Κυριακή, 26 Οκτωβρίου 2008

Γκέοργκ Τρακλ: Ο Σεβαστιανός στο όνειρο [Sebastian im Traum, 1915]. Επιλεγόμενα ποιήματα.


ΤΟΠΙΟ

(Δεύτερο Σχεδίασμα)

Βράδυ Σεπτέμβρη· θλιμμένες ηχούν οι σκοτεινές φωνές των
βοσκών
στο μισοσκότεινο χωριό· φωτιά στο σιδεράδικο σπιθίζει.
Άλογο μαύρο σηκώνεται δυνατό· οι υακίνθινες μπούκλες
της υπηρέτριας
κυνηγούν την πνοή των πορφυρών του ρουθουνιών.
Ήσυχα κοκαλώνει η κραυγή της ελαφίνας στην άκρη του
δάσους
και τα κίτρινα λουλούδια του φθινοπώρου
γέρνουν βουβά πάνω απ’ τη γαλάζια όψη της λιμνούλας.
Μες στην κόκκινη φλόγα κάηκε ένα δέντρο· με πρόσωπα
σκοτεινά πετούν οι νυχτερίδες.



ΣΤΟ ΑΓΟΡΙ ΕΛΙΣ[1]

Όταν ο κότσυφας φωνάζει στο μαύρο δάσος, Έλις·
αυτός είναι ο χαμός σου.
Τα χείλη σου πίνουν το ψύχος της γαλάζιας πηγής στον βράχο.

Άφησε, όταν το μέτωπο ήσυχα ματώνει,
θρύλους πανάρχαιους
και σκοτεινούς οιωνούς πουλιών.

Μα εσύ πηγαίνεις με βήματα απαλά κατά τη νύχτα
που κρέμεται σταφύλια πορφυρά γεμάτη,
και τα χέρια σαλεύεις ομορφότερος μες στο γαλάζιο.

Εκεί που βρίσκονται οι σελήνες των ματιών σου,
μια βάτος ηχεί.
Ω Έλις, πόσον καιρό είσαι πεθαμένος!

Ένας υάκινθος το σώμα σου·
μέσα του ένας μοναχός βυθίζει τα κέρινά του δάχτυλα.
Μαύρη σπηλιά η σιωπή μας,

απ’ όπου κάποτε ένα ήρεμο ζώο προβάλλει
και χαμηλώνει αργά τα βαριά βλέφαρά του.
Μαύρη δροσιά στους κροτάφους σου στάζει,

ο τελευταίος χρυσός έκπτωτων άστρων.



ΕΛΙΣ

(Τρίτο σχεδίασμα)

1

Απόλυτη η γαλήνη της χρυσής αυτής ημέρας.
Κάτω από γέρικες βελανιδιές
προβάλεις εσύ, Έλις, ήρεμος με στρογγυλά μάτια.

Στο γαλάζιο τους καθρεφτίζεται ο ύπνος των ερωτευμένων.
Στο στόμα σου
βουβάθηκαν οι ρόδινοι στεναγμοί τους.

Το βράδυ ο ψαράς μάζεψε βαριά τα δίχτυα.
Ένας καλός βοσκός
οδηγεί το κοπάδι του στην άκρη του δάσους.
Ω Έλις, πόσο δίκαιες είναι όλες σου οι μέρες!

Σε γυμνά τείχη
βυθίζεται σιγανά η γαλάζια γαλήνη της ελιάς,
το σκοτεινό άσμα ενός γέροντα σβήνει.

Βάρκα χρυσή
λικνίζεται, Έλις, η καρδιά σου μες στον έρημο ουρανό.

2

Ένα απαλό χτύπημα καμπάνας ηχεί στο στήθος του Έλις
το βράδυ,
όταν το κεφάλι του βυθίζεται στο μαύρο μαξιλάρι.

Ένα γαλάζιο αγρίμι
ήσυχα ματώνει στα βάτα.

Ένα σκούρο δέντρο στέκεται μονάχο·
έπεσαν οι γαλάζιοι καρποί του.

Σημεία κι άστρα
βυθίζονται σιγά στη βραδινή λιμνούλα.

Χειμώνιασε πίσω απ’ τον λόφο.

Γαλάζια περιστέρια
πίνουν, τη νύχτα, τον παγερό ιδρώτα που κυλά
απ’ το κρυστάλλινο μέτωπο του Έλις.

Διαρκώς ηχεί
σε μαύρα τείχη ο έρημος άνεμος του Θεού.



Ο ΣΕΒΑΣΤΙΑΝΟΣ[2] ΣΤΟ ΟΝΕΙΡΟ

Του Άντολφ Λόος

1

Η μητέρα πήγαινε το βρέφος μες στο λευκό φεγγάρι,
και τον αφιονισμένο θρήνο της τσίχλας
στης καρυδιάς και της πανάρχαιας κουφοξυλιάς τον ίσκιο·
γαλήνια
έγερνε πάνω τους, με συμπόνια, στο σκοτεινό παράθυρο

μια όψη γενειοφόρα· και τα παλιά οικιακά σκεύη
των πατέρων
κείτονταν ρημαγμένα· αγάπη κι ονειροπόλημα φθινοπωρινό.

