεγονότα φαίνεται να δικαιώνουν εκ των υστέρων τους χειρισμούς του, παραμένει μέσα του μια κάποια αφορμή θλίψης, μια κάποια αίσθηση απώλειας, που ελλοχεύει στην ίδια την αίσθηση της νίκης: μια τάση ν’ αναρωτιέσαι –ν’ αναστοχάζεσαι μάλλον– τι θα μπορούσε να συμβεί. [...] Εξ ου και το εισιτήριό μου. 

[Μτφρ.: Μ.Π.]

Παρασκευή, 21 Νοεμβρίου 2014

Ίργουιν Λ. Γκόρντον: Ποιος ήταν ποιος: Βιογραφικο Λεξικό Επιφανών & Επίδοξων Διασημοτήτων [Εκδόσεις Vakxikon.gr]



ΒΑΚΧΟΣ

Προστάτης άγιος των περισσότερων αντρών. Ευεργέτης, τύπος κεφάτος και θεμελιωτής του πρωινού αισθήματος ναυτίας ύστερα από βραδινή κρασοκατάνυξη. Σπούδασε οινοποιία. Ανακάλυψε πως τα σταφύλια δεν προορίζονταν μόνο για βρώση. Επινόησε τη μεγαλύτερη ευχαρίστηση και τη βαθύτερη οδύνη που γνώρισε ποτέ ο κόσμος. Ταξίδεψε πολύ. Εισήγαγε ζύθο και μαύρη μπίρα στην Αγγλία, ουίσκι στη Σκωτία, τα πάντα στην Ιρλανδία, κοκτέιλ και φάρμακα στις Ηνωμένες Πολιτείες, ξανθή μπίρα στη Γερμανία, σαμπάνια και αψέντι στη Γαλλία, και βότκα στη Ρωσία. Επαγγελματική σταδιοδρομία: άκρως επιτυχημένη. Χόμπι: Παρίσι. Τόπος διαμονής: Ελλάδα. Ευπρόσδεκτος σε όλα τα σωματεία και τις λέσχες εκτός από την «Ένωση Γυναικών για τη Χριστιανική Εγκράτεια». Επιτύμβιο: Θα Ζει Για Πάντα Στα Λαρύγγια Των Συμπατριωτών Του. 

[Μτφρ. Μ.Π.]

*   *   *

Ο Όμηρος άρχισε τη λογοτεχνική του σταδιοδρομία από τους αθηναϊκούς Times. Ο Μωυσής έκλεισε τα ιουδαϊκά χασάπικα και έγινε ηγέτης του Γκέτο. Ο Μωάμεθ ανακάλυψε το χαρέμι και στον ελεύθερο χρόνο του πήγαινε στο βουνό. Και αν όλα αυτά είναι γνωστά, ο Ίργουιν Λ. Γκόρντον αποκαλύπτει ποια μοδίστρα ίδρυσε την Εκκλησιαστική Εταιρεία Κουτσομπολιού και ποιος Άγιος θα ζει για πάντα στα λαρύγγια των συμπατριωτών του∙ θυμάται με λαχτάρα την χορευτριούλα Φλόρα και αποδίδει τις δέουσες τιμές στην κακοποιημένη πεθερά του.

Παίρνοντας τη σκυτάλη από το ιδιοφυές χιούμορ του Όσκαρ Ουάιλντ και τη φαρμακερή παραδοξολογία του Άμπροουζ Μπηρς, ο Ίργουιν Λ. Γκόρντον παραθέτει εκατοντάδες λήμματα όσων έγιναν -ή προσπάθησαν να γίνουν- διάσημοι επιβεβαιώνοντας πως στην ανθρώπινη Ιστορία καμιά φορά… συμβαίνουν και λάθη.

