Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΡΚΕΝΥ ΊΣΤΒΑΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΡΚΕΝΥ ΊΣΤΒΑΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 13 Ιουλίου 2012

Ίστβαν Έρκενυ: Βιογραφία του λεπτού



Μόλις γεννήθηκα, ήμουν τόσο όμορφο μωρό που ο μαιευτήρας με πήρε στην αγκαλιά του κι άρχισε να με περιφέρει από θάλαμο σε θάλαμο σε όλο το νοσοκομείο. Φημολογείται μάλιστα πως χαμογελούσα, γεγονός που έκανε τις μητέρες των υπόλοιπων μωρών ν’ αναστενάζουν με κάποια ζήλια.

Αυτό συνέβη το 1912, λίγο πριν ξεσπάσει ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος• νομίζω πως αυτή ήταν και η μόνη αναμφισβήτητη επιτυχία που σημείωσα στον βίο μου μέχρι σήμερα. Έκτοτε, πήρα την κατιούσα. Όχι μόνο έχασα την εξαιρετική ομορφιά μου, άλλα έπεσαν και κάμποσα από τα μαλλιά και τα δόντια μου. Επιπλέον, δεν κατάφερα να εκπληρώσω τις προσδοκίες των οικείων μου. Αδυνατούσα είτε να θέσω σε εφαρμογή τα σχέδιά μου είτε να αξιοποιήσω πλήρως τις ιδιαίτερες κλίσεις και τα ταλέντα μου.

Παρόλο που ανέκαθεν ήθελα να γίνω συγγραφέας, ο πατέρας μου –φαρμακοποιός στο επάγγελμα– επέμενε να ακολουθήσω τα δικά του βήματα. Κι όμως, ούτε αυτό τον ικανοποίησε. Του σφηνώθηκε η ιδέα πως έπρεπε να έχω μια καλύτερη ζωή απ’ τη δική του. Έτσι, αφού ολοκλήρωσα τις σπουδές μου στη Φαρμακευτική, με έστειλε στο κολέγιο να γίνω χημικός μηχανικός. Αυτό, βέβαια, σήμανε μια περαιτέρω καθυστέρηση τεσσάρων χρόνων ώσπου να παραδοθώ στο πάθος μου για τη συγγραφή.

Δεν είχα προλάβει καλά καλά να ρίξω την πένα μου στο χαρτί, όταν ξέσπασαν συγκρούσεις. Η Ουγγαρία κήρυξε πόλεμο στη Σοβιετική Ένωση κι εγώ βρέθηκα στο μέτωπο. Εδώ, ο στρατός μας σημείωσε απώλειες• έπεσα αιχμάλωτος στα χέρια των Ρώσων. Έτσι, έχασα άλλα τεσσεράμισι χρόνια από τη ζωή μου. Κι επιστρέφοντας στην πατρίδα, έπρεπε να αντεπεξέλθω σε μια νέα σειρά δοκιμασιών που καθιστούσε ακόμη πιο απίθανο το ενδεχόμενο ν’ ακολουθήσω καριέρα συγγραφέα.

Υπ’ αυτές τις συνθήκες, κατάφερα να γράψω μερικά μυθιστορήματα –κάποια ογκώδη, κάποια με λιγότερες σελίδες–, πέντε έξι συλλογές διηγημάτων και δύο θεατρικά έργα. Λίγο πολύ έγραφα στα κρυφά, εκείνες τις πολύτιμες ώρες που μπορούσα να αποσπαστώ από την αμετάκλητη ροή της ιστορίας. Ίσως γι’ αυτό έσπευδα πάντοτε ν’ αγωνιστώ υπέρ της λιτότητας και της λεπτομέρειας, αναζητώντας την ουσία. Και ξαφνιαζόμουν κάθε που χτύπαγε το κουδούνι της εξώπορτας, εφόσον δεν είχα λόγο να περιμένω κάτι καλό είτε απ’ τον ταχυδρόμο είτε απ’ οποιονδήποτε άλλον επισκέπτη.

