Δευτέρα 22 Νοεμβρίου 2010

Νικολάι Γκόγκολ: Το ημερολόγιο ενός τρελού [13 Νοεμβρίου]


13 Νοεμβρίου

Για να δούμε! Η επιστολή είναι ευανάγνωστη, ωστόσο στον γραφικό χαρακτήρα υπάρχει κάτι το σκυλίσιο.

Αγαπητή Φιντελ, ακόμη δεν μπορώ να συνηθίσω το κοινότατο όνομα που σου έδωσαν. Λες και δεν μπορούσαν να βρουν ένα πιο κατάλληλο. Φιντέλ, Ρόζα… ονόματα φτηνά, κακόγουστα! Μα ας αφήσω το εν λόγω ζήτημα. Δεν είναι η κατάλληλη στιγμή. Χαίρομαι ιδιαιτέρα που διατηρούμε αλληλογραφία.

Η επιστολή είναι ολόσωστα γραμμένη. Η στίξη και η ορθογραφία τηρούν τους απαραίτητους γραμματικούς και συντακτικούς κανόνες. Ούτε ο τμηματάρχης μας δεν γράφει τόσο απλά και με σαφήνεια, κι ας έχει φοιτήσει στο πανεπιστήμιο – όπως τουλάχιστον ισχυρίζεται ο ίδιος. Ας συνεχίσουμε την ανάγνωση.

Πιστεύω πως μια από τις πιο εκλεπτυσμένες χαρές που μπορεί να απολαύσει ο άνθρωπος σ’ αυτόν εδώ τον κόσμο είναι να μοιράζεται τις σκέψεις, τα συναισθήματα και τις εντυπώσεις του.

Χμ… το συγκεκριμένο χωρίο είναι από κάποιο βιβλίο που έχει μεταφραστεί από τα γερμανικά. Δεν θυμάμαι όμως τον τίτλο του.

Μιλάω εκ πείρας, μολονότι δεν έχω δει τον κόσμο πέρα απ’ την εξώπορτα του σπιτιού μας. Μήπως μου λείπουν οι χαρές και οι ανέσεις; Η κυρία μου, την οποία ο πατέρας της φωνάζει Σοφία, είναι τρελά ερωτευμένη μαζί μου.

Α, καλά! Ας μην μιλήσω καλύτερα!

Πολύ συχνά ο πατέρας της με χαϊδεύει. Πίνω τσάι και καφέ με γάλα. Αχ, αγαπητή μου, πρέπει να σου εξομολογηθώ πως δεν βρίσκω καμία ευχαρίστηση σ’ εκείνα τα μεγάλα, γλειμμένα κόκαλα που ροκανίζει με λαχτάρα στην κουζίνα ο Πολκάν. Μόνο τα κόκαλα της νερόκοτας είναι νόστιμα, κι αυτά μόνο όταν δεν τους έχει ρουφήξει κανείς το μεδούλι. Γίνονται πεντανόστιμα ειδικά αν τα συνοδεύσεις με λίγη σάλτσα∙ χωρίς κάπαρη ή άλλα χορταρικά. Δεν υπάρχει όμως χειρότερο πράγμα από την κακή συνήθεια που έχουν οι άνθρωποι να ταΐζουν τους σκύλους με βώλους ψωμιού. Κάθεται κάποιος στο τραπέζι, ζυμώνει έναν βώλο ψωμιού με τα βρώμικα δάχτυλά του, σε φωνάζει κοντά και σου χώνει τον βώλο στο στόμα. Οι καλοί σου τρόποι σ’ εμποδίζουν ν’ αρνηθείς την ευγενική προσφορά του και αναγκαστικά τον τρως. Με αηδία, με αποστροφή –σίγουρα!– μα τον τρως.

Να πάρει ο διάβολος! Τι ανοησίες είναι αυτές! Αυτά βρήκε να γράψει; Ας δούμε αν γράφει τίποτα πιο ενδιαφέρον στη δεύτερη σελίδα.

Θα ήθελα να σ’ ενημερώσω για το τι συμβαίνει εδώ μέσα. Ήδη σου μίλησα για το πιο σημαντικό άτομο στο σπίτι, το οποίο η Σοφία αποκαλεί «Μπαμπά». Πρόκειται για έναν πολύ παράξενο άνθρωπο.

Αχά! Εδώ είμαστε επιτέλους! Το ήξερα∙ τα σκυλιά αντιμετωπίζουν τα πάντα με διεισδυτική, πολιτική σχεδόν, ματιά. Για να δούμε, λοιπόν, τι λέει για τον «Μπαμπά».