Λοιπόν η μέρα σκοτεινή, θλιβερή η παιδική ηλικία,
όταν αγόρι σιγανά κατέβηκε στα παγωμένα νερά και τ’ ασημένια
ψάρια,
όψη κι ησυχία·
όταν πέτρινος ρίχτηκε μπρος στ’ άγρια μαύρα άλογα,
σε γκρίζα νύχτα ήρθε τ’ άστρο από πάνω του·

ή όταν πιασμένος από το παγωμένο χέρι της μητέρας
διάβηκε, βράδυ, το φθινοπωρινό κοιμητήρι του Άγιου Πέτρου[3],
γαλήνια στο σκοτεινό δωμάτιο κείτονταν πτώμα τρυφερό
κι εκείνος καταπάνω του σήκωσε τα κρύα βλέφαρα.

Μα αυτός ήταν πουλάκι σε γυμνό κλαδί,
μακρόσυρτο, τον βραδινό Νοέμβρη, το χτύπημα καμπάνας
κι ο πατέρας γαλήνιος, όταν αυτός στον ύπνο του κατέβηκε
την κυκλική μισοσκότεινη σκάλα.

2

Ειρήνη της ψυχής. Έρημο βράδυ του χειμώνα
και των βοσκών οι σκοτεινές μορφές στη γέρικη λιμνούλα·
βρέφος στην αχυρένια καλύβα· τι σιγανά
βυθίστηκε στον μαύρο πυρετό η όψη.
Άγια νύχτα.

Ή όταν πιασμένος από το σκληρό χέρι του πατέρα
ανέβηκε γαλήνια ο άνθρωπος τον σκοτεινό Γολγοθά
και μέσα από τον θρύλο του, σε κόχες βράχων μισοσκότεινες,
πήγαινε η γαλάζια μορφή του,
κάτω απ’ την καρδιά η πληγή έτρεξε πορφυρό το αίμα.
Τι σιγανά υψώθηκε στη σκοτεινή ψυχή ο σταυρός!

Αγάπη· όταν σε μαύρες γωνίες έλιωσε το χιόνι,
χαρούμενο στη γέρικη κουφοξυλιά και στη θολωτή σκιά της
καρυδιάς
μπλέχτηκε γαλάζιο αεράκι·
και φανερώθηκε στο αγόρι σιγανά ο ρόδινος άγγελός του.

Χαρά· όταν σε παγωμένα δωμάτια αντήχησε μια βραδινή
σονάτα,
στο σκούρο δοκάρι
μία γαλάζια πεταλούδα γδύθηκε τ’ ασημένιο κουκούλι.

Ω, η εγγύτητα του θανάτου! Σε τοίχο πέτρινο
έγερνε ένα κίτρινο κεφάλι, και το παιδί σιωπηλό,
όταν εκείνο τον Μάρτη ρήμαξε το φεγγάρι.

3

Πασχαλινές καμπάνες ρόδινες στον θολωτό τάφο της νύχτας
κι οι ασημοφωνές των άστρων,
ώστε βυθίστηκε σε ρίγη η σκοτεινή παραφροσύνη από το
μέτωπο του αποκοιμισμένου.

Τι γαλήνια κατάβαση βήμα βήμα πλάι στο γαλάζιο ποτάμι
με τον νου στα ξεχασμένα, όταν στο πράσινο κλαδί
κάλεσε η τσίχλα κάτι ξένο στον χαμό.

Ή όταν πιασμένος απ’ του γέροντα το σκελετωμένο χέρι
βάδιζε, βράδυ, μπρος στα πεσμένα τείχη της πόλης
κι εκείνος πήγαινε σε μαύρο παλτό ένα ρόδινο βρέφος,
στης καρυδιάς τον ίσκιο πρόβαλε το Πνεύμα του Κακού.

Ψηλάφημα στα πράσινα σκαλοπάτια του καλοκαιριού. Τι ήσυχα
ρήμαξε ο κήπος μέσα στη σκούρα γαλήνη του φθινοπώρου·
ευωδιά και μελαγχολία της γέρικης κουφοξυλιάς,
όταν στον ίσκιο του Σεβαστιανού έσβησε η ασημοφωνή του
αγγέλου.



ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΚΑΣΠΑΡ ΧΑΟΥΖΕΡ[4]

Της Μπέσι Λόος

Αυτός αλήθεια αγαπούσε τον ήλιο που πορφυρός κατέβαινε
τον λόφο,
τους δρόμους του δάσους, το μαύρο πουλί που τραγουδούσε
και την αγαλλίαση του πράσινου.

Αυστηρή η διαμονή του στον ίσκιο του δέντρου
κι η όψη του καθαρή.
Ο Θεός μίλησε μιαν ήρεμη φλόγα στην καρδιά του:
ω άνθρωπε!

Γαλήνιο το βήμα του βρήκε την πόλη το βράδυ·
το στόμα του μίλησε το σκοτεινό παράπονο:
θέλω να γίνω ιππέας.