Τετάρτη, 1 Οκτωβρίου 2014

Πριν τον Κατακλυσμό


Του Μιχάλη Παπαντωνόπουλου

Ευφροσύνη Μαντά-Λαζάρου: Ο Νώε στην πόλη (Πλανόδιον, 2012)

Ο μύθος του Κατακλυσμού απαντάται από το Έπος του Γκιλγκαμές και την αρχαία ελληνική μυθολογία, μέχρι το Κοράνι, τις Βέδες και τη σκανδιναβική μυθολογία, καθώς βέβαια και στην πλέον γνωστή του εκδοχή στο Βιβλίο της Γένεσης. Κοινός τόπος, σε κάθε περίπτωση, η τιμωρία που επιβάλλει μία ή περισσότερες θεότητες στον ανθρώπινο πολιτισμό, στέλνοντας πλημμύρα για να τον καταστρέψει.

Η ποιητική σύνθεση της Λαζάρου θα καταλήξει στον Κατακλυσμό, μια συνθήκη ωστόσο που διέπει τη δομή και των 7 επιμέρους κεφαλαίων που απαρτίζουν το βιβλίο. Καθότι εξαρχής η ποιήτρια προϋποθέτει ότι τελέστηκε ένας άλλος Κατακλυσμός («Στους δρόμους ρέει γάλα. Ο ουρανός μυρίζει ύπνο μωρού και ανάπαυση λεχώνας. Οι άνθρωποι βγαίνουν από κατώγια βήχοντας. Νικημένοι. Σταυρωμένοι σε δύο στήθη, που με τη θέρμη τους εκδικούνται τους χειμώνες.»), μια συντριπτική ήττα του ανθρώπινου Γένους, και στην περίοδο που μεσολαβεί της νέας καταστροφής –γιατί εν τέλει αυτή είναι η αμετάκλητη μοίρα του κόσμου– αποτυπώνεται εκ νέου η παρακμή των ανθρωπίνων, στο πλαίσιο του αστικού περιβάλλοντος που άλλοτε υπονοείται εμφαντικά ως η Λευκωσία κι άλλοτε λαμβάνει καλειδοσκοπικές διαστάσεις μέσω συμμετρικών εικόνων που θα μπορούσαν να αντικατοπτρίζουν οποιαδήποτε σύγχρονη πόλη.

Η καλειδοσκοπική αξιοποίηση του μύθου αποτελεί και το ιδιαίτερο στοιχείο της ποιητικής της Λαζάρου. Το κείμενο λειτουργεί ως ο σωλήνας που από τη μιαν άκρη του εφαρμόζει η ποιητική διάνοια και στην άλλη αποκαλύπτεται ο ανθρώπινος πολιτισμός με τη φθορά του. Τα κάτοπτρα του κειμένου αντανακλούν σκηνές από έναν παρηκμασμένο αστικό πολιτισμό που οδηγεί τον εαυτό του στην τιμωρία. Η δομή του ποιήματος ακολουθεί τη περιστροφική κίνηση του καλειδοσκοπίου εμφανίζοντας μικρά είδωλα που μετατίθενται στον χώρο και στον χρόνο, που συμπλέκονται και προσδίδουν καταιγιστικό τόνο στην εικονοποιία του ποιήματος, η οποία αν και μετέρχεται σχήματα του υπερρεαλισμού και εξπρεσιονισμού, εντούτοις εκφέρεται με την ορμή ενός απόλυτα συντεταγμένου Λόγου, δίχως γλωσσικούς ακροβατισμούς και χάσματα.

Η καταστροφή στην οποία οδηγείται ο άνθρωπος, όμως, δεν νοείται ως επιβολή από κάποιο ανώτερο Ον. Στο ποίημα της Λαζάρου δεν υπάρχει ο τιμωρός-Θεός που νουθετεί τον άνθρωπο διά της βίας. Η συντριβή του ανθρώπινου Γένους παρουσιάζεται σχεδόν ως φυσικό φαινόμενο που επαναλαμβάνεται. Αυτή η προοπτική εξηγεί πιθανώς και τη διάθεση συμπάθειας του ποιητικού υποκειμένου απέναντι στους ανθρώπους, που εγγενώς διαδραματίζουν τον διττό ρόλο του θύτη και του θύματος από τον ίδιο τον εαυτό τους στις πλέον καθημερινές τους πράξεις και συνήθειες. 