Έτσι, βέβαια, εξηγείται γιατί –αν και ως βρέφος άγγιξα την τελειότητα– γιατί από την ίδια κιόλας στιγμή άρχισα να χάνω τη λάμψη μου• γιατί άρχισα να παραπαίω και γιατί, μολονότι γινόμουν όλο και πιο ικανός στις εμπορικές συναλλαγές και ανέπτυσσα διαρκώς το αίσθημα αυτογνωσίας, συνειδητοποιούσα οδυνηρά την αδυναμία μου να ζήσω αξιοποιώντας πλήρως τις δυνατότητές μου.


ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ

(δέ)κατα, τχ. 27

Δευτέρα 28 Μαΐου 2012

Ίστβαν Έρκενυ: Η τελευταία ερώτηση




Ξάφνου ακούστηκε ένας τρομερός πάταγος στην πόρτα μου, κι αυτή έσπασε στα δυο και κατέρρευσε. Και ιδού! Ένας άγνωστος άντρας στεκόταν στο κατώφλι.

«Κάθαρμα, θα πεθάνεις!» ούρλιαξε προς το μέρος μου.

Ετοιμαζόμουν να βάλω τα ξύλα στον φούρνο, μα ακούγοντας την παραπάνω απειλή, στάθηκα αμέσως όρθιος.

«Κάποιο λάθος έχει γίνει», απάντησα.

«Λάθος; Κανένα λάθος!» φώναξε πάλι, παραλείποντας την προσφώνηση κάθαρμα. «Ήρθ’ η ώρα σου!»

Έκανε να βάλει το χέρι στην κωλότσεπη και να τραβήξει τ’ όπλο του, μα κινήθηκε τόσο αργά, σχεδόν χασομερώντας, λες και χάιδευε τη ράχη κανενός σκύλου. Στο μεταξύ, έβαλα τα ξύλα στον φούρνο κι άναψα φωτιά. Κατόπιν, άρχισα να πηγαίνω πάνω κάτω στο δωμάτιο, γιατί ως γνωστόν πριν σε πυροβολήσουν πρέπει να κάνεις έναν απολογισμό της ζωής σου. Εκείνη τη στιγμή, το χέρι του αγνώστου είχε διανύσει τη μισή απόσταση ως την τσέπη του• κι ό,τι ακολούθησε συνέβη τόσο –μα τόσο– νωθρά λες κι έβλεπα ταινία σε αργή κίνηση.

Πριν συνεχίσω, όμως, θα ήθελα να ξεκαθαρίσω κάτι. Γνωρίζω πολύ καλά την ανθρώπινη φύση και ξέρω πως η διήγησή μου θ’ αντιμετωπιστεί απ’ τον αναγνώστη με δυσπιστία. Γι’ αυτό, νιώθω την ανάγκη να σας διαβεβαιώσω πως ο πυροβολισμός έπεσε με τον πλέον συνήθη τρόπο. Ο δολοφόνος δεν ήταν αργός• όμως, η εκτίμησή μου για την κατάσταση στην οποία βρισκόμουν διαμορφώθηκε αστραπιαία (δεκαπέντε φορές πιο γρήγορα από τον αντίστοιχο μέσο όρο – μιλώντας πάντα σε εθνικό επίπεδο). Ένα άτομο με εξαιρετική αντιληπτική ικανότητα διακρίνει περισσότερα πράγματα• πράγματα που γι’ άλλους σχηματίζουν απλώς μια θολή εικόνα. Για παράδειγμα, ενώ κάποιος χασμουριέται, εγώ –δεδομένου ότι βρίσκομαι σε άριστη σωματική και ψυχική κατάσταση– μπορώ να φάω ένα τριπλό γεύμα. Στην προκειμένη περίπτωση, ο δολοφόνος μου πιθανώς να ορκίζεται πως με ξέκανε σε μισό λεπτό• κι όμως, χάρη στην οξυδέρκειά μου μπόρεσα να ζήσω μια νέα αλληλουχία σπουδαίων γεγονότων.