Ωστόσο θάμνος και ζώο τον ακολουθούσε,
σπίτι και μισοσκότεινος κήπος λευκών ανθρώπων·
κι ο φονιάς του τον αναζητούσε.

Άνοιξη, καλοκαίρι κι όμορφο το φθινόπωρο
του δίκαιου ανθρώπου, σιγανός ο βηματισμός του
στα σκοτεινά δωμάτια εκείνων που ονειρεύονται.
Τη νύχτα έμεινε μόνος με το άστρο του.

Χιόνι είδε να πέφτει σε γυμνό κλαδί
και τον ίσκιο του φονιά στον μισοσκότεινο διάδρομο.

Ασημένιο έπεσε του αγέννητου ανθρώπου το κεφάλι.



ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ

(Δεύτερο σχεδίασμα)

Φθινόπωρο· μαύρος βηματισμός στην άκρη του δάσους· στιγμή βουβής καταστροφής· το μέτωπο του λεπρού κρυφακούει κάτω απ’ το γυμνό δέντρο. Βράδυ τώρα, περασμένο προ πολλού, πέφτει πάνω απ’ τα βρυώδη σκαλοπάτια· Νοέμβρης. Καμπάνα ηχεί και ο βοσκός ένα κοπάδι μαύρα, κόκκινα άλογα στο χωριό οδηγεί. Κάτω απ’ τις αγριοφουντουκιές ο πράσινος κυνηγός ξεκοιλιάζει ένα αγρίμι. Τα χέρια του αίμα αχνίζουν κι ο ίσκιος του ζώου, σκούρος και σιωπηλός, μες στο φύλλωμα στενάζει, πάνω απ’ τα μάτια του ανδρός· το δάσος. Κάργιες σκορπίζουν· τρεις. Το πέταγμά τους μοιάζει με σονάτα, γεμάτη ακόρντα που σβήνουν κι ανδρική μελαγχολία· σιγά διαλύεται σύννεφο χρυσό. Κοντά στον μύλο αγόρια ανάβουνε φωτιά. Φλόγα: ο αδελφός του κάτωχρου ανθρώπου κι εκείνος γελάει κρυμμένος στα πορφυρά μαλλιά του· ή είναι ο τόπος του εγκλήματος· μέσα του ένας πέτρινος δρόμος περνάει. Οι βερβερίτσες χάθηκαν, εδώ και χρόνια υπάρχει κάτι που ονειρεύεται στο μολυβένιο αέρα κάτω απ’ τα πεύκα· αγωνία, πράσινο σκοτάδι, γουργουρητό ενός που πνίγεται: από την έναστρη λιμνούλα μεγάλο μαύρο ψάρι τραβάει ο ψαράς· όψη γεμάτη ωμότητα και παραφροσύνη. Οι φωνές των καλαμιών· στα νώτα ανδρών που φιλονικούν, πηγαίνει αυτός με κόκκινη βάρκα, στα παγωμένα νερά του φθινοπώρου, ζώντας σε σκοτεινά παραμύθια της γενιάς του· και πέτρινα τα μάτια ανοίγουν πάνω από νύχτες και παρθενικούς τρόμους. Κακό.
Τι σ’ αναγκάζει να σταθείς αμίλητος στη ρημαγμένη σκάλα του πατρικού σου; Μολυβένιο μαύρο. Τι σηκώνεις προς τα μάτια με χέρι ασημένιο και σαν αφιονισμένα τα βλέφαρα χαμηλώνουν; Αλλά μέσα από το πέτρινο τείχος, βλέπεις τον έναστρο ουρανό, τον γαλαξία, τον Κρόνο· κόκκινο. Με λύσσα χτυπάει το γυμνό δέντρο στο πέτρινο τείχος. Εσύ στα ρημαγμένα σκαλοπάτια: δέντρο, αστέρι, πέτρα! Εσύ: ζώο γαλάζιο, που ήσυχα τρέμει· εσύ: ο χλωμός ιερέας, που το σφάζει στον μαύρο βωμό. Ω το χαμόγελό σου στο σκοτάδι, θλιμμένο και κακό, ώστε ένα παιδί στον ύπνο του χλομιάζει. Μια κόκκινη φλόγα σηκώθηκε απ’ το χέρι σου· μέσα της κάηκε μια νυχτοπεταλούδα. Ω η φλογέρα του φωτός· ω η φλογέρα του θανάτου. Τι σε ανάγκασε να σταθείς αμίλητος στη ρημαγμένη σκάλα του πατρικού σου; Κάτω ένας άγγελος με δάχτυλο κρυστάλλινο χτυπάει την πύλη.
Ω η κόλαση του ύπνου· δρομάκι σκοτεινό, σκούρος μικρός κήπος. Η μορφή της νεκρής σιγά ηχεί μες στο γαλάζιο βράδυ. Πράσινα λουλουδάκια την ξεγελούν κι η όψη της την έχει εγκαταλείψει. Ή γέρνει χλωμή στο σκοτάδι του διαδρόμου πάνω απ’ το κρύο μέτωπο του δολοφόνου· λατρεία, φλόγα πορφυρή της ηδονής· ξεψυχώντας έπεσε ο αποκοιμισμένος πάνω από μαύρα σκαλοπάτια στο σκοτάδι.
Κάποιος σ’ εγκατέλειψε στο σταυροδρόμι κι ώρα πολλή κοιτάζεις πίσω. Ασημένιο το βήμα στον ίσκιο από μικρές ανάπηρες μηλιές. Πορφυρός λάμπει ο καρπός στο μαύρο κλαδί και στο χορτάρι το φίδι αλλάζει το δέρμα του. Ω, το σκοτάδι· ο ιδρώτας που κυλά από το παγερό μέτωπο και τα θλιβερά όνειρα του κρασιού, στο καπηλειό του χωριού, κάτω από μαυροκαπνισμένα δοκάρια. Εσύ: ακόμη αγριότοπος, που μαγεύει ρόδινα νησιά από σκούρα σύννεφα καπνού κι από μέσα του βγάζει την άγρια κραυγή του γύπα, όταν, πάνω από μαύρους σκοπέλους, κυνηγά στη θάλασσα, στη θύελλα και στον πάγο. Εσύ: μέταλλο πράσινο κι από μέσα πρόσωπο πυρωμένο, που θέλει να φύγει και να τραγουδήσει απ’ τον κοκάλινο λόφο τους ζοφερούς καιρούς και τη φλεγόμενη πτώση του αγγέλου. Ω η απόγνωση, που πέφτει στα γόνατα βγάζοντας άλαλη κραυγή.
Ένας νεκρός σ’ επισκέπτεται. Το από μόνο του χυμένο αίμα τρέχει από την καρδιά κι ανείπωτη στιγμή φωλιάζει σε μαύρο φρύδι· συνάντηση σκοτεινή. Εσύ: ένα φεγγάρι πορφυρό, όταν εκείνος φαίνεται στον πράσινο ίσκιο της ελιάς. Αιώνια νύχτα τον ακολουθεί.



