Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΟΒΆΛΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΟΒΆΛΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 31 Δεκεμβρίου 2009

Νοβάλις: Ύμνοι στη Νύχτα, VI [Νοσταλγώντας τον θάνατο]

VI

Νοσταλγώντας τον θάνατο

Βαθιά στην αγκαλιά της γης, όπου το φως δεν έχει εξουσία, εκεί είναι το παράφορο πλήγμα και το μένος της οδύνης, ευνοϊκοί οιωνοί για το ταξίδι. Γρήγορα πλησιάζουμε την όχθη του ουρανού με τη στενή μας βάρκα.

Ευλογημένη η ακατάλυτη νύχτα που μας τάχθηκε, ο ύπνος ο γαλήνιος που διαρκεί το Αιώνιο. Όντως, μας ζέστανε η μέρα· μας μάραναν τα θλιβερά της έργα. Μας κούρασε η χαρά του ξένου· ας επιστρέψουμε στο σπίτι του Πατέρα!

Τι θέλουμε στον κόσμο αυτόν με την αγάπη και την πίστη μας; Ό,τι παλιό θα γκρεμιστεί· τότε, το Νέο τι θα μας υποσχεθεί; Αχ, έρημος στέκεται –βαθύς στεναγμός– όποιος με ευλάβεια και πάθος αγαπάει το Παρελθόν:

όπου εκτυφλωτικές οι αισθήσεις έκαιγαν σε φλόγες ψηλές· όπου οι άνθρωποι ακόμη αναγνώριζαν το χέρι και την όψη του Πατέρα. Κι απ’ τα μεγάλα πνεύματα, πολλοί ακόμη έμοιαζαν, με απλότητα, στην αρχέτυπη εικόνα τους.

Όπου ακόμη έλαμπαν πανάρχαιοι κορμοί πλήθος άνθη και τα παιδιά ζητούσαν την οδύνη και τον θάνατο για το Βασίλειο των Ουρανών. Όπου η χαρά μιλούσε κι η ζωή· κι ωστόσο, σπάραζε η καρδιά πολλών γι’ αγάπη.

Όπου ο Θεός φανέρωσε με πάθος νεανικό τον εαυτό του και τη γλυκιά ζωή, με αγάπη, αφιέρωσε στον πρόωρο θάνατό του. Ο τρόμος κι η οδύνη δεν πηγάζουν απ’ Αυτόν· το Τέλος Του ό,τι μας έμεινε: ακριβό.

Με έντρομη νοσταλγία βλέπουμε το Παρελθόν τυλιγμένο την ερεβνή νύχτα. Η δίψα μας δεν θα σβήσει ποτέ μέσα στο Εφήμερο των εποχών. Πρέπει να επιστρέψουμε στην πατρίδα για να δούμε τον κάποτε εκείνον άγιο Καιρό.

Τι αργεί ακόμη αυτόν τον γυρισμό; Οι αγαπημένοι μας αναπαύονται ήδη από καιρό. Έγκλειστη κρατάει ο τάφος τους τη ροή του βίου μας. Πλέον, δεν έχουμε να αναζητήσουμε κάτι. Η καρδιά χορτάτη – ο κόσμος είναι που πεινάει.

Αδιάκοπο, κρυφό ένα ρίγος γλυκό μάς διαπερνάει – μου φαίνεται πως απαντάει στον θρήνο μας αντίλαλος από τις έγκατες εκτάσεις. Οι αγαπημένοι νοσταλγούν καθώς εμείς κι έστειλαν μια ανάσα νοσταλγία σημάδι.

Κάτω, στη νύφη τη γλυκιά, στον Ιησού τον Αγαπημένο – κουράγιο σ’ εκείνους που αγαπούν, τους λυπημένους: φέγγει η αυγή του βραδινού. Όνειρο σπάζει τα δεσμά και μας βυθίζει στου Πατρός την αγκαλιά.