…Πολύ παράξενο. Συνήθως είναι σιωπηλός∙ σπάνια μιλάει, όμως την προηγούμενη βδομάδα μονολογούσε διαρκώς: «Θα την πάρω ή όχι;» Στο ένα χέρι κρατούσε μια κόλλα χαρτί∙ το άλλο, το άπλωνε ανοιχτό, λες και επαιτούσε, κι επαναλάμβανε: «Θα την πάρω ή όχι;» Κάποια στιγμή ρώτησε κι εμένα: «Εσύ τι λες, Μέτζη; Εγώ δεν κατάλαβα τι εννοούσε∙ μύρισα τα παπούτσια του κι έφυγα. Μετά από μια βδομάδα, ήρθε στο σπίτι με το πρόσωπό του ν’ αστράφτει από ευτυχία. Το ίδιο πρωί τον επισκέφτηκαν ένα σωρό κύριοι με στολή και τον συνεχάρησαν. Στο τραπέζι, βρισκόταν σ’ εξαιρετική διάθεση – ποτέ μου δεν τον είχα δει πιο χαρούμενο. Έλεγε ανέκδοτα. Μόλις τέλειωσε το γεύμα, τέντωσε τον λαιμό του και είπε: «Για δες, Μέτζη! Τι είναι αυτό;» Εγώ είδα μια κορδέλα. Τη μύρισα – αλλά δεν είχε καμία μυρωδιά. Μετά την έγλειψα λίγο∙ ήταν κάπως αλμυρή.

Χμ… μου φαίνεται πως η σκυλίτσα παραείναι… Ξύλο που της χρειάζεται! Ώστε ο διευθυντής είναι φιλόδοξος! Θα πρέπει να λάβω σοβαρά υπόψη μου αυτό το στοιχείο.

Συγγνώμη, αγαπητή μου, πρέπει να διακόψω προσωρινά. Θα συνεχίσω αύριο την επιστολή μου.
Καλημέρα. Εδώ είμαι πάλι. Σήμερα η κυρία μου, η Σοφία…

Για να δούμε τι λέει για τη Σοφία. Ας διαβάσουμε παρακάτω!

… ήταν ασυνήθιστα ταραγμένη. Πήγε σε έναν χορό κι εγώ χάρηκα γιατί μπορούσα να σου γράψω, ενώ εκείνη έλειπε. Της αρέσει να πηγαίνει σε χορούς, παρόλο που εκνευρίζεται φοβερά όταν ντύνεται. Δεν μπορώ να καταλάβω, αγαπητή μου, τι είδους ευχαρίστηση βρίσκουν οι άνθρωποι σε αυτές τις κοινωνικές εκδηλώσεις. Η κυρία μου επιστρέφει στο σπίτι κατά τις έξι τα χαράματα και, κρίνοντας από το χλομό και αποστεωμένο πρόσωπό της, υποθέτω πως η καημένη δεν τρώει τίποτα όλη νύχτα. Εγώ –ειλικρινά σου μιλάω– δεν θα άντεχα μια τέτοια ζωή. Αν δεν μπορούσα να φάω πέρδικα με σάλτσα ή έστω μια φτερούγα ψητού κοτόπουλου, θα τρελαινόμουν. Ακόμα κι ο χυλός υποφέρεται∙ όμως τα καρότα, οι αγκινάρες και τα γογγύλια είναι πραγματικά απαίσια.

Το ύφος είναι άνισο. Στην αρχή, σου δημιουργεί την εντύπωση πως ο συγγραφέας της επιστολής είναι άνθρωπος. Ξεκινάει έξυπνα, όμως στο τέλος η σκυλίσια φύση ξεσπάει και αποκαλύπτεται. Θα διαβάσω άλλο ένα γράμμα. Αυτό εδώ είναι σχετικά μεγάλο και δεν έχει ημερομηνία.