ΕΝΑ ΧΕΙΜΩΝΙΑΤΙΚΟ ΒΡΑΔΥ

(Δεύτερο σχεδίασμα)

Όταν το χιόνι στο παράθυρο πέφτει
μακρόσυρτα η βραδινή καμπάνα σημαίνει·
το σπίτι πλούσια εφοδιασμένο
και το τραπέζι στρωμένο· κόσμο περιμένει.

Περιπλανήθηκε, χάθηκε στους δρόμους·
φτάνει στην πύλη από μονοπάτι σκοτεινό.
Χρυσό το δέντρο της Χάρης ανθίζει
απ’ της γης τον παγωμένο χυμό.

Γαλήνιος μπαίνει μέσα ο οδοιπόρος·
πόνος το κατώφλι έχει πετρώσει.
Λάμπουν σε διάφανο φως:
ψωμί και κρασί· το τραπέζι έχουν στρώσει.



ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΗ ΨΥΧΗ

(Δεύτερο σχεδίασμα)

Φωνή του κυνηγού και γάβγισμα αιμοβόρο·
πίσω από σκούρο λόφο και σταυρό
αργά τυφλώνεται ο καθρέφτης της λιμνούλας
και κράζει το γεράκι: σκληρό και φωτεινό.

Πάνω από μονοπάτι και θερισμένο αγρό
ήδη μία μαύρη σιωπή τρομάζει·
καθαρός στα κλαδιά ουρανός·
και μόνο το ρυάκι ανάλαφρα, μονότονα παφλάζει.

Σε λίγο ξεγλιστρούν ψάρι κι αγρίμι·
ψυχή γαλάζια, σκοτεινή στους δρόμους βόλτα.
Γρήγορα από άλλους, αγαπημένους, μας χωρίζει.
Το βράδυ αλλάζει νόημα κι εικόνα.

Άρτος και Οίνος δίκαιης ζωής·
στα γαλήνια χέρια σου και μόνο
αφήνει ο άνθρωπος, Θεέ, το σκοτεινό τέλος,
όλο το χρέος και τον κόκκινο πόνο.



ΓΕΝΝΗΣΗ

Βουνά: μαύρο, σιωπή και χιόνι.
Κόκκινο κατεβαίνει το θήραμα απ’ το δάσος·
Ω, τα βρυώδη μάτια του θηρίου.

Η γαλήνη της μητέρας· όταν προβάλλει έκπτωτη
η παγωμένη σελήνη κι ανοίγουν τ’ αποκοιμισμένα χέρια
κάτω απ’ τα μαύρα έλατα.

Ω, η γέννηση του ανθρώπου· σκοτεινά παφλάζουν
τα γαλάζια νερά στον βραχώδη βυθό.
Στενάζοντας κοιτάζει την εικόνα του ο έκπτωτος άγγελος,

στο πνιγηρό δωμάτιο ξυπνάει κάτι χλωμό.
Δύο φεγγάρια λάμπουνε
τα μάτια της πέτρινης γριάς.

Αλίμονο, η κραυγή της γέννας· με μαύρη φτερούγα
η νύχτα αγγίζει τον κρόταφο του αγοριού,
χιόνι, που πέφτει σιγανά από πορφυρό σύννεφο.



