Παρασκευή 13 Ιουλίου 2012
Ίστβαν Έρκενυ: Βιογραφία του λεπτού
Δευτέρα 28 Μαΐου 2012
Ίστβαν Έρκενυ: Η τελευταία ερώτηση
Από τα (δε)κατα, τχ. 27
Τρίτη 3 Απριλίου 2012
Ίστβαν Έρκενυ: Το τελευταίο κουκούτσι κερασιού

Τώρα είχαν απομείνει τέσσερις Ούγγροι (στην Ουγγαρία· γιατί σημαντικός αριθμός Μαγυάρων είναι διασκορπισμένος σε ολόκληρο τον κόσμο) και ζούσαν όλοι κάτω από μια κερασιά. Μια πανέμορφη κερασιά, που τους έδινε κεράσια και τον ίσκιο της – τα πρώτα, όταν ήταν η εποχή. Από τους τέσσερις Ούγγρους, ο ένας έπασχε από βαρηκοΐα, ενώ οι άλλοι δύο βρίσκονταν υπό αστυνομική παρακολούθηση. Γιατί; Κανείς δεν θυμόταν· όμως, πού και πού αναστέναζαν: «Αχ, γιατί μας παρακολουθεί η αστυνομία;»
Μόνο ένας απ’ τους τέσσερις είχε όνομα – για την ακρίβεια, μόνο ένας απ’ τους τέσσερις θυμόταν τ’ όνομά του. (Ο Σίπος.) Οι υπόλοιποι είχαν ξεχάσει τα ονόματά τους μαζί μ’ ένα σωρό άλλα πράγματα. Έξαλλου, όταν τέσσερις άνθρωποι είναι κάπου μαζί, δεν χρειάζεται να έχουν και οι τέσσερις όνομα.
Έτσι, μια μέρα, ο Σίπος είπε: «Πρέπει να αφήσουμε κάτι πίσω μας να μας θυμούνται».
«Γιατί;» αναρωτήθηκε ένας από τους δύο άντρες που βρίσκονταν υπό αστυνομική παρακολούθηση.
«Πριν “φύγουμε” από τον μάταιο τούτο τον κόσμο, πρέπει να αφήσουμε κάτι στις επόμενες γενιές».
«Και ποιος θα νοιαστεί για μας όταν πεθάνουμε;» ρώτησε ο τέταρτος Ούγγρος, που δεν ήταν ούτε ο Σίπος ούτε ένας από τους δύο άντρες που βρίσκονταν υπό αστυνομική παρακολούθηση.
Μα ο Σίπος επέμεινε στη θέση του· κι όχι μόνο: κατάφερε να πάρει με το μέρος του και τους άλλους δύο. Μόνον ο τέταρτος συνέχισε να υποστηρίζει πως δεν είχε ακούσει πιο ηλίθια ιδέα. Οι υπόλοιποι προσβλήθηκαν. «Τι εννοείς;» του απηύθυναν αυστηρά. «Πώς μπορείς να λες τέτοια πράγματα; Δεν είσαι αληθινός Μαγυάρος!»
«Ε και;» τους γύρισε· «νομίζετε είναι τύχη να είσαι Ούγγρος σήμερα;»
Εδώ, είχε κάποιο δίκιο. Οι τέσσερις Ούγγροι σταμάτησαν να διαπληκτίζονται κι άρχισαν να βασανίζουν το μυαλό τους: Τι μπορούσαν να κληροδοτήσουν στις επόμενες γενιές ώστε να εξασφαλίσουν την υστεροφημία τους; Να πελεκήσουν την πέτρα; Χρειάζονταν μια σμίλη. Και δεν είχαν ούτε καρφίτσα! Με την καρφίτσα, τουλάχιστον, θα μπορούσαν να χαράξουν ένα μήνυμα στον φλοιό κάποιου δέντρου κι αυτό το μήνυμα να μείνει για πάντα, όπως το τατουάζ στο ανθρώπινο δέρμα – αυτό υποστήριζε ο Σίπος.
