Πέμπτη, 31 Δεκεμβρίου 2009

Νοβάλις: Ύμνοι στη Νύχτα, VI [Νοσταλγώντας τον θάνατο]

VI

Νοσταλγώντας τον θάνατο

Βαθιά στην αγκαλιά της γης, όπου το φως δεν έχει εξουσία, εκεί είναι το παράφορο πλήγμα και το μένος της οδύνης, ευνοϊκοί οιωνοί για το ταξίδι. Γρήγορα πλησιάζουμε την όχθη του ουρανού με τη στενή μας βάρκα.

Ευλογημένη η ακατάλυτη νύχτα που μας τάχθηκε, ο ύπνος ο γαλήνιος που διαρκεί το Αιώνιο. Όντως, μας ζέστανε η μέρα· μας μάραναν τα θλιβερά της έργα. Μας κούρασε η χαρά του ξένου· ας επιστρέψουμε στο σπίτι του Πατέρα!

Τι θέλουμε στον κόσμο αυτόν με την αγάπη και την πίστη μας; Ό,τι παλιό θα γκρεμιστεί· τότε, το Νέο τι θα μας υποσχεθεί; Αχ, έρημος στέκεται –βαθύς στεναγμός– όποιος με ευλάβεια και πάθος αγαπάει το Παρελθόν:

όπου εκτυφλωτικές οι αισθήσεις έκαιγαν σε φλόγες ψηλές· όπου οι άνθρωποι ακόμη αναγνώριζαν το χέρι και την όψη του Πατέρα. Κι απ’ τα μεγάλα πνεύματα, πολλοί ακόμη έμοιαζαν, με απλότητα, στην αρχέτυπη εικόνα τους.

Όπου ακόμη έλαμπαν πανάρχαιοι κορμοί πλήθος άνθη και τα παιδιά ζητούσαν την οδύνη και τον θάνατο για το Βασίλειο των Ουρανών. Όπου η χαρά μιλούσε κι η ζωή· κι ωστόσο, σπάραζε η καρδιά πολλών γι’ αγάπη.

Όπου ο Θεός φανέρωσε με πάθος νεανικό τον εαυτό του και τη γλυκιά ζωή, με αγάπη, αφιέρωσε στον πρόωρο θάνατό του. Ο τρόμος κι η οδύνη δεν πηγάζουν απ’ Αυτόν· το Τέλος Του ό,τι μας έμεινε: ακριβό.

Με έντρομη νοσταλγία βλέπουμε το Παρελθόν τυλιγμένο την ερεβνή νύχτα. Η δίψα μας δεν θα σβήσει ποτέ μέσα στο Εφήμερο των εποχών. Πρέπει να επιστρέψουμε στην πατρίδα για να δούμε τον κάποτε εκείνον άγιο Καιρό.

Τι αργεί ακόμη αυτόν τον γυρισμό; Οι αγαπημένοι μας αναπαύονται ήδη από καιρό. Έγκλειστη κρατάει ο τάφος τους τη ροή του βίου μας. Πλέον, δεν έχουμε να αναζητήσουμε κάτι. Η καρδιά χορτάτη – ο κόσμος είναι που πεινάει.

Αδιάκοπο, κρυφό ένα ρίγος γλυκό μάς διαπερνάει – μου φαίνεται πως απαντάει στον θρήνο μας αντίλαλος από τις έγκατες εκτάσεις. Οι αγαπημένοι νοσταλγούν καθώς εμείς κι έστειλαν μια ανάσα νοσταλγία σημάδι.

Κάτω, στη νύφη τη γλυκιά, στον Ιησού τον Αγαπημένο – κουράγιο σ’ εκείνους που αγαπούν, τους λυπημένους: φέγγει η αυγή του βραδινού. Όνειρο σπάζει τα δεσμά και μας βυθίζει στου Πατρός την αγκαλιά.


NOVALIS [1772-1801]
Γερμανός ποιητής

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