Εδώ, η παρακμή κι η φθορά, η παραβατικότητα κι η περιθωριοποίηση δεν αποκαλύπτονται ως κάτι ξένο που ανάγεται σε αμαρτία κι υφίσταται τις τιμωρητικές συνέπειες των πιο πάνω καταστάσεων ή συμπεριφορών. Εδώ, ο μύθος του Κατακλυσμού επιβεβαιώνει τη φύση των ανθρωπίνων. Εδώ, ο Κατακλυσμός σηματοδοτεί το τέλος του μετα-Βιομηχανικού ανθρώπου, όπως ο Ωγύγιος Κατακλυσμός ολοκλήρωσε την «Αργυρή Εποχή» και ο Κατακλυσμός του Δευκαλίωνα την πρώτη «Χάλκινη».  

* Πρωτοδημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Ο Φιλελεύθερος, φ. 10/3/2013 και κατόπιν στο ηλεκτρονικό λογοτεχνικό περιοδικό (.poema..), τχ. 19. 

Πέμπτη, 11 Σεπτεμβρίου 2014

Αλεξάντερ Μπέρκμαν: Λεξικό Πολέμου


ΣΥΜΜΑΧΟΙ – Νεράιδες της Δημοκρατίας.
ΒΑΡΒΑΡΟΙ – Οι άλλοι.
ΚΟΓΚΡΕΣΟ – Ο βαλές του Γούντροου του Α’.
ΛΟΓΟΚΡΙΣΙΑ – Ο βιασμός της Ελευθερίας του Λόγου.
ΕΠΙΣΤΡΑΤΕΥΣΗ – Ελεύθεροι άνθρωποι που πολεμούν παρά τη θέλησή τους.
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ – Τον Θεό εμπιστευόμαστε.
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ – Η φωνή απ’ τον εξώστη.
ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ – Πες ό,τι θες, μα κράτα το στόμα σου κλειστό.
ΟΥΝΟΙ – Πιστοί πατριώτες από την Κεντρική Ευρώπη.
ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑ – Προδοσία στην κυβέρνηση.
ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ – Ο εύστοχος πυροβολισμός.
ΚΑΪΖΕΡ – Το όραμα ενός Προέδρου.
ΟΜΟΛΟΓΟ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ – Ένα κόκαλο από τη νεκροκεφαλή.
ΔΑΝΕΙΟ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ – Η ουρά των Αγέννητων που περιμένουν στο συσσίτιο.
ΠΙΣΤΟΣ ΥΠΗΚΟΟΣ – Κωφός, βουβός, τυφλός.
ΜΙΛΙΤΑΡΙΣΜΟΣΧριστιανισμός εν δράσει.
ΠΑΤΡΙΩΤΙΣΜΟΣ – Μίσος για τον γείτονά σου.
ΚΑΤΑΤΑΞΗ – Η νεκρώσιμη ακολουθία της Ελευθερίας.
ΑΝΤΑΡΣΙΑ – Η απόδειξη πως υπάρχει τυραννία.
ΛΟΥΦΑΔΟΡΟΣ – Ιησούς Χριστός.
ΟΡΥΓΜΑΤΑ – Εκεί που σκάβεις τον τάφο σου.
ΑΝΤΙ-ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ – Ανεξάρτητη γνώμη.
ΑΝΤΙ-ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΣ – Ιδανικά.
ΣΤΟΛΗ – Κυβερνητικός ζουρλομανδύας.
ΝΙΚΗ – Δέκα εκατομμύρια νεκροί.
ΠΟΛΕΜΟΣ – Προπαγάνδα της Δημοκρατίας.

*   *   *
Ποιος είναι πιο γενναίος; Αυτός που πέφτει στη γραμμή μαζί με τη μεγάλη πλειοψηφία ή αυτός που αντιμετωπίζει την οργή εκατομμυρίων ανθρώπων για χάρη της συνείδησής του; Μην μας μπερδεύετε με τους ειρηνιστές. Πιστεύουμε στη μάχη. Ναι, πολεμήσαμε σε όλη μας τη ζωή – πολεμήσαμε ενάντια στην αδικία, στην καταπίεση και στην τυραννία. Σχεδόν αβοήθητοι. Δεν είμαστε ειρηνιστές. Αλλά θέλουμε να γνωρίζουμε για ποιο πράγμα πολεμάμε και αρνούμαστε να πολεμήσουμε υπέρ των εχθρών και εκμεταλλευτών της ανθρωπότητας.  