Βρισκόμαστε στη στιγμή όπου ο δολοφόνος έχει καταφέρει επιτέλους να τραβήξει τ’ όπλο του. Δεν υπάρχει λόγος βιασύνης, όμως θέλω να διαχειριστώ σωστά τον χρόνο που μου απομένει. Τι να κάνω; Να ξεράσω στο πάτωμα; Να φωνάξω βοήθεια; Να του πετάξω στο κεφάλι ό,τι βρω μπροστά μου; Ο πυροβολισμός δεν αφήνει στο θύμα περιθώρια επιλογής.

Έτσι, ενώ ο δολοφόνος τράβηξε προσεκτικά τ’ όπλο του, εγώ τηλεφώνησα στον γιατρό μου: εκείνος άρχισε να γκρινιάζει για τη ζάντα του αυτοκινήτου του που έσπασε (η ζάντα συνδέεται άμεσα με τη διαφορική ταχύτητα) και πόσο βασανίστηκε για να βρει καινούργια. Κάποια στιγμή αναγκάστηκα να τον διακόψω.

«Γιατρέ, δεν έχω χρόνο. Είναι έτοιμος να με πυροβολήσει. Καμιά ιδέα;»

«Εξαρτάται. Θέλετε να πεθάνετε ή όχι;»

«Θα προτιμούσα όχι».

«Ε, τότε αποφύγετε τη σφαίρα», ήταν η συμβουλή του διορατικού γιατρού μου.

«Έτσι απλό είναι, νομίζετε», του γύρισα. «Σ’ έναν μήνα μπορεί να έχω πάθει αποπληξία και να καταντήσω “φυτό”. Το ερώτημα είναι: “Πρέπει να γυρίσω την πλάτη μου σε έναν γρήγορο κι ανώδυνο θάνατο;” Μα για να αποφασίσω με σιγουριά, πρέπει να ξέρω σε τι κατάσταση βρίσκεται η υγεία μου».

Ο γιατρός έδειξε κατανόηση. Κατηγοριοποίησε τις διάφορες οργανικές παθήσεις μου, κι ύστερα από βαθιά περίσκεψη, μου είπε: «Σαν άνθρωπος προς συνάνθρωπο, σας συνιστώ να ζήσετε. Σαν γιατρός σας, όμως, θα σας πρότεινα να μην αδιαφορήσετε μπροστά σε μια τέτοια ευκαιρία».

«Σας ευχαριστώ πολύ».

«Ούτε λόγος».

Κι ενώ ήμουν ακόμη στο ακουστικό, ο δολοφόνος μου σημάδεψε κι έπειτα, αργά –πολύ αργά–, τράβηξε τη σκανδάλη. Η σφαίρα διέσχισε το δωμάτιο νωθρά, σχεδόν κοιμισμένα, όπως πετάει μια μύγα το φθινόπωρο. Περίμενα, κι ύστερα ελίχτηκα για να την αποφύγω.

«Πόσες σφαίρες σού έμειναν;» ρώτησα.

«Σταμάτα να χοροπηδάς», είπε ο δολοφόνος μου, «γιατί έχω μόνο τρεις σφαίρες στη θαλάμη».

«Σύντομα, θα έχεις δύο», απάντησα. «Άρα έχω πολύ χρόνο ακόμη».

«Άσχημο μπελά βρήκα μ’ εσένα», διαμαρτυρήθηκε ο δολοφόνος μου.