«Γιατί δεν πετάμε μια μεγάλη πέτρα ψηλά στον ουρανό», πρότεινε ένας από τους δύο άντρες που βρίσκονταν υπό αστυνομική παρακολούθηση.
«Μην είσαι ανόητος, θα πέσει πάλι κάτω», του απάντησαν οι άλλοι. Διαφώνησε. Ο καημένος… δεν «του ’κοβε» και πολύ.
«Καλώς», απάντησε ύστερα από λίγο. «Εσείς γιατί δεν βρίσκετε κάτι καλύτερο; Τι κρατάει στον χρόνο;»
Τότε βάλθηκαν όλοι μαζί να σκέπτονται. Καμιά φορά συμφώνησαν να κρύψουν ένα κουκούτσι κερασιού ανάμεσα σε δυο πέτρες (έτσι που να μην το πάρει μακριά η βροχή). Σίγουρα δεν ήταν και η πιο μνημειώδης πράξη, άλλα δεν είχαν βρει και τίποτα καλύτερο, και κάτι έπρεπε να κάνουν.
Ωστόσο, αντιμετώπιζαν ένα πρόβλημα. Τον καιρό που γίνονταν τα κεράσια, και οι τέσσερις Ούγγροι τρέφονταν αποκλειστικά με αυτά – έτσι, τους έλειψαν. Σαν να μην έφτανε αυτό, κάποια στιγμή μάζεψαν όλα τα κουκούτσια, τα έλιωσαν κι έφτιαξαν μια ωραία σκόνη την οποία και έφαγαν. Συνεπώς, κουκούτσι δεν υπήρχε ούτε για δείγμα.
Τότε, ένας από τους Ούγγρους, ούτε ο Σίπος ούτε ένας από τους δύο άντρες που βρίσκονταν υπό αστυνομική παρακολούθηση, θυμήθηκε ΤΟ ΚΕΡΑΣΙ. (Πλέον δεν πήγαινε κόντρα στους άλλους· ίσα ίσα ήταν μαζί τους ψυχή τε και σώματι κι αδημονούσε να τους βοηθήσει.) Όμως, το συγκεκριμένο κεράσι κρεμόταν από το ψηλότερο κλαδί του δέντρου και οι τέσσερις Ούγγροι δεν μπορούσαν να το μαζέψουν. Έτσι, το κεράσι θα έμενε στη θέση του, μέχρι να ζάρωνε ως το κουκούτσι.
Τέλος, έφτασαν στο συμπέρασμα πως αν ανέβαινε ο ένας πάνω στους ώμους του άλλου θα κατάφερναν να κόψουν το μοναδικό κεράσι του δέντρου. Σχεδίασαν τα πάντα μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια. Κάτω κάτω στάθηκε ένας από τους δύο άντρες που βρίσκονταν υπό αστυνομική παρακολούθηση και πάνω του αυτός που δεν «του ’κοβε» και πολύ, μα είχε σπουδαία μυϊκή δύναμη. Στους ώμους του στάθηκε αυτός που δεν ήταν ούτε ο Σίπος ούτε ένας από τους δύο άντρες που βρίσκονταν υπό αστυνομική παρακολούθηση, και τελευταίος ο Σίπος ο κοκαλιάρης.
Ο Σίπος κατέβαλε μεγάλη προσπάθεια να σκαρφαλώσει στην κορυφή της στήλης που είχαν σχηματίσει οι τρεις σύντροφοί του και μόλις τα κατάφερε, τεντώθηκε όσο πιο πολύ μπορούσε. Μα μέχρι να ανέβει στην κορυφή, ξέχασε γιατί είχε αρχίσει να σκαρφαλώνει. Το ξέχασε τελείως. Οι υπόλοιποι τού φώναζαν να κατεβάσει το ζαρωμένο κεράσι… Μάταια, γιατί ο Σίπος έπασχε από βαρηκοΐα.
Κάπως έτσι, τα πράγματα οδηγήθηκαν σε αδιέξοδο. Πού και πού, κραύγαζαν κι οι τέσσερις με μια φωνή, όμως το πρόβλημα δεν διορθωνόταν, κι έμειναν όπως ήταν: ο ένας Ούγγρος πάνω στον άλλον.