Αχ, αγαπητή μου, τι χαρμόσυνος ο ερχομός της άνοιξης. Η καρδιά μου χτυπάει δυνατά σαν να περιμένει κάτι. Τ’ αυτιά μου βουίζουν διαρκώς∙ συχνά σηκώνω όρθιο το ένα μου πόδι για λίγα λεπτά και αφουγκράζομαι στην πόρτα. Εντελώς εμπιστευτικά σε πληροφορώ πως έχω πολλούς θαυμαστές. Μερικές φορές, κάθομαι στο παράθυρο και τους παρακολουθώ που περνούν από κάτω. Αχ, και να ’ξερες τι τέρατα υπάρχουν ανάμεσα τους. Ο ένας –άχαρο μαντρόσκυλο, με την ηλιθιότητα ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του– βαδίζει στον δρόμο με απόλυτη σοβαρότητα και φαντάζεται πως πρόκειται για κάποιο πολύ σημαντικό ον, πάνω στο οποίο είναι στραμμένα όλα τα βλέμματα του κόσμου. Δεν του δίνω την παραμικρή προσοχή∙ προσποιούμαι πως καν δεν τον βλέπω. Και τι χυδαίος σκύλος! Πάει και κάθεται απέναντι από το παράθυρό μου! Αν στηριζόταν στα πίσω ποδιά του και κατόρθωνε να σταθεί όρθιος –πράγμα που πιθανώς δεν μπορεί να κάνει– θα περνούσε σε ύψος, τουλάχιστον κατά ένα κεφάλι, τον πατέρα της κυρίας μου, ο οποίος έχει πραγματικά επιβλητικό παράστημα. Ο θρασύς αυτός σκύλος φαίνεται επιπλέον άκρως απερίσκεπτος. Του γαβγίζω, μα εκείνος δείχνει να μην νοιάζεται για την αντίδρασή μου. Ειδάλλως, θα έκανε κάτι – θα ζάρωνε έστω το μέτωπό του! Αντιθέτως, βγάζει έξω τη γλώσσα του, κρεμάει τ’ αυτιά του και κοιτάζει προς το παράθυρό μου. Τι άξεστος χωριάτης! Αλλά μήπως νομίζεις, αγαπητή μου, πως η καρδιά μου μένει ασυγκίνητη μπροστά σ’ όλους αυτούς τους πειρασμούς; Αλίμονο, όχι! Έπρεπε να δεις εκείνον τον κομψό, μεγαλοπρεπή σκύλο που πέρασε τον φράχτη του γείτονα και μπήκε στην αυλή μας. Τρεζόρ τον λένε. Αχ, αγαπητή μου, τι υπέροχη μουσούδα που έχει!

Να πάρει ο διάβολος πάλι! Τι ανοησίες! Πώς είναι δυνατόν να μουτζουρώνει κάποιος μία λευκή κόλλα χαρτί με τέτοιους παραλογισμούς. Δώστε μου έναν άνθρωπο. Θέλω να δω έναν άνθρωπο! Χρειάζομαι πνευματική τροφή για να θρέψω και να αναζωογονήσω το πνεύμα μου∙ κι αντιθέτως: μόνο ηλιθιότητες βλέπω. Θα γυρίσω το φύλλο, μήπως γραφεί κάτι ενδιαφέρον στην άλλη πλευρά.

Η Σοφία καθόταν στο τραπέζι κι έραβε κάτι. Εγώ κοιτούσα έξω απ’ το παράθυρο και διασκέδαζα παρατηρώντας τους περαστικούς. Ξαφνικά μπήκε στο δωμάτιο ένας υπηρέτης και ανήγγειλε τον επισκέπτη: «Ο κύριος Τεπλόφ». «Ας περάσει!» αποκρίθηκε η Σοφία και με πήρε στην αγκαλιά της. «Αχ, Μέτζη∙ δεν ξέρεις τον επισκέπτη μας. Είναι μελαχρινός και ανήκει στη Βασιλική Αυλή. Και τι μάτια που έχει! Μαύρα και αστραφτερά σαν φλόγα». Η Σοφία έτρεξε στο δωμάτιό της. Ένα λεπτό αργότερα, ένας νεαρός κύριος με μαύρες φαβορίτες εμφανίστηκε στον χώρο. Πλησίασε στον καθρέφτη, έφτιαξε τα μαλλιά του και κοίταξε ένα γύρο στην αίθουσα. Εγώ γρύλισα, έκανα μεταβολή και επέστρεψα στη γωνιά μου. Η Σοφία επανήλθε στο σαλόνι και χαιρέτησε πρόθυμα τον νεαρό άντρα, ανταποδίδοντας την υπόκλισή του. Προσποιήθηκα πως δεν παρατήρησα τίποτα και συνέχισα να κοιτάζω έξω απ’ το παράθυρο. Έγειρα όμως ελαφρά το κεφάλι μου προς το μέρος τους για ν’ ακούσω τι έλεγαν. Αχ, αγαπητή μου! Με τι ανοησίες είχαν καταπιαστεί στη συζήτησή τους: πώς μια κυρία έκανε λάθος φιγούρα στον χορό∙ πώς ήταν ντυμένος κάποιος Μπαμπόφ , ο οποίος έμοιαζε με πελαργό μες στη στενή δαντέλα που φορούσε και παραλίγο μάλιστα να σωριαστεί στο πάτωμα, ενώ περπατούσε∙ πώς κάποια Λίντινα φαντάστηκε ότι είχε μάτια γαλανά, ενώ στην πραγματικότητα τα μάτια της ήταν πράσινα, και άλλα παρεμφερή θέματα. Τι σύγκριση μπορεί να γίνει μεταξύ Τρεζόρ και θαλαμηπόλου; Κύριε των δυνάμεων! Χαώδης διαφορά! Το πρόσωπο του αυλικού είναι πλατύ με μεγάλες, μαλλιαρές φαβορίτες, λες κι είναι τυλιγμένο με μαύρο μαντήλι. Απ’ την άλλη, ο Τρεζόρ έχει στενή μουσούδα κι ένα άσπρο σημάδι στο κέντρο του μετώπου. Η μέση του ενός δεν συγκρίνεται με του άλλου. Οι τρόποι, το βλέμμα κι η συμπεριφορά τους είναι εντελώς διαφορετικά. Χαώδης διαφορά! Δεν μπορώ να καταλάβω, αγαπητή μου, τι βρίσκει η κυρία μου στον Τεπλόφ∙ δεν μπορώ να καταλάβω γιατί έχει γοητευτεί τόσο πολύ απ’ αυτόν.