Έτσι, έκανα μερικά ακόμη τηλεφωνήματα. Πήρα τους αγαπημένους μου και κάποιους γνωστούς• ύστερα, τηλεφώνησα σε έναν φίλο συγγραφέα που σκεφτόταν να αγοράσει ένα οικόπεδο με τις πενιχρές οικονομίες του. Του περιέγραψα την κατάστασή μου. Του εξήγησα πως η αξία της γης δεν μένει ποτέ σταθερή. Είναι απολύτως βέβαιο πως οι τιμές των οικοπέδων θα πέσουν. Μ’ ευχαρίστησε για τη συμβουλή μου και την ευγενική μου διάθεση να τον σκεφτώ σε μια τόσο δύσκολη στιγμή. Τον αποχαιρέτησα με τη σειρά μου και τότε με πλησίασε η δεύτερη σφαίρα.

Την απέκρουσα με τους «Μανδαρίνους» της Σιμόν ντε Μπωβουάρ. Η σφαίρα εξοστρακίστηκε στο πάτωμα και έπεσε κάτω από τη βιβλιοθήκη. Κοίταξα ένα γύρω. Μια στοίβα αναπάντητα γράμματα με περίμεναν στο γραφείο μου. Κι έπιασα δουλειά.

Τα γράμματα ήταν σύντομα, πλην όμως ευγενικά. Παραιτήθηκα από τη σκέψη να πουλήσω το διαμέρισμά μου για να πάρω ένα άλλο στο 12ο διαμέρισμα κι έδωσα τη συμβουλή μου σε μια νεαρή που ήταν ερωτευμένη με δύο άντρες συγχρόνως. Ακύρωσα ένα δείπνο, μια δημόσια ανάγνωση και μια «πρόσκληση» να γίνω νονός. Όλα κυλούσαν ομαλά, χωρίς εμπόδια. Μα καθώς λιγόστευε ο χρόνος μου –βλέπετε, η τρίτη σφαίρα ερχόταν ίσια καταπάνω μου–, έπιασα το τελευταίο γράμμα, το οποίο εδώ και μήνες ανέβαλα πεισματικά να απαντήσω: το Συνδικάτο για τα Δικαιώματα των Ζώων από το τοπικό σφαγείο ζητούσε τη γνώμη μου.

«Παρακαλούμε, δείξτε κατανόηση στα ευτελή μας προβλήματα. Γνωρίζουμε τον φόρτο εργασίας που έχετε», ξεκίναγε το γράμμα, «όμως εδώ στο σφαγείο, ζούμε ως τον αστράγαλο στο αίμα, με το θανατικό να κροταλίζει στ’ αυτιά μας, τα ζώα να ψοφάνε, ενώ εμείς… εμείς απλώς θέλουμε να συνεχίσουμε το ευγενικό μας έργο για την προστασία των ζώων. Τι μας συμβουλεύετε να κάνουμε;»

Δεν έχω χρόνο ν’ απαντήσω• η σφαίρα κινείται σαν χρυσόμυγα και βρίσκεται σε απόσταση χεριού από το στήθος μου. Κι όμως, η ερώτηση που έθεσαν δεν είναι καθόλου ευτελής όπως οι ίδιοι νομίζουν. Περιέχει μια οικουμενική διάσταση• ίσως αυτή η ερώτηση να είναι η πιο σημαντική στον κόσμο. Κρίμα που ακόμα και τώρα, την ύστατη στιγμή, δεν έχω μια ξεκάθαρη απάντηση. Θα δω τι θα κάνω. Χάρη στην ευστροφία μου, διαθέτω λίγα δευτερόλεπτα ακόμη. Μπορεί να βρω μέχρι και δέκα λύσεις.

Ή πέντε.

Ή τρεις.

Ή δύο.

Ή μία.

Συγγνώμη. Πολύ αργά. Θα πρέπει να ρωτήσετε κάποιον άλλον.


ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ

Από τα (δε)κατα, τχ. 27

Τρίτη 3 Απριλίου 2012

Ίστβαν Έρκενυ: Το τελευταίο κουκούτσι κερασιού


Τώρα είχαν απομείνει τέσσερις Ούγγροι (στην Ουγγαρία· γιατί σημαντικός αριθμός Μαγυάρων είναι διασκορπισμένος σε ολόκληρο τον κόσμο) και ζούσαν όλοι κάτω από μια κερασιά. Μια πανέμορφη κερασιά, που τους έδινε κεράσια και τον ίσκιο της – τα πρώτα, όταν ήταν η εποχή. Από τους τέσσερις Ούγγρους, ο ένας έπασχε από βαρηκοΐα, ενώ οι άλλοι δύο βρίσκονταν υπό αστυνομική παρακολούθηση. Γιατί; Κανείς δεν θυμόταν· όμως, πού και πού αναστέναζαν: «Αχ, γιατί μας παρακολουθεί η αστυνομία;»

Μόνο ένας απ’ τους τέσσερις είχε όνομα – για την ακρίβεια, μόνο ένας απ’ τους τέσσερις θυμόταν τ’ όνομά του. (Ο Σίπος.) Οι υπόλοιποι είχαν ξεχάσει τα ονόματά τους μαζί μ’ ένα σωρό άλλα πράγματα. Έξαλλου, όταν τέσσερις άνθρωποι είναι κάπου μαζί, δεν χρειάζεται να έχουν και οι τέσσερις όνομα.

Έτσι, μια μέρα, ο Σίπος είπε: «Πρέπει να αφήσουμε κάτι πίσω μας να μας θυμούνται».

«Γιατί;» αναρωτήθηκε ένας από τους δύο άντρες που βρίσκονταν υπό αστυνομική παρακολούθηση.

«Πριν “φύγουμε” από τον μάταιο τούτο τον κόσμο, πρέπει να αφήσουμε κάτι στις επόμενες γενιές».

«Και ποιος θα νοιαστεί για μας όταν πεθάνουμε;» ρώτησε ο τέταρτος Ούγγρος, που δεν ήταν ούτε ο Σίπος ούτε ένας από τους δύο άντρες που βρίσκονταν υπό αστυνομική παρακολούθηση.

Μα ο Σίπος επέμεινε στη θέση του· κι όχι μόνο: κατάφερε να πάρει με το μέρος του και τους άλλους δύο. Μόνον ο τέταρτος συνέχισε να υποστηρίζει πως δεν είχε ακούσει πιο ηλίθια ιδέα. Οι υπόλοιποι προσβλήθηκαν. «Τι εννοείς;» του απηύθυναν αυστηρά. «Πώς μπορείς να λες τέτοια πράγματα; Δεν είσαι αληθινός Μαγυάρος!»

«Ε και;» τους γύρισε· «νομίζετε είναι τύχη να είσαι Ούγγρος σήμερα;»

Εδώ, είχε κάποιο δίκιο. Οι τέσσερις Ούγγροι σταμάτησαν να διαπληκτίζονται κι άρχισαν να βασανίζουν το μυαλό τους: Τι μπορούσαν να κληροδοτήσουν στις επόμενες γενιές ώστε να εξασφαλίσουν την υστεροφημία τους; Να πελεκήσουν την πέτρα; Χρειάζονταν μια σμίλη. Και δεν είχαν ούτε καρφίτσα! Με την καρφίτσα, τουλάχιστον, θα μπορούσαν να χαράξουν ένα μήνυμα στον φλοιό κάποιου δέντρου κι αυτό το μήνυμα να μείνει για πάντα, όπως το τατουάζ στο ανθρώπινο δέρμα – αυτό υποστήριζε ο Σίπος.

«Γιατί δεν πετάμε μια μεγάλη πέτρα ψηλά στον ουρανό», πρότεινε ένας από τους δύο άντρες που βρίσκονταν υπό αστυνομική παρακολούθηση.

«Μην είσαι ανόητος, θα πέσει πάλι κάτω», του απάντησαν οι άλλοι. Διαφώνησε. Ο καημένος… δεν «του ’κοβε» και πολύ.

«Καλώς», απάντησε ύστερα από λίγο. «Εσείς γιατί δεν βρίσκετε κάτι καλύτερο; Τι κρατάει στον χρόνο;»

Τότε βάλθηκαν όλοι μαζί να σκέπτονται. Καμιά φορά συμφώνησαν να κρύψουν ένα κουκούτσι κερασιού ανάμεσα σε δυο πέτρες (έτσι που να μην το πάρει μακριά η βροχή). Σίγουρα δεν ήταν και η πιο μνημειώδης πράξη, άλλα δεν είχαν βρει και τίποτα καλύτερο, και κάτι έπρεπε να κάνουν.

Ωστόσο, αντιμετώπιζαν ένα πρόβλημα. Τον καιρό που γίνονταν τα κεράσια, και οι τέσσερις Ούγγροι τρέφονταν αποκλειστικά με αυτά – έτσι, τους έλειψαν. Σαν να μην έφτανε αυτό, κάποια στιγμή μάζεψαν όλα τα κουκούτσια, τα έλιωσαν κι έφτιαξαν μια ωραία σκόνη την οποία και έφαγαν. Συνεπώς, κουκούτσι δεν υπήρχε ούτε για δείγμα.

Τότε, ένας από τους Ούγγρους, ούτε ο Σίπος ούτε ένας από τους δύο άντρες που βρίσκονταν υπό αστυνομική παρακολούθηση, θυμήθηκε ΤΟ ΚΕΡΑΣΙ. (Πλέον δεν πήγαινε κόντρα στους άλλους· ίσα ίσα ήταν μαζί τους ψυχή τε και σώματι κι αδημονούσε να τους βοηθήσει.) Όμως, το συγκεκριμένο κεράσι κρεμόταν από το ψηλότερο κλαδί του δέντρου και οι τέσσερις Ούγγροι δεν μπορούσαν να το μαζέψουν. Έτσι, το κεράσι θα έμενε στη θέση του, μέχρι να ζάρωνε ως το κουκούτσι.

Τέλος, έφτασαν στο συμπέρασμα πως αν ανέβαινε ο ένας πάνω στους ώμους του άλλου θα κατάφερναν να κόψουν το μοναδικό κεράσι του δέντρου. Σχεδίασαν τα πάντα μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια. Κάτω κάτω στάθηκε ένας από τους δύο άντρες που βρίσκονταν υπό αστυνομική παρακολούθηση και πάνω του αυτός που δεν «του ’κοβε» και πολύ, μα είχε σπουδαία μυϊκή δύναμη. Στους ώμους του στάθηκε αυτός που δεν ήταν ούτε ο Σίπος ούτε ένας από τους δύο άντρες που βρίσκονταν υπό αστυνομική παρακολούθηση, και τελευταίος ο Σίπος ο κοκαλιάρης.

Ο Σίπος κατέβαλε μεγάλη προσπάθεια να σκαρφαλώσει στην κορυφή της στήλης που είχαν σχηματίσει οι τρεις σύντροφοί του και μόλις τα κατάφερε, τεντώθηκε όσο πιο πολύ μπορούσε. Μα μέχρι να ανέβει στην κορυφή, ξέχασε γιατί είχε αρχίσει να σκαρφαλώνει. Το ξέχασε τελείως. Οι υπόλοιποι τού φώναζαν να κατεβάσει το ζαρωμένο κεράσι… Μάταια, γιατί ο Σίπος έπασχε από βαρηκοΐα.

Κάπως έτσι, τα πράγματα οδηγήθηκαν σε αδιέξοδο. Πού και πού, κραύγαζαν κι οι τέσσερις με μια φωνή, όμως το πρόβλημα δεν διορθωνόταν, κι έμειναν όπως ήταν: ο ένας Ούγγρος πάνω στον άλλον.


ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ

Από τα (δε)κατα, τχ. 27


Πέμπτη 15 Μαρτίου 2012

Ίστβαν Έρκενυ: Βουδαπέστη


Ένα λεωφορείο καρφώθηκε πάνω σε ένα δέντρο στην πλατεία Κάλβιν. Αμέσως, όλα τα τραμ στην πόλη ακινητοποιήθηκαν. Τα πάντα ακινητοποιήθηκαν· ακόμα και το τρενάκι στη βιτρίνα του παιχνιδάδικου. Άκρα σιωπή. Σε λίγο, ακούστηκε ένας τραχύς θόρυβος, σαν κάτι να τρίβεται· ήταν απλώς ένα φύλλο εφημερίδας που το παρέσυρε ο άνεμος. Ύστερα, το φύλλο σταμάτησε σε έναν τοίχο, κι απλώθηκε βαθιά σιωπή και πάλι.

Οκτώ λεπτά μετά την έκρηξη της ατομικής βόμβας, το ηλεκτρικό ρεύμα «έπεσε» κι ευθύς αμέσως η τελευταία πλάκα γραμμοφώνου σταμάτησε να παίζει. Μιαν ώρα αργότερα, οι βρύσες έβγαλαν έναν ξερό ήχο και η ροή του νερού διακόπηκε. Τα κλαδιά στέγνωσαν σαν μια καυτή τσίγκινη στέγη. Ο σηματωρός τού έκανε νεύμα να ξεκινήσει, μα το τελευταίο εξπρές από τη Βιέννη δεν έφτασε ποτέ στον σταθμό. Ως τα χαράματα, το νερό στον βραστήρα της μηχανής είχε παγώσει.

Μέσα σε έναν μήνα, τα πάρκα γέμισαν με αγριόχορτα και οι αμμοδόχοι στις παιδικές χαρές βλάστησαν στάχυα. Τα ωραία ποτά στα ράφια του πανδοχέα εξατμίστηκαν. Όλα τα τρόφιμα, όλα τα δερμάτινα προϊόντα και όλα τα βιβλία φαγώθηκαν απ’ τα ποντίκια. Τα ποντίκια είναι άκρως… καρπερά: γεννοβολούν μέχρι και πέντε φορές τον χρόνο. Σύντομα πλημμύρισαν τους δρόμους, κυλώντας στο πλακόστρωτο σαν ένα απαλό, στο χρώμα της λάσπης, φουσκωμένο ποτάμι.

Κατέλαβαν διαμερίσματα, κρεβάτια και σειρές καθισμάτων στα θέατρα. Κατέκλυσαν ακόμη και την Όπερα, όπου τελευταία παράσταση ανέβηκε η «Τραβιάτα». Μόλις ροκάνισαν και την τελευταία χορδή του τελευταίου βιολιού, σήμανε και το κύκνειο άσμα της Βουδαπέστης.

Όμως, την επομένη, απέναντι από την Όπερα, μια πινακίδα εμφανίστηκε πάνω στα πέτρινα ερείπια του κτιρίου:

«Δρ Βαρσάνυ – Εξολοθρεύτρια ποντικιών. Εσείς φέρνετε το μπέικον, εγώ πιάνω τα ποντίκια».

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ

Από τα (δε)κατα, τχ. 27

Δευτέρα 6 Φεβρουαρίου 2012

Ίστβαν Έρκενυ: Εις μνήμην Δρος Χ. Γκ. Κ.


Ο Δρ Χ. Γκ. Κ. έσκαβε έναν λάκκο για να ρίξει το ψοφίμι ενός αλόγου, όταν ρώτησε στα γερμανικά: «Γνωρίζετε τον Χαίλντερλιν;»

«Ποιος είν’ αυτός;» γρύλισε ο Γερμανός φύλακας.

«Ο συγγραφέας του “Υπερίωνα”», απάντησε ο Δρ Χ. Γκ. Κ., ο οποίος είχε την τάση –πιθανώς, σε βαθμό πάθους– να δίνει εξηγήσεις. «Η σπουδαιότερη μορφή του Γερμανικού Ρομαντισμού. Τον Χάινε, μήπως;» προσπάθησε πάλι.

«Ποιοι ’ν’ όλοι αυτοί;» γρύλισε ο φύλακας, πιο δυνατά από πριν.