Από τα (δε)κατα, τχ. 27
Πέμπτη 15 Μαρτίου 2012
Ίστβαν Έρκενυ: Βουδαπέστη

Ένα λεωφορείο καρφώθηκε πάνω σε ένα δέντρο στην πλατεία Κάλβιν. Αμέσως, όλα τα τραμ στην πόλη ακινητοποιήθηκαν. Τα πάντα ακινητοποιήθηκαν· ακόμα και το τρενάκι στη βιτρίνα του παιχνιδάδικου. Άκρα σιωπή. Σε λίγο, ακούστηκε ένας τραχύς θόρυβος, σαν κάτι να τρίβεται· ήταν απλώς ένα φύλλο εφημερίδας που το παρέσυρε ο άνεμος. Ύστερα, το φύλλο σταμάτησε σε έναν τοίχο, κι απλώθηκε βαθιά σιωπή και πάλι.
Οκτώ λεπτά μετά την έκρηξη της ατομικής βόμβας, το ηλεκτρικό ρεύμα «έπεσε» κι ευθύς αμέσως η τελευταία πλάκα γραμμοφώνου σταμάτησε να παίζει. Μιαν ώρα αργότερα, οι βρύσες έβγαλαν έναν ξερό ήχο και η ροή του νερού διακόπηκε. Τα κλαδιά στέγνωσαν σαν μια καυτή τσίγκινη στέγη. Ο σηματωρός τού έκανε νεύμα να ξεκινήσει, μα το τελευταίο εξπρές από τη Βιέννη δεν έφτασε ποτέ στον σταθμό. Ως τα χαράματα, το νερό στον βραστήρα της μηχανής είχε παγώσει.
Μέσα σε έναν μήνα, τα πάρκα γέμισαν με αγριόχορτα και οι αμμοδόχοι στις παιδικές χαρές βλάστησαν στάχυα. Τα ωραία ποτά στα ράφια του πανδοχέα εξατμίστηκαν. Όλα τα τρόφιμα, όλα τα δερμάτινα προϊόντα και όλα τα βιβλία φαγώθηκαν απ’ τα ποντίκια. Τα ποντίκια είναι άκρως… καρπερά: γεννοβολούν μέχρι και πέντε φορές τον χρόνο. Σύντομα πλημμύρισαν τους δρόμους, κυλώντας στο πλακόστρωτο σαν ένα απαλό, στο χρώμα της λάσπης, φουσκωμένο ποτάμι.
Κατέλαβαν διαμερίσματα, κρεβάτια και σειρές καθισμάτων στα θέατρα. Κατέκλυσαν ακόμη και την Όπερα, όπου τελευταία παράσταση ανέβηκε η «Τραβιάτα». Μόλις ροκάνισαν και την τελευταία χορδή του τελευταίου βιολιού, σήμανε και το κύκνειο άσμα της Βουδαπέστης.
Όμως, την επομένη, απέναντι από την Όπερα, μια πινακίδα εμφανίστηκε πάνω στα πέτρινα ερείπια του κτιρίου:
«Δρ Βαρσάνυ – Εξολοθρεύτρια ποντικιών. Εσείς φέρνετε το μπέικον, εγώ πιάνω τα ποντίκια».
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
Από τα (δε)κατα, τχ. 27
Δευτέρα 6 Φεβρουαρίου 2012
Ίστβαν Έρκενυ: Εις μνήμην Δρος Χ. Γκ. Κ.

Ο Δρ Χ. Γκ. Κ. έσκαβε έναν λάκκο για να ρίξει το ψοφίμι ενός αλόγου, όταν ρώτησε στα γερμανικά: «Γνωρίζετε τον Χαίλντερλιν;»
«Ποιος είν’ αυτός;» γρύλισε ο Γερμανός φύλακας.
«Ο συγγραφέας του “Υπερίωνα”», απάντησε ο Δρ Χ. Γκ. Κ., ο οποίος είχε την τάση –πιθανώς, σε βαθμό πάθους– να δίνει εξηγήσεις. «Η σπουδαιότερη μορφή του Γερμανικού Ρομαντισμού. Τον Χάινε, μήπως;» προσπάθησε πάλι.
«Ποιοι ’ν’ όλοι αυτοί;» γρύλισε ο φύλακας, πιο δυνατά από πριν.
«Ποιητές», απάντησε ο Δρ Χ. Γκ. Κ.. «Τον Σίλλερ; Δεν μπορεί, κάποτε κάπου κάτι θα ακούσατε για τον Σίλλερ!»
«Για τον Σίλλερ… Και βέβαια», έγνεψε καταφατικά ο Γερμανός φύλακας.
«Για τον Ρίλκε;» επέμεινε ο Δρ Χ. Γκ. Κ.
«Ασφαλώς, και γι’ αυτόν», αποκρίθηκε ο Γερμανός φύλακας· αμέσως έγινε κόκκινος σαν πάπρικα και πυροβόλησε τον Δρα Χ. Γκ. Κ. στο πίσω μέρος του κεφαλιού.
Γνωρίζετε τον Χαίλντερλιν;
Τρίτη 24 Ιανουαρίου 2012
Ίστβαν Έρκενυ: Αναμνήσεις ενός νερόλακκου

Στις 22 Μαρτίου 1972, έβρεξε όλη μέρα· κι εγώ πήρα σχήμα σε ένα πολύ όμορφο μέρος. Μπορώ να σας δώσω και την ακριβή τοποθεσία: μπροστά από το κτίριο στην οδό Ντράβα, αρ. 7, Βουδαπέστη, 13ο διαμέρισμα – εκεί που έχει μια τρύπα στο πεζοδρόμιο.
Ε, ναι, λοιπόν, αυτό ήταν το σπίτι μου και πλήθος εκείνοι που πατούσαν μέσα μου, κι ύστερα στρέφανε πίσω το βλέμμα και μ’ έβριζαν και με βλαστήμαγαν με λόγια που δεν τολμώ καν να επαναλάβω. Για δύο μέρες ήμουν ένα νερόλακκος που δεχόταν κάθε προσβολή. Όλοι γνωρίζουν πως ο ήλιος έλαμψε πάλι στις 24 του μήνα. Αχ, τα παράδοξα της ζωής. Δεν πρόλαβε να κάνει λιακάδα κι αμέσως στέγνωσα!
Τι να πω; Έτσι δεν έπρεπε να κάνω; Μήπως γελάστηκα; Μήπως είχα υπερβολικές προσδοκίες από τους ανθρώπους της οδού Ντράβα στον αρ. 7; Όχι πως έχει καμιά σημασία πλέον, αλλά καλό θα ήταν να ξέρω· εξάλλου, νερόλακκοι δεν θα πάψουν ποτέ να σχηματίζονται σ’ εκείνο το σημείο. Τι κι αν χάνεται, κι αν φεύγει η ζωή στο άψε-σβήσε, κι οι μέρες μας είναι μετρημένες – όσο ήμουν κει κάτω, μια νέα γενιά ξεμύτισε, ολοζώντανη κι έτοιμη για δράση: φιλόδοξοι νερόλακκοι, νερόλακκοι με δυνατότητες, που με βομβάρδισαν ανελέητα με ερωτήσεις, π.χ. «Τι να περιμένουμε απ’ αυτή την πολλά υποσχόμενη τρύπα;»
Όμως, λίμνασα μόλις δυο μέρες· τι περισσότερο μπορώ να ξέρω για τη ζωή παρά πως είναι βάναυση· πως στη οδό Ντράβα φυσάει δαιμονισμένα· πως ο ήλιος λάμπει εκεί που δεν τον σπέρνουν – τουλάχιστον, σε αυτή την περίπτωση δεν στάζει η υδρορροή. Αχ φίλοι μου, τι τρύπες, τι κατάθλιψη! Χείμαρροι οι σωλήνες! Σακουλιασμένοι δρόμοι! Σπουδαία πράγματα τη σήμερον ημέρα! Νέοι μου, ακούστε: Γραμμή για τη Ντράβα!