Ο ΧΑΜΟΣ

Στον Καρλ Μπορομέους Χάινριχ

(Τρίτο σχεδίασμα)

Χάθηκαν τ’ άγρια πουλιά
πάνω απ’ την άσπρη λίμνη.
Το βράδυ φυσά από τ’ άστρα μας ένας παγερός αέρας.

Πάνω απ’ τους τάφους μας
γέρνει το κομματιασμένο μέτωπο της νύχτας.
Κάτω από βελανιδιές πηγαίνουμε με ασημένια βάρκα.

Διαρκώς ηχούν τ’ άσπρα τείχη της πόλης.
Κάτω από αψίδα αγκάθινη,
αδερφέ μου, αναρριχόμαστε δείκτες τυφλοί προς τα μεσάνυχτα.



Σ’ ΕΝΑΝ ΠΡΩΙΜΑ ΝΕΚΡΟ

Ω ο μαύρος άγγελος, που φάνηκε σιγά μέσα απ’ το δέντρο,
πράοι όταν μαζί, το βράδυ, παίζαμε
στο χείλος του γαλάζιου πηγαδιού.
Ήσυχο ήταν το βήμα μας και τα στρογγυλά μάτια μες
στη σκούρα παγωνιά του φθινοπώρου,
κι αχ η πορφυρή γλυκύτητα των άστρων.

Αυτός όμως κατέβηκε τα πέτρινα σκαλιά του Μένχσμπεργκ[5]·
γαλάζιο χαμόγελο στην όψη και παράξενα κουκουλωμένος
στα πιο ήσυχα παιδικά του χρόνια· και πέθανε·
κι απέμεινε η ασημένια όψη του φίλου στον κήπο
να κρυφακούει στη φυλλωσιά ή στο παλιό πέτρωμα.

Η ψυχή τραγούδησε τον θάνατο, την πράσινη σήψη
της σάρκας,
κι ήταν το θρόισμα του δάσους,
κι ο φλογερός ο θρήνος του αγριμιού.
Διαρκώς ηχούσαν από μισοσκότεινους πύργους οι γαλάζιες
καμπάνες του βραδινού.

Κι ήρθε η ώρα, όταν εκείνος είδε στον πορφυρό ήλιο τους
ίσκιους,
τους ίσκιους της σαπίλας στο γυμνό κλαδί·
βράδυ, όταν σε μισοσκότεινα τείχη τραγούδησε ο κότσυφας,
γαλήνια στο δωμάτιο φάνηκε το πνεύμα του πρώιμα νεκρού.

Ω το αίμα, που τρέχει απ’ το λαρύγγι εκείνου που ακούστηκε,
γαλάζιο λουλούδι· ω το πύρινο
δάκρυ μες στη νύχτα.

Σύννεφο χρυσό και χρόνος. Συχνά στο έρημο δωμάτιο
προσκαλείς τον νεκρό,
βαδίζεις κάτω από φτελιές κι εμπιστευτικά συνομιλείς
κατεβαίνοντας τον πράσινο ποταμό.



ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΩΝ ΔΥΤΙΚΩΝ ΧΩΡΩΝ

Ω της ψυχής νυχτερινό φτεροκόπημα:
κάποτε πηγαίναμε βοσκοί σε μισοσκότεινα δάση
κι ακολουθούσε το κόκκινο αγρίμι, το πράσινο λουλούδι
και η πηγή ψελλίζοντας
όλο ταπεινοσύνη. Ω, ο πανάρχαιος τόνος του γρύλου,
αίμα ανθίζοντας στον πέτρινο βωμό
κι η κραυγή του έρημου πουλιού πάνω απ’ την πράσινη
γαλήνη της λιμνούλας.

Ω, εσείς σταυροφορίες και φλογερά μαρτύρια
της σάρκας, πτώσεις πορφυρών καρπών,
το βράδυ, στον κήπο που βάδιζαν, καιρό πριν, ευσεβείς
μαθητές·
τώρα πολεμιστές, ξυπνώντας από πληγές κι αστρόνειρα.
Ω, η απαλή δέσμη των κυανών ανθών της νύχτας.

Ω, καιροί εσείς της γαλήνης και των χρυσών φθινοπώρων,
όταν φιλήσυχοι μοναχοί πατούσαμε τα πορφυρά σταφύλια·
κι έλαμπαν λόφοι και δάση γύρω.
Ω, εσείς θηράματα και πύργοι· ησυχία του βραδινού·
όταν ο άνθρωπος στοχαζόταν το δίκαιο μες στο δωμάτιο του
πάλευε σε άλαλη προσευχή για του Θεού τη ζώσα Κεφαλή.

Ω, η πικρή ώρα του χαμού,
σαν αντικρίζουμε στα μαύρα νερά μια πέτρινη όψη.
Όμως ακτινοβολώντας σηκώνουν –ένα φύλο– τ’ ασημένια
βλέφαρα
οι ερωτευμένοι. Λιβάνι ξεχύνεται από ρόδινα προσκέφαλα
και το γλυκό άσμα αυτών που αναστήθηκαν.