Μου φαίνεται πως κάτι δεν πάει καλά εδώ. Είναι αδύνατον να την έχει μαγέψει με τη γοητεία του. Ας δούμε τι λέει στη συνέχεια.

Αν της αρέσει αυτός ο αυλικός, τότε δεν βλέπω τον λόγο να μην της αρέσει και ο υπάλληλος που κάθεται στο γραφείο του πατέρα της. Αχ και να τον έβλεπες, αγαπητή μου. Σωστή χελώνα!

Ποιον υπάλληλο εννοεί;

Το όνομά του είναι εξαιρετικά ασυνήθιστο. Κάθεται πάντα στο ίδιο γραφείο και ξύνει μολύβια. Τα μαλλιά του μοιάζουν με δεμάτι άχυρο. Ο πατέρας της τον έχει για τα θελήματα.

Έχω την εντύπωση πως αυτό το μικρό βρομόσκυλο αναφέρεται σ’ εμένα. Μα από πού κι ως πού μοιάζουν τα μαλλιά μου με άχυρο;

Κάθε φορά που τον αντικρίζει, η Σοφία είναι αδύνατον να συγκρατήσει τα γέλια της.

Ψεύδεσαι, καταραμένο σκυλί! Τι χυδαία γλώσσα! Λες και δεν ξερώ πως η ζήλεια σε ωθεί σε αυτά σου τα λεγόμενα. Λες και δεν ξερώ ποιος φταίει γι’ αυτήν την εικόνα μου. Ο τμηματάρχης ευθύνεται για όλα αυτά. Μάλιστα, ο τμηματάρχης! Ο συγκεκριμένος άνθρωπος με μισεί αδιάλλακτα. Έχει συνωμοτήσει εναντίον μου∙ πάντοτε γύρευε τρόπο να με βλάψει. Θα διαβάσω άλλη μια επιστολή∙ ίσως να ξεκαθαρίσει το ζήτημα.

Αγαπητή μου Φιντέλ, συγχώρησέ με που δεν σου έγραψα εδώ και καιρό, όμως έπλεα σε πελάγη ευτυχίας. Πολύ σωστά επισημαίνει κάποιος συγγραφέας πως η αγάπη είναι η δεύτερη ευκαιρία στη ζωή. Συν τοις άλλοις, σημαντικές αλλαγές λαμβάνουν χώρα στο σπίτι μας. Ο νεαρός θαλαμηπόλος βρίσκεται κάθε μέρα εδώ. Η Σοφία είναι παραφορά ερωτευμένη μαζί του. Ο πατέρας της είναι ικανοποιημένος μ’ αυτήν την εξέλιξη. Άκουσα τον Γριγκόρι, που σκουπίζει τα πατώματα, να μονολογεί ως συνήθως κι έμαθα πως ο γάμος ορίστηκε να γίνει σύντομα. Ο πατέρας της επιθυμεί να την παντρέψει πάση θυσία με στρατηγό, θαλαμηπόλο ή συνταγματάρχη.

Να πάρει ο διάβολος! Δεν μπορώ να διαβάσω άλλο. Μιλάει διαρκώς για θαλαμηπόλους και στρατηγούς. Θα μου άρεσε να είμαι στρατηγός, όχι για να ζητήσω το χέρι της και τα συναφή∙ όχι, όχι, σε καμιά περίπτωση∙ θα ήθελα να γίνω στρατηγός για να δω από κοντά τις υποκλίσεις και την στάση προσοχής των φίλων και τις συνομωσίες των εχθρών προς το πρόσωπό μου. Κι ύστερα, θα ήθελα ν’ ανακοινώσω στα μέλη και των δυο αυτών κατηγοριών πως αξίζουν δικαιωματικά ένα φτύσιμό κατάμουτρα. Μα όλη αυτή η κατάσταση είναι εξοργιστική! Κι έκανα κομμάτια τις ηλίθιες επιστολές του βρομόσκυλου.



ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