«Ποιητές», απάντησε ο Δρ Χ. Γκ. Κ.. «Τον Σίλλερ; Δεν μπορεί, κάποτε κάπου κάτι θα ακούσατε για τον Σίλλερ!»

«Για τον Σίλλερ… Και βέβαια», έγνεψε καταφατικά ο Γερμανός φύλακας.

«Για τον Ρίλκε;» επέμεινε ο Δρ Χ. Γκ. Κ.

«Ασφαλώς, και γι’ αυτόν», αποκρίθηκε ο Γερμανός φύλακας· αμέσως έγινε κόκκινος σαν πάπρικα και πυροβόλησε τον Δρα Χ. Γκ. Κ. στο πίσω μέρος του κεφαλιού.

Γνωρίζετε τον Χαίλντερλιν;

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ

Από τα (δε)κατα, τχ. 27

Τρίτη 24 Ιανουαρίου 2012

Ίστβαν Έρκενυ: Αναμνήσεις ενός νερόλακκου


Στις 22 Μαρτίου 1972, έβρεξε όλη μέρα· κι εγώ πήρα σχήμα σε ένα πολύ όμορφο μέρος. Μπορώ να σας δώσω και την ακριβή τοποθεσία: μπροστά από το κτίριο στην οδό Ντράβα, αρ. 7, Βουδαπέστη, 13ο διαμέρισμα – εκεί που έχει μια τρύπα στο πεζοδρόμιο.

Ε, ναι, λοιπόν, αυτό ήταν το σπίτι μου και πλήθος εκείνοι που πατούσαν μέσα μου, κι ύστερα στρέφανε πίσω το βλέμμα και μ’ έβριζαν και με βλαστήμαγαν με λόγια που δεν τολμώ καν να επαναλάβω. Για δύο μέρες ήμουν ένα νερόλακκος που δεχόταν κάθε προσβολή. Όλοι γνωρίζουν πως ο ήλιος έλαμψε πάλι στις 24 του μήνα. Αχ, τα παράδοξα της ζωής. Δεν πρόλαβε να κάνει λιακάδα κι αμέσως στέγνωσα!

Τι να πω; Έτσι δεν έπρεπε να κάνω; Μήπως γελάστηκα; Μήπως είχα υπερβολικές προσδοκίες από τους ανθρώπους της οδού Ντράβα στον αρ. 7; Όχι πως έχει καμιά σημασία πλέον, αλλά καλό θα ήταν να ξέρω· εξάλλου, νερόλακκοι δεν θα πάψουν ποτέ να σχηματίζονται σ’ εκείνο το σημείο. Τι κι αν χάνεται, κι αν φεύγει η ζωή στο άψε-σβήσε, κι οι μέρες μας είναι μετρημένες – όσο ήμουν κει κάτω, μια νέα γενιά ξεμύτισε, ολοζώντανη κι έτοιμη για δράση: φιλόδοξοι νερόλακκοι, νερόλακκοι με δυνατότητες, που με βομβάρδισαν ανελέητα με ερωτήσεις, π.χ. «Τι να περιμένουμε απ’ αυτή την πολλά υποσχόμενη τρύπα;»

Όμως, λίμνασα μόλις δυο μέρες· τι περισσότερο μπορώ να ξέρω για τη ζωή παρά πως είναι βάναυση· πως στη οδό Ντράβα φυσάει δαιμονισμένα· πως ο ήλιος λάμπει εκεί που δεν τον σπέρνουν – τουλάχιστον, σε αυτή την περίπτωση δεν στάζει η υδρορροή. Αχ φίλοι μου, τι τρύπες, τι κατάθλιψη! Χείμαρροι οι σωλήνες! Σακουλιασμένοι δρόμοι! Σπουδαία πράγματα τη σήμερον ημέρα! Νέοι μου, ακούστε: Γραμμή για τη Ντράβα!

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ

Από τα (δε)κατα, τχ. 27