Σ’ ΕΚΕΙΝΟΥΣ ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΒΟΥΒΑΘΕΙ

Ω, η παραφροσύνη της μεγάλης πόλης, όταν το βράδυ
κοκαλώνουν δέντρα ανάπηρα στο μαύρο τείχος,
από ασημένια μάσκα το Πνεύμα του Κακού κοιτάζει·
φως με μάστιγα μαγνητική απωθεί την πέτρινη νύχτα.
Ω, ο βυθισμένος ήχος, το βράδυ, της καμπάνας.

Πόρνη, που μες σε ρίγη παγερά γεννάει ένα νεκρό παιδί.
Με λύσσα μαστιγώνει ο θυμός του Θεού το μέτωπο του
δαιμονισμένου,
πορφυρός λοιμός, πείνα, που πράσινα μάτια κομματιάζει.
Ω, το φριχτό γέλιο του χρυσού.


Γαλήνια όμως σε σκοτεινή σπηλιά μια ακόμα πιο βουβή
ανθρωπότητα ματώνει
και συναρμολογεί από μέταλλα σκληρά την λυτρωτική Κεφαλή.



Ο ΗΛΙΟΣ

Κάθε μέρα έρχεται ο κίτρινος ήλιος πάνω απ’ τον λόφο.
Ωραίο είναι το δάσος, το ζώο σκοτεινό,
ο άνθρωπος: κυνηγός ή βοσκός.

Κοκκινωπό ανεβαίνει το ψάρι στην πράσινη λίμνη.
Κάτω απ’ τον στρογγυλό ουρανό
περνάει σιγά σε γαλάζια βάρκα ο ψαράς.

Αργά ωριμάζει το σταφύλι, το στάρι.
Όταν η μέρα γαλήνια γέρνει
κάτι καλό και κακό έτοιμο περιμένει.

Όταν νυχτώνει,
σιγανά ο οδοιπόρος σηκώνει τα βαριά βλέφαρα του·
ήλιος ξεσπάζει από φαράγγι ζοφερό.



ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

Το βράδυ σωπαίνει ο θρήνος
του κούκου στο δάσος.
Βαθύτερα γέρνει το στάχυ
κι η κόκκινη παπαρούνα.

Πάνω απ’ τον λόφο απειλεί
μαύρη καταιγίδα.
Το παλιό τραγούδι του γρύλου
ξεψυχά στον αγρό.

Το φύλλωμα της καστανιάς
πια δεν σαλεύει.
Το φόρεμά σου θροΐζει
στο γύρισμα της σκάλας.

Γαλήνια φέγγει το κερί
στο σκοτεινό δωμάτιο·
ένα ασημένιο χέρι
το ’σβησε·

άπνοια, νύχτα δίχως άστρα.



ΑΝΟΙΞΗ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ

Κραυγή μέσα στον ύπνο· σε μαύρα σοκάκια ο άνεμος ξεσπά,
το γαλανό της άνοιξης πίσω από κλαδιά που σπάζουν γνέφει,
πορφυρή δροσιά νυχτερινή και σβήνουν τ’ άστρα γύρω.
Πρασινωπό ξημερώνει το ποτάμι, ασημένιες οι γέρικες
δεντροστοιχίες
κι οι πύργοι της πόλης. Ω μέθη απαλή
σε βάρκα που γλιστρά κι οι σκοτεινές φωνές του κότσυφα
σε παιδικούς κήπους. Ήδη η ρόδινη άνθιση αραιώνει.

Γιορτινά παφλάζουν τα νερά. Ω οι νοτισμένοι ίσκιοι του
λιβαδιού,
το ζώο που βαδίζει· κλαδί ανθισμένο που πρασινίζει
αγγίζει το κρυστάλλινο μέτωπο· βάρκα λαμπερή λικνίζεται.
Σιγά στον λόφο ηχεί μέσα σε ρόδινα σύννεφα ο ήλιος.
Μεγάλη η γαλήνη στο ελατόδασος, αυστηροί οι ίσκιοι στο
ποτάμι.

Αγνότητα! Αγνότητα! Πού είναι τα φρικτά μονοπάτια
του θανάτου,
της γκρίζας πέτρινης σιωπής, οι βράχοι της νύχτας
κι οι ανήσυχοι ίσκιοι; Ακτινοβόλα η άβυσσος του ήλιου.

Όταν σε βρήκα στο έρημο ξέφωτο, αδελφή,
ήταν μεσημέρι κι η σιωπή του ζώου μεγάλη·
λευκή κάτω από άγριες βελανιδιές εσύ, κι ασημένιο άνθιζε
τ’ αγκάθι.
Σφοδρός ο θάνατος· κι η φλόγα μες στην καρδιά που
τραγουδάει.