NOVALIS [1772-1801]
Γερμανός ποιητής

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ

Πέμπτη 17 Δεκεμβρίου 2009

Νοβάλις: Ύμνοι στη Νύχτα, V

V

Προ αμνημονεύτων χρόνων, σιδερένια Μοίρα εξουσίαζε τις διάσπαρτες φυλές των ανθρώπων με άλαλη βία. Βαριά, σκοτεινά δεσμά έσφιγγαν την έντρομη ψυχή τους. Απέραντη απλωνόταν η γη – κατοικία και πατρίδα των Θεών. Από αιώνες μυστήρια ορθωνόταν η Κτίση της. Πάνω από τα κόκκινα βουνά της αυγής, μέσα στην ιερή αγκαλιά της θάλασσας, κατοικούσε ο ήλιος: το ζωντανό, εκτυφλωτικό φως που έκαιγε τα πάντα.

Ένας αρχαίος γίγαντας βάσταζε στην πλάτη του τον μακάριο κόσμο. Δεσμώτες κάτω από βουνά ζούσαν οι πρωτότοκοι της Μητέρας-Γης: ανήμποροι μέσα στο ολέθριο μένος τους για το καινούριο, υπέρλαμπρο γένος των Θεών και το συγγενές του γένος των χαρούμενων ανθρώπων. Τα σκοτεινά πράσινα βάθη της θάλασσας ήταν η αγκαλιά μιας θεάς. Στις κρυστάλλινες σπηλιές ξεφάντωνε ένα ακόλαστο πλήθος. Ποτάμια και δέντρα και άνθη και ζώα είχαν ανθρώπινες αισθήσεις. Γλυκό κερνούσε το κρασί η αφθονία κι έπαιρνε νεανική μορφή: ένας θεός ανάμεσα στα αμπέλια· μία στοργική μητέρα θεά που δέσποζε μέσα στα ολόχρυσα δεμάτια – η ιερή μέθη της αγάπης: γλυκό προσκύνημα στην ομορφότερη θεά – μια ατέλειωτη, πολύχρωμη γιορτή των παιδιών του Ουρανού και των κατοίκων της Γης βούιζε η ζωή, όπως η άνοιξη μες τους αιώνες. Και όλες οι φυλές λάτρευαν με αφέλεια παιδική την αιθέρια φωτιά με τις πλήθος πτυχές, σαν ό,τι το Ύψιστο του κόσμου. Ένας και μόνο υπήρχε στοχασμός· μία και μόνο φρικτή οπτασία,

που χύμηξε φοβερή στα πρόσχαρα τραπέζια
και περιέβαλε το πνεύμα με άγρια ταραχή.
Κι ούτε οι θεοί δεν γνώριζαν ποια συμβουλή
θα γέμιζε παρηγοριά τα σκοτισμένα στήθη.
Άδυτος ο δρόμος του τέρατος
και καμιά ικεσία, καμία προσφορά δεν κατεύναζε την οργή·
Ο θάνατος ήταν που έπαψε με πόνο,
με αγωνία και δάκρυα την γιορτή.

Για πάντα, πλέον, απομονωμένο από το καθετί
ό,τι σαλεύει εδώ η καρδιά με ολόγλυκη λαγνεία,
που θάλλει απ’ τους αγαπημένους μακριά,
κι εγείρει την μακρά οιμωγή, την μάταιη νοσταλγία·
ένα όνειρο αμυδρό έμοιαζε στον νεκρό απλώς
και τού επέβαλε μια ανήμπορη μονομαχία:
στον βράχο της απύθμενης θλίψης έσπαζε
το κύμα της ευδαιμονίας.

Με τόλμη και την υψηλή φλόγα των αισθήσεων
ομόρφαινε ο άνθρωπος την αποτρόπαιη μάσκα·
ένας πράος νέος άντρας σβήνει το φως και αναπαύεται –
το τέλος θα ’ναι σίγουρα γλυκό, καθώς ο στεναγμός μιας
άρπας.
Η μνήμη λιώνει στον ψυχρό κατακλυσμό των ίσκιων·
έτσι το τραγούδι έψαλε την θλιβερή ανάγκη.
Κι ωστόσο, αίνιγμα παρέμεινε η νύχτα η ακατάλυτη:
μιας εξουσίας μακρινής το αυστηρό σύμβολο και σημάδι.