Alexander Berkman: “War Dictionary”, The Blast, Vol. 2, #5, 6.1.1917.

*   *   *

Αλεξάντερ Μπέρκμαν

Γεννήθηκε στις 21 Νοεμβρίου 1870 στο Βίλνιους της Ρωσικής Αυτοκρατορίας (σήμερα πρωτεύουσα της Λιθουανίας).

Δεκαπεντάχρονος ακόμη προσχώρησε στο επαναστατικό κίνημα. Τον απέβαλαν από όλα τα σχολεία της χώρας και το 1888 αναγκάστηκε να μεταναστεύσει στις Ηνωμένες Πολιτείες. Εκεί έζησε στη Νέα Υόρκη και συμμετείχε στο αναρχικό κίνημα.

Το 1892 αποπειράθηκε να εκτελέσει τον επιχειρηματία Χένρι Κλέι Φρικ. Συνελήφθη, δικάστηκε, καταδικάστηκε και εξέτισε ποινή 14 χρόνων κάθειρξης. Η εμπειρία του «σωφρονιστικού εγκλεισμού» υπήρξε η βάση για το πρώτο του βιβλίο, «Prison Memoirs of an Anarchist».

Με την αποφυλάκισή του, ανέλαβε αρχισυντάκτης του αναρχικού περιοδικού Μοther Earth της Έμμα Γκόλντμαν, ενώ το 1916 άρχισε να εκδίδει το περιοδικό Blast. Το 1917, Μπερκμαν και Γκόλντμαν συνελήφθησαν και καταδικάστηκαν σε δύο χρόνια φυλάκισης με την κατηγορία της «συνωμοσίας για παρακώλυση στρατολόγησης».

Αποφυλακίστηκαν και απελάθηκαν στη Ρωσία, όπου ο Μπέρκμαν αν και αρχικά κράτησε υποστηρικτική στάση προς τους μπολσεβίκους, σύντομα εναντιώθηκε ανοιχτά στη βάναυση καταπίεση που αυτοί άσκησαν σε κάθε φωνή έξω απ’ τη δική τους και στο αναρχικό κίνημα. Στα τέλη του 1921, Μπέρκμαν και Γκόλντμαν απελάθηκαν και από τη Ρωσία.

Ο Μπέρκμαν κατέληξε στο Παρίσι, όπου ίδρυσε επιτροπές συμπαράστασης στους Ρώσους φυλακισμένους συντρόφους του. Το 1925, εξέδωσε το βιβλίο «The Bolshevik Myth: Diary 1920-1922».

Το 1929, δημοσίευσε το «Now and After: The ABC of Communist Anarchism», ένα από τα κλασικά έργα του αναρχισμού.

Άρρωστος και καταβεβλημένος ύστερα από δύο αποτυχημένες εγχειρήσεις προστάτη, ο Μπέρκμαν αυτοκτόνησε τον Ιούνιο του 1936.  

[Μτφρ. Μ.Π.]

* Δημοσιεύθηκε στο Βακχικόν τχ. 24

Παρασκευή, 18 Ιουλίου 2014

Σάσα Τσιόρνι: Μετά την επίσκεψη σε λογοτεχνική λέσχη


Μετά την επίσκεψη σε λογοτεχνική λέσχη

Είμαστε πολιτισμένοι: πλένουμε τα δόντια
το στόμα και τις μπότες μας.
Στις επιστολές, είμαστε απολύτως εξευγενισμένοι –
λέμε: «Ο πιο πιστός σας Υπηρέτης».

Ε τότε, γιατί κλείνουμε
όλες μας τις αντιπαραθέσεις
σαν τον κάθε ηλίθιο –
γιατί πιθηκίζουμε τους Παπούα 
δαγκώνοντας ο ένας τον άλλον στη μουσούδα;
Είναι αλήθεια: συνήθως το κάνουμε με λέξεις,
μα κι αυτές πονούν το ίδιο. 

[ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ]

«Straw Dogs», τχ. 4, Φεβρουάριος 2014

Σάββατο, 1 Μαρτίου 2014

Ο ατελής αγαθός δαίμονας


Του Μιχάλη Παπαντωνόπουλου

Βάκης Λοϊζίδης: Ο άγγελος και ο γλύπτης (Μανδραγόρας, 2011)

Μία από τις πιο εμβληματικές μορφές αγγέλων στη δυτική σκέψη και λογοτεχνία του 20ού αιώνα αποτελεί ο «άγγελος της Ιστορίας» του Βάλτερ Μπένγιαμιν: ο άγγελος που με διπλωμένα τα φτερά του κοιτάζει τρομαγμένος το παρελθόν, ενώ μια τρομερή καταιγίδα τον παρασύρει προς το μέλλον και την πρόοδο. Ο Γερμανοεβραίος φιλόσοφος διατύπωσε τους στοχασμούς του πάνω στην ιστορία με βάση αυτή την απεικόνιση: τον Angelus Novus που φιλοτέχνησε ο Πάουλ Κλέε το 1920. Αποκεί ξεκινάει κι η λογοτεχνική αντίληψη για τον άγγελο της αποξένωσης και της φθοράς που βρήκε απήχηση στο έργο ξένων και Ελλήνων ποιητών κυρίως από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου κι ύστερα.

Στην απαρχή της νεωτερικότητας και του μοντερνισμού, ωστόσο, η ποίηση συναντάται με τις τρομερές στρατιές αγγέλων του Ράινερ Μαρία Ρίλκε όπως αυτές εμφανίστηκαν στην ποιητική σύνθεση Ελεγείες του Ντουίνο. Εδώ ο άγγελος αποτελεί μιαν αλληγορία για τη μάχη του ανθρώπου με ό,τι τον υπερβαίνει και συγχρόνως ένα πλάσμα από φως που καταυγάζει την ανθρώπινη συνείδηση και πνευματικότητα σε κάθε «βίαιη» συνάντησή τους. Για τον Ρίλκε η όψη του αγγέλου είναι τρομερή, καθότι μπροστά στην πληρότητά της το ανθρώπινο πλάσμα δεν είναι παρά η εκφορά της ατελούς αισθητής φύσης.

Τα πιο πάνω δύο παραδείγματα αρκούν για να επισημάνουν πως κάθε αναμέτρηση του σύγχρονου ποιητή με τον άγγελό του ενδεχομένως να οδηγήσει στον καλλιτεχνικό σπαραγμό του πρώτου. Το ποιητικό έργο πρέπει να αποκαλύψει τη δική του αγγελολογία, διαφορετικά το εγχείρημα θα αποβεί συντριπτικά χαμένο. Στα ανά χείρας ποιήματα του Βάκη Λοϊζίδη, βρισκόμαστε ενώπιον μιας από τις σπάνιες μορφές αγγέλων στην ευρύτερη νεοελληνική λογοτεχνία. Κι εξηγώ:

Ο άγγελος του Λοϊζίδη εμφανίζεται στην απόλυτη έκπτωσή του. Ο μεταφυσικός χαρακτήρας των αγγελικών πλασμάτων που κατέρχονται την κλίμακα από τα ουράνια στα επίγεια για να πραγματωθεί η επικοινωνία μεταξύ Θεού και ανθρώπων έχει απολεσθεί. Τη θέση του Δημιουργού παίρνει ο άνθρωπος-καλλιτέχνης και κατ’ επέκταση ο άγγελος αποκαλύπτεται με εξίσου πεπερασμένους όρους. Ακέφαλος, με το φωτοστέφανο γκρεμισμένο μπρος στα πόδια του και δίχως φτερά, ο άγγελος του Λοϊζίδη είναι ένας ατελής θνητός. Μια μορφή που αφενός συνδέει την υλική και πνευματική υπόσταση του ανθρώπου στο καλλιτεχνικό πεδίο, μα αφετέρου υποφέρει μαζί με τον άνθρωπο.

Η πρώτη μεγάλη μάχη του Ιακώβ με τον άγγελο –όπως περιγράφεται στην ιουδαιοχριστιανική παράδοση– στα 27 ποιήματα της ανά χείρας σύνθεσης μεταβάλλεται σε μάχη του ανθρώπου με τα επίγεια και το κενό του ουρανού, με σύμμαχο τον εξανθρωπισμένο άγγελο: που ανασαίνει αμίαντο στα μεταλλωρυχεία, που συμπορεύεται στο χώμα με τον κηπουρό, που δημιουργείται από τον άνθρωπο – κι είναι εξίσου αδύναμος με αυτόν. Στην ποίηση του Λοϊζίδη το τρομερό δεν εκπορεύεται από το ανοίκειο. Εδώ ο άγγελος προκαλεί τον τρόμο ακριβώς λόγω της πτώσης του. Λόγω της μη πληρότητάς του, σε αντίθεση με τους αγαθούς δαίμονες του Ρίλκε. Είναι η θνητότητα των αγγέλων που δίνει τρομερή –σχεδόν φασματική– όψη στα κατά τ’ άλλα ανθρώπινα χαρακτηριστικά τους. Γιατί ο άνθρωπος δεν έχει συνηθίσει τους αγγέλους σε αυτή την οικεία διάσταση. Ακόμα αναμένει απ’ αυτούς να αποκαλύψουν κάποια ανώτερη βούληση ή να μεταφέρουν το άγγελμα από τα ουράνια.

Η αντιστροφή αυτής της κοσμαντίληψης, με τον άγγελο να είναι παρηγορητής και αρωγός του ανθρώπου στον αγώνα του μες στη ζωή, με τον άγγελο να έχει παρεκκλίνει του προορισμού του, αποτελεί μια ποιητικά βλάσφημη αγγελολογία που ανατρέπει τους κανόνες δημιουργίας, μεταφέροντάς τους από το ακατάλυτο του ουρανού στο πεπερασμένο της θάλασσας και του ξύλου. Ο άγγελος του ανθρώπινου δημιουργού είναι μια ακόμα πιο τρομερή μορφή: συνυφασμένη πια με την ύπαρξη κι όχι με το πεπρωμένο, ακολουθεί τα ανθρώπινα πάθη και διαμορφώνεται από αυτά.

Μπροστά σε αυτόν τον άγγελο ακόμα και ο δημιουργός του στέκεται με αμηχανία. Το νέο πρότυπο είναι δύσκολο να δομηθεί κι αποκαλύπτεται σε διάφορες παραλλαγές. Ουσιαστικά, ο Λοϊζίδης υπονομεύει τη δημιουργία όχι μόνο σε μεταφυσικό, αλλά και σε καλλιτεχνικό επίπεδο, όταν αποφαίνεται: «Γλύπτη δεν σε πιστεύω». Η οικεία εικόνα του αγγέλου που περπατάει δίπλα στον άνθρωπο δεν κάμπτει την αδυνατότητα του τελευταίου να δώσει πλήρη μορφή στον αγαθό δαίμονα. Κι ίσως εδώ φυλάσσεται η τρομερή υπόσταση της ομορφιάς που φέρουν οι άγγελοι.

Ωστόσο, ένα είναι βέβαιο: τ’ άστρα δεν είναι πια μέρος της αγγελικής καθημερινότητας. Αυτή πλέον ταυτίζεται με την ομορφιά του ανθρώπινου βίου – ακόμα και στις πιο άγριες και σκληρές εκφάνσεις του. Ο ατελής άγγελος του Λοϊζίδη δεν είναι πλάσμα της αποξένωσης, αλλά της οικειοποίησης – και γι’ αυτό πιο τρομερός.


* Πρωτοδημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Ο Φιλελεύθερος, φ. 22/7/2012