Σκοτεινότερα κυκλώνουν τα νερά των ψαριών τα όμορφα
παιχνίδια.
Ώρα του πένθους, θέα του ήλιου σιωπηλή·
Κάτι ξένο είναι η ψυχή επί γης. Δαιμονικά σκοτεινιάζει
το γαλάζιο πάνω απ’ το ξυλοκόπημα του δάσους και στο χωριό
χτυπά μακρόσυρτα μια σκοτεινή καμπάνα· ειρηνική συνοδεία.
Γαλήνια ανθίζει η μυρτιά πάνω απ’ τα λευκά βλέφαρα του
νεκρού.

Σιγά ηχούν τα νερά μέσα στο απόγευμα που πέφτει
και πρασινίζει σκοτεινότερος στην όχθη ο αγριότοπος, χαρά
στον ρόδινο άνεμο·
το απαλό άσμα του αδελφού, το βράδυ, στον λόφο.



ΑΣΜΑ ΤΟΥ ΑΠΟΜΟΝΩΜΕΝΟΥ

Στον Καρλ Μπορομέους Χάινριχ

Γεμάτο αρμονίες το πέταγμα των πουλιών. Το βράδυ
μαζεύτηκαν σε πιο ήσυχες καλύβες τα πράσινα δάση·
τα κρυστάλλινα βοσκοτόπια του ζαρκαδιού.
Κάτι σκοτεινό ησυχάζει το μουρμουρητό του ρυακιού,
τους νοτισμένους ίσκιους

και τ’ άνθη του καλοκαιριού, που όμορφα στον άνεμο ηχούν.
Ήδη το μέτωπο του σκεπτικού ανθρώπου σκοτεινιάζει.

Κι ένα καντήλι, το Καλό, φωτίζει μέσα στην καρδιά του
και του δείπνου η ειρήνη· γιατί αγιασμένος ο Άρτος και ο Οίνος
απ’ τα χέρια του Θεού,
κι ο αδελφός, που ξεκουράζεται από αγκάθινη πορεία, με μάτια
νυχτερινά, ήσυχα, σε κοιτάζει.
Ω η διαμονή στης νύχτας το έμψυχο γαλάζιο.

Και μ’ αγάπη αγκαλιάζει στο δωμάτιο η σιωπή τους ίσκιους των
γέρων,
τα πορφυρά μαρτύρια· θρήνος μιας μεγάλης γενιάς,
που μ’ ευλάβεια περνά στον έρημο εγγονό.

Γιατί πάντα αυτός που υποφέρει ξυπνά πιο λαμπερός
από μαύρες στιγμές παραφροσύνης σε πετρωμένο κατώφλι
και δριμύ τον αγκαλιάζει το ψυχρό γαλάζιο και το φωτεινό
γέρμα του φθινοπώρου·

το ήσυχο σπίτι κι οι μύθοι του δάσους,
μέτρο και νόμος και τα σεληνιακά μονοπάτια των Απομονωμένων.



ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

1. Συμβολική μορφή αγοριού στην ποίηση του Τρακλ.

2. Χριστιανός μάρτυρας· αξιωματικός στη Ρώμη του 3ου ή 4ου αιώνα μ.Χ.

3. Νεκροταφείο στο Σάλτσμπουργκ, κάτω από βράχους απόκρημνους.

4. Μορφή αινιγματική ως και σήμερα· πλην όμως ιστορική. Εμφανίστηκε στη Νυρεμβέργη το 1828· ένας έφηβος, δεκαέξι περίπου ετών, ντυμένος σαν αγρότης. Οι πρώτοι άνθρωποι που τον συνάντησαν και του μίλησαν, νόμισαν πως ήταν μουγκός ή μεθυσμένος. Είχε ένα γράμμα για τον λοχαγό της 4ης ίλης ιππικού του 6ου συντάγματος. Ένας παπουτσής τον οδήγησε στο σπίτι του λοχαγού· το αγόρι επαναλάμβανε διαρκώς: «Θέλω να γίνω ιππέας, σαν τον πατέρα μου». Σε καμία από τις ερωτήσεις που του έκαναν δεν μπόρεσε ν’ απαντήσει με σαφήνεια. Το πνευματικό του επίπεδο ήταν παιδιού τριών-τεσσάρων ετών. Όταν του έδωσαν χαρτί και μολύβι, έγραψε το όνομα «Κάσπαρ Χάουζερ». Το γράμμα, αγνώστου αποστολέα, ζητούσε από τον λοχαγό να πάρει υπό την προστασία του το αγόρι, παράκληση στην οποία ανταποκρίθηκε ο λοχαγός και κράτησε σπίτι του τον Κάσπαρ. Το αγόρι ήταν υγιές· ένα αθώο χαμόγελο ήταν η μοναδική έκφραση του προσώπου του, αλλά δεν ήξερε να χρησιμοποιεί τα χέρια του και βάδιζε με τρομερή αστάθεια, σαν παιδί που μόλις είχε αρχίσει να περπατάει. Τραύλιζε σαν μικρό παιδί· τρεφόταν μόνο με ψωμί και νερό (ο οργανισμός του δε δεχόταν άλλη τροφή) κι έμοιαζε να μην έχει επίγνωση της διαφοράς των δύο φύλων. Με τη βοήθεια κάποιου γιατρού Ντάουμερ, που ανέλαβε την εκπαίδευσή του, ο ίδιος ο Κάσπαρ κατόρθωσε να ρίξει λίγο φως στο μυστηριώδες παρελθόν του. Πριν έρθει στη Νυρεμβέργη, είχε δει μονάχα έναν άνθρωπο. Ζούσε σ’ ένα πολύ μικρό σκοτεινό παράπηγμα. Κοιμόταν σε αχυρένιο κρεβάτι. Φορούσε πουκάμισο και δερμάτινο παντελόνι. Κάθε πρωί έβρισκε ψωμί και νερό δίπλα στο κρεβάτι. Καμιά φορά το νερό είχε πικρή γεύση. Αποκοιμιόταν κι όταν ξυπνούσε κάποιος του είχε αλλάξει ρούχα και του είχε κόψει τα νύχια. Ποτέ δεν υπήρχε φως στην αποθηκούλα. Κάποια μέρα ήρθε ένας άντρας. Του έμαθε να γράφει «Κάσπαρ Χάουζερ» και να λέει «Θέλω να γίνω ιππέας, σαν τον πατέρα μου». Ύστερα τον έβγαλε έξω απ’ τη μικρή αποθήκη. Το αγόρι λιποθύμησε απ’ το φως και τον αέρα. Το επόμενο που θυμόταν ήταν να περπατάει προς την Νυρεμβέργη.