Ο αρχαίος κόσμος πλησίαζε στο τέλος του. Ο χαρούμενος κήπος του νέου γένους είχε μαραθεί – ψηλά, στον έρημο, στον πιο ελεύθερο χώρο προσέτρεχαν οι άνθρωποι, καθώς μεγάλωναν και άφηναν την παιδική τους ηλικία. Οι θεοί χάνονταν με την ακολουθία τους. Η φύση: έρημη και άψυχη. Με σιδερένιες αλυσίδες την κρατούσαν ο στείρος αριθμός και το αυστηρό μέτρο δεμένη. Και της ζωής η απροσμέτρητη ανθοφορία σκόρπιζε, όπως οι άνεμοι κι η σκόνη, σε σκότος λέξεις. Η πίστη παράκληση κι η Φαντασία, η επουράνια σύντροφος που μεταβάλλει τα πάντα και τα συναδελφώνει, είχαν δραπετεύσει. Μίσος φυσούσε ένας ψυχρός βοριάς πάνω από κόκαλα λιβάδια, και παγωμένη η πατρίδα των θαυμάτων έφευγε, σκόρπιζε στον αιθέρα. Κατάφωτοι κόσμοι κατέκλυζαν τις ουράνιες εκτάσεις. Σε πιο βαθύ Ιερό, στον πιο υψηλό χώρο της αγάπης σερνόταν η Ψυχή με όσες της δυνάμεις – για να εξουσιάσει, εκεί, ως την αυγή της καθημερινής λαμπρότητας του κόσμου. Το φως δεν ήταν πια οικία των θεών και ουράνιο σημάδι – τώρα, τους έσκεπε η νύχτα με τα πέπλα της: η δύναμη αγκαλιά της Αποκάλυψης – κι εντός της οι θεοί επέστρεφαν και βυθίζονταν στον ύπνο τους, για να υπερβούν καινές μορφές πλήρεις φωτός την μεταμόρφωση του κόσμου. Σε έναν λαό, που ωρίμασε πρόωρα πολύ από όλους περιφρονημένος, κι απ’ την αγνή, μακάρια νεότητα πεισματικά έμεινε ξένος, πρόβαλε ο νέος κόσμος το ως τότε άγνωστο πρόσωπό του· στην φτώχεια ενός ποιητικού καταλύματος· Υιός της πρώτης παρθένου μητέρας – του μυστικού εναγκαλισμού αιώνιος καρπός. Πρώτη η σοφία της Ανατολής –διαίσθηση ανθισμένη– εννόησε την απαρχή της νέας Εποχής. Άστρο τούς έδειχνε την οδό για το ταπεινό λίκνο του Βασιλιά. Στο όνομα του απώτερου μέλλοντος τον προσκύνησαν λαμπρότητα και ευωδία: τα ύψιστα θαύματα της φύσης. Έρημη άνοιγε η ουράνια καρδιά: άνθος της παντοδύναμης αγάπης – στραμμένο στην απόμακρη όψη του πατέρα, γαλήνιο επάνω στο μακάριο στήθος οιωνό της στοργικά αυστηρής μητέρας. Με ένθεο πάθος κοιτούσε ο προφήτης οφθαλμός του νέου Βλαστού τον μέλλοντα καιρό και τους αγαπημένους: τους απόγονους του θεϊκού του γένους – αμέριμνος για ό,τι πεπρωμένο του επί γης. Γρήγορα γύρω του μαζεύτηκαν οι πλέον άδολες καρδιές, κυριευμένες από την βαθιά, θαυμάσια αγάπη. Κοντά του, φύτρωνε βλαστός μια νέα ζωή: όμως, για εκείνον ξένη. Αστείρευτες οι λέξεις, χαρμόσυνες ειδήσεις, σαν σπίθες ενός πνεύματος θεού έπεφταν από τα φιλικά του χείλη. Από ακτή ακτές μακριά, κάτω απ’ της Ελλάδας γεννημένος τον χαρούμενο ουρανό, ήλθε ένας Βάρδος στην Παλαιστίνη, και δόθηκε με όλη του την καρδιά στο βρέφος των θαυμάτων:

εσύ είσαι η μορφή του νέου ανδρός, που από καιρό
στέκει στους τάφους μας βαθιά στοχαστική·
ένα παρήγορο σημάδι μέσα στο έρεβο σκοτάδι–
του πιο υψηλού Ανθρώπου η χαρμόσυνη αυγή.
Ό,τι μας γκρέμισε στην άβυσσο θλίψη,
με νοσταλγία γλυκιά, τώρα μας ανασύρει.
Στην ώρα του θανάτου πρόβαλε η αιώνια ζωή·
εσύ είσαι θάνατος, και λύτρωση μαζί.

Και κίνησε όλο αγαλλίαση για το Ινδουστάν – μεθυσμένη η καρδιά του από αγάπη γλυκιά, ξεχείλιζε τραγούδια την παραφορά κάτω απ’ τον ήπιο ουρανό, ώστε ένα πλήθος καρδιές υποκλινόταν στο πέρασμά του και το χαρμόσυνο άγγελμα σήκωνε στον αέρα χίλιες χιλιάδες κλαδιά. Σύντομα, μετά τον αποχωρισμό του, η ακριβή ζωή μετρήθηκε: θυσία για την άβυσσο πτώση του ανθρώπου· κι Εκείνος πέθανε σε νεαρή ηλικία· ξένος πολύ από τον προσφιλή Του κόσμο: τον θρήνο της μητέρας και τους δειλούς συντρόφους. Το στόμα Του: μειλίχιο· άδειασε το σκοτεινό ποτήρι των φρικτών Παθών. Με δέος και αγωνία πλησίαζε η στιγμή της Γέννησης τον Νέο Κόσμο. Σκληρά αντιστάθηκε στους φόβους του παλιού θανάτου. Βαρύ επάνω Του έσπαζε το φορτίο του παλιού κόσμου. Το βλέμμα Του αποζήτησε την μητέρα ακόμη μία φορά – τότε Τον έπληξε λυτρωτικό το χέρι της αιώνιας ζωής – και κοιμήθηκε. Λίγες ημέρες μόνο, κρεμόταν το βαθύ πέπλο πάνω απ’ την γη που έτρεμε, πάνω απ’ την θάλασσα βουή –ξεσπούσαν οι αγαπημένοι Του σε δάκρυα ποτάμια. Και άνοιξε η σφραγίδα του Μυστηρίου – και πνεύματα ουράνια σήκωναν, έπαιρναν ψηλά την πανάρχαιη πέτρα από τον σκοτεινό τάφο. Άγγελοι παραστέκονταν στον προσκέφαλο ύπνο Του – απ’ ό,τι του ονείρου Του με αβρότητα πλασμένοι. Και ξύπνησε μέσα στην νέα λαμπρότητα των θεών και αναδύθηκε στα Ύψη του νεογέννητου κόσμου – κι έθαψε με το ίδιο Του το χέρι το Παλιό Πτώμα στην έρημη σπηλιά και κύλησε στην θέση της, με παντοδύναμο χέρι, την πέτρα που δε θα παραμέριζε καμία δύναμη, ποτέ πια!

Ακόμη δακρύζουν χαρά οι αγαπημένοι Σου: δάκρυα συγκίνησης και της απύθμενης ευγνωμοσύνης στον τάφο Σου· ακόμη Σε βλέπουν –έντρομη αγαλλίαση– να ανασταίνεσαι· και ανασταίνονται κι εκείνοι· ακόμη βλέπουν να θρηνείς πάθος γλυκό στο στήθος της μητέρας· ακόμη αυστηρός να περιφέρεσαι μαζί με τους συντρόφους Σου και να κηρύττεις λέξεις που έδρεψες από το Δέντρο της Ζωής τον Λόγο Σου· κι ακόμη: να σπεύδεις όλο νοσταλγία στα χέρια του Πατέρα· τον Νέο Άνθρωπο να φέρνεις και τα αστείρευτα ποτήρια του μέλλοντα χρυσού καιρού. Σύντομα η μητέρα έσπευσε να Σε ακολουθήσει – σ' έναν θριαμβικό ουρανό. Η πρώτη δίπλα Σου στη νέα πατρίδα. Έκτοτε, κύλησε πολύς καιρός και σάλευε όλο και πιο λαμπερή η νέα Σου Κτίση· χιλιάδες ήλθαν κοντά Σου, αφήνοντας τον πόνο και τις τύψεις, και Σε ακολούθησαν γεμάτοι αφοσίωση και νοσταλγία και πίστη – περπατώντας μαζί Σου, και με την ουράνια Παρθένο, στο Βασίλειο της αγάπης: Υπηρέτες στον Ναό του ουρανού θανάτου και δικοί Σου εις τους αιώνες.

Σηκώνεται η πέτρα
και ο Άνθρωπος ξυπνά·
σ’ εσένα μένουμε πιστοί
και δεν νιώθουμε δεσμά.
Ρέει πικρότατη η οδύνη
μπρος στο χρυσό ποτήρι,
όταν η Πλάση και η ζωή,
στον τελευταίο Δείπνο, υποκύπτει.

Σε γάμο ο θάνατος καλεί·
και εκτυφλωτικοί καίνε οι λύχνοι·
στη θέση τους οι παρθένες–
το λάδι να μην λείψει.
Κι όμως: οι εκτάσεις ηχούσαν
την πομπή από μακριά
και τα άστρα μάς καλούσαν
με ανθρώπινη λαλιά.

Χιλιάδες, Μαρία, υψώνονται
καρδιές προς την Ουσία σου.
Και μόνο εσένα αποζητούν
στον Ίσκιο της ζωής:
ελπίζουν να θεραπευθούν
με προφητική χαρά.
Κράτα τους, άγια ύπαρξη,
στο πιστό στήθος σου σφιχτά.

Έτσι αυτοί, που κατατρώγονται
από φλόγα βάσανα πικρά,
φεύγουν απ’ τον κόσμο αυτόν
και σ’ εσένα στρέφονται ξανά:
που μάς έδραμες βοηθός
στην ανάγκη και στον πόνο.
Τώρα, σπεύδουμε κι εμείς μαζί τους
για να υπάρξουμε στο Αιώνιο.

Όποιος την πίστη του αγάπη εκφέρει,
σε τάφο οδύνη δεν θρηνεί.
Το γλυκό αγαθό της αγάπης
κανένας δεν του το στερεί.
Η νύχτα: έκσταση τον κατακλύζει
και την νοσταλγία του καταπραΰνει·
πιστά τα παιδιά του Ουρανού
την επικράτεια της καρδιάς του φρουρούν.

Κουράγιο, οδεύει η καθ’ ημάς
ζωή προς στην Αιώνια·
η μέσα φωτιά διευρύνει
και μεταμορφώνει το Πνεύμα μας.
Λιώνει ο κόσμος των αστερισμών,
ρέει: χρυσός οίνος ζωής.
Ως τον πάτο θα τον ξεδιψάσουμε
και άστρα εκτυφλωτικά θα λάμψουμε.

Η αγάπη ελευθερώθηκε: έσπασαν τα δεσμά·
και χωρισμός: ποτέ πια.
Φουσκώνει, αγριεύει όλη η ζωή,
σαν θάλασσα απέραντη δίχως ακτή.
Μόνο μία νύχτα αγαλλίαση·
μόνο ένα ποίημα αιώνιο·
και ο γεμάτος ήλιος μας
είναι του Θεού το πρόσωπο.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ

NOVALIS [1772-1801]
Γερμανός ποιητής

Παρασκευή 11 Δεκεμβρίου 2009

Νοβάλις: Ύμνοι στη Νύχτα, IV


IV

Τώρα γνωρίζω πότε θα έρθει η τελευταία αυγή – όταν το φως πάψει να διώχνει την αγάπη και τη νύχτα· όταν ο ύπνος: αιώνιος, ένα όνειρο αστείρευτο και μόνο. Εντός μου εξαντλημένος ο ουρανός. