Σάββατο, 8 Νοεμβρίου 2008

Μαρτυρίες για τον Γκέοργκ Τρακλ [Ι]


Το έργο του, έκφραση της πιο γνήσιας μορφής της λυρικής ποίησης, αξιοσημείωτα μικρό σε όγκο κι ιδιόρρυθμα μονότονο στο μεγαλύτερο μέρος της πεσιμιστικής του εκφοράς, είναι έργο μυθικής, μαγικής ομορφιάς.

[...]

Οι φαντασιώσεις του Τρακλ μες στον ερμητισμό του συμβολικού τους περιεχομένου μπορούν να παρομοιαστούν με μύθους ή παραμύθια· ωστόσο ενσωματώνουν το πνευματικό πεπρωμένο ενός μοναδικού ατόμου κι ως εκ τούτου αποκαλύπτουν την ευρύτητα μιας ολοκληρωμένης προσωπικότητας, προσφέροντας την τέλεια σχεδόν εικόνα ενός νευρωτικού συστήματος, το οποίο δομείται κυρίως στη βάση δύο δεδομένων: της μεγαλοφυΐας και κάποιου νεανικού σεξουαλικού παραπτώματος.


Όττο Μπάζιλ [Otto Basil, 1901-1983]

Συγγραφέας, δημοσιογράφος και συνεκδότης

του περιοδικού Das Wort.




Οι αναμνήσεις μου απ’ τον Τρακλ φτάνουν πολύ πίσω στον χρόνο· στον καιρό που ήμασταν μαθητές του δημοτικού· τον βλέπω ακόμη μπροστά μου, όπως στεκόταν στην προκυμαία του ποταμού Ζάλτσαχ, μπροστά από το Προτεσταντικό σχολείο, στο οποίο φοιτούσα, να παρακολουθεί, μαζί με την αδερφή του, το μάθημα των θρησκευτικών... ένα μικρό περιποιημένο αγόρι, με μακριά ξανθά μαλλιά, που το συνόδευε μία γαλλίδα γκουβερνάντα. Για μας, τους κοινούς μαθητές, εκείνοι που έρχονταν μερικά μόνο απογεύματα για το μάθημα των θρησκευτικών, έμοιαζαν πάντοτε ιδιαίτερα «καθώς πρέπει»· όμως ο Τρακλ έδειχνε μια δειλή ανάγκη για απομόνωση, κρατώντας τους άλλους σε απόσταση. Παρ’ όλα αυτά, κάπως έτυχε να συναντηθούμε τότε, να μιλήσουμε και να γνωριστούμε. Στο γυμνάσιο ήταν μια τάξη μεγαλύτερος από μένα.


Έρχαρντ Μπούσμπεκ [Erhard Buschbeck, 1889-1960]

Παιδικός φίλος του Τρακλ.




Η τελευταία μου εκδρομή με τον ποιητή της γλυκιάς θλίψης ήταν από το Ίνσμπρουκ, μέσα από τ’ ανοιξιάτικα χωριά, στο Χαλ· εκείνο τον καιρό μάθαινε ο ένας τον άλλον καλύτερα. Μιλούσε προσεκτικά, μ’ επιφύλαξη, πολύ συχνά σε παιδιά που συναντούσαμε· ειδάλλως μιλούσε ακατάπαυστα για τον θάνατο. Όταν το βράδυ έπρεπε να χωριστούμε, μου φαινόταν πως κρατούσα στα χέρια μου ένα πολύτιμο δώρο απ’ τον Τρακλ: ένιωθα τρυφερές συλλαβές ν’ ανθίζουν προσεκτικά η μία δίπλα στην άλλη, κατανοητές κυριολεκτικά μόνο μεταξύ μας. Μπροστά στην Στύγα συλλογίστηκα αυτήν ακριβώς την φράση: ο τρόπος του θανάτου δεν έχει καμία σημασία: ο θάνατος είναι τόσο φρικτός, εξ’ αιτίας της πτώσης, ώστε κάθε τι που μπορεί να προηγήθηκε ή να τον ακολουθεί μοιάζει ασήμαντο. Πέφτουμε σ’ ένα ακατανόητο σκοτάδι. Πώς μπορεί ο θάνατος, το δευτερόλεπτο εκείνο προς την αιωνιότητα, να είναι σύντομος; «Γι’ αυτό μας πιάνει ίλιγγος σε συζητήσεις-αβύσσους όπως σε απόκρημνα μέρη, στους ψηλούς τόπους της ζωής;» ρώτησα. Έγνεψε καταφατικά. Λίγους μήνες αργότερα ο Γκέοργκ Τρακλ δεν απέφυγε την αναγκαία πτώση. Τα λόγια και το άλμα του έγιναν άνοιξη και φθινόπωρο, αντίστοιχα, του μοιραίου έτους 1914. Ξάφνου τρόμαξα μακριά από την Στύγα: έτσι η βουτιά στο μαύρο νερό! Χωρίς να συντριβείς;


Τέοντορ Ντόιμπλερ [Theodor Däubler, 1876-1934]

Ποιητής.




Το μεσημεράκι πήγα πάλι από το Καφέ Maximilian να δω τους «φίλους του περιοδικού». Μόλις είχα καθίσει, όταν μου τράβηξε την προσοχή ένας άγνωστος άντρας, στο βάθος, στο βελούδινο καναπέ ανάμεσα στα δυο παράθυρα που έβλεπαν στην οδό Maria-Theresien· τα μαλλιά του κουρεμένα κοντά, με μιαν ελαφριά ασημένια απόχρωση· το πρόσωπό του ακαθόριστης ηλικίας. Καθόταν σκεπτικός, σε μια ενστικτωδώς γοητευτική στάση, που ωστόσο πρόδιδε επιφυλακτικότητα. Είχα προσέξει πως κοιτούσε προς το μέρος μας επίμονα, διερευνητικά· μα κι εκείνος αντιλήφθηκε πως τον παρατηρούσα, στρέφοντας το βλέμμα του αλλού, κάθε φορά που τον κοιτούσα ξαφνικά. Το «κρυφτό» μας δεν κράτησε πολύ· ο σερβιτόρος έφερε ένα σημείωμα απ’ τον άγνωστο: Γκέοργκ Τρακλ. Σηκώθηκα ενθουσιασμένος – μιας κι είχα πρόσφατα δημοσιεύσει, στο περιοδικό, το ποίημα του Νοτιάς στο προάστιο – τον χαιρέτησα και τον κάλεσα στο τραπέζι μας.


Λουντβιχ φον Φίκερ [Ludwig von Ficker, 1880-1967]

Ο εκδότης του λογοτεχνικού περιοδικού Brenner.




Επειδή η γλώσσα αυτής της ποίησης μιλάει καθ’ οδόν προς την απομόνωση, γι’ αυτό ακριβώς και μιλάει πάντοτε δι’ αυτού που μένει μετά την απομόνωση και συγχρόνως προς αυτό, στο οποίο οδηγεί η απομόνωση. Η γλώσσα της ποίησης του Τρακλ είναι ουσιαστικά πολυσήμαντη και με τον δικό της τρόπο. Δεν ακούμε τίποτε άλλο από τον λόγο του ποιήματος, όσο τον αντιμετωπίζουμε με κάποια έντονη αίσθηση ενός μονοσήμαντου νοήματος. [...] Ωστόσο, αυτή η πολυσημαντότητα του ποιητικού λόγου δεν χάνεται σε μιαν αόριστη πολυσημία. Ο πολυσήμαντος τόνος της ποίησης του Τρακλ πηγάζει από ένα συνανοίκειν, δηλαδή από μια ομοφωνία, η οποία ως προφανής, μένει πάντοτε ανείπωτη. Η πολυσημαντότητα αυτού του ποιητικού λόγου δεν είναι η ανακρίβεια της εν τω βίω αφέλειας, αλλά η αυστηρότητα του αποδεκτού, που αφήνεται στην φροντίδα του «δίκαιου βλέμματος» και υποτάσσεται σε αυτό. [...] Η μοναδική αυστηρότητα της ουσιαστικά πολυσήμαντης γλώσσας του Τρακλ είναι, κατά μία υψηλότερη έννοια, τόσο μονοσήμαντη, ώστε παραμένει απείρως ανώτερη απ’ όλη την τεχνική ακρίβεια των αμιγώς επιστημονικών μονοσήμαντων εννοιών.


Μάρτιν Χάιντεγκερ [Martin Heidegger, 1889-1976]

Γερμανός φιλόσοφος.



ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