Κόσμος απ’ όλη την Ευρώπη ενδιαφέρθηκε για τον Κάσπαρ. Εξαιτίας της εκπληκτικής του ομοιότητας με μέλη της οικογένειας του Μεγάλου Δούκα του Μπάντεν, συνδέθηκε μαζί τους. Περίπου τον ίδιο καιρό που γεννήθηκε ο Κάσπαρ, είχαν πεθάνει δυο νήπια, διάδοχοι του θρόνου του Μεγάλου Δούκα. Αμέσως μετά το θάνατο του Μεγάλου Δούκα, το Μάρτιο του 1830, ο Βρετανός Λόρδος Στάνχοπ, προσποιούμενος τον φίλο του διαδόχου, Μεγάλου Δούκα Λεοπόλδου, ανέλαβε την κηδεμονία του Κάσπαρ. Μάλιστα, δήλωσε δημόσια πως ο Κάσπαρ ήταν ουγγρικής καταγωγής και δεν είχε καμιά συγγένεια με την οικογένεια του Μεγάλου Δούκα· τον κατηγόρησε για απάτη. Ο Γερμανός νομικός, Άνσελμ Ρίττερ φον Φόυερμπαχ, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο Κάσπαρ ήταν νόμιμος γιος του Μεγάλου Δούκα κι ότι κάποιος άλλος διάδοχος-διεκδικητής του θρόνου προσπάθησε να τον απομακρύνει από την οικογένεια. Ο Φόυερμπαχ πέθανε το 1833· φήμες έλεγαν πως τον δηλητηρίασαν, γιατί είχε βρει αποδείξεις για την πραγματική καταγωγή του Κάσπαρ. Κάτι τέτοιο όμως δεν αποδείχθηκε ποτέ. Το 1833, κάποιο απόγευμα του Δεκεμβρίου, ο Κάσπαρ οδηγήθηκε στο πάρκο Ανσμπάχερ Χοφγκάρτεν να συναντήσει κάποιον άντρα, που θα του έδινε, όπως του είχε υποσχεθεί, πληροφορίες για την μυστηριώδη γέννηση και καταγωγή του. Ο άντρας τον μαχαίρωσε στο στήθος. Ο Κάσπαρ κατόρθωσε, αν και τραυματισμένος, να φτάσει σπίτι του, όμως τρεις μέρες αργότερα πέθανε. Διαδόθηκε πως η Μεγάλη Δούκισσα Στεφανία του Μπάντεν, η υποτιθέμενη μητέρα του Κάσπαρ, θρήνησε πικρά για τον χαμό του. Ο σύζυγος της, Καρλ Φρήντριχ, ήταν ο τελευταίος διάδοχος, όμως δεν είχε παιδιά κι ο θρόνος περνούσε στην κοντέσα φον Χόχμπεργκ, τη δεύτερη σύζυγο του Φρήντριχ. Φήμες λένε πως η κοντέσα είχε αλλάξει το πρώτο παιδί της Στεφανίας με το νεκρό παιδί ενός αγρότη· ο Κάσπαρ Χάουζερ δόθηκε σε κάποιον λοχαγό ονόματι Χεννενχόφερ κι αυτός με τη σειρά του το έδωσε σ’ έναν πρώην στρατιώτη. Λέγεται πως ο λοχαγός Χεννενχόφερ, τα παραδέχτηκε όλα αυτά όταν ρωτήθηκε απ’ τον Μεγάλο Δούκα Λεοπόλδο.

5. Ονομασία απόκρημνης βουνοπλαγιάς, που περιβάλλεται σχεδόν κυκλικά από το Σάλτσμπουργκ, αφού η πόλη χτίστηκε τον 7ο αιώνα με κέντρο το μοναστήρι του Μένχσμπεργκ.



ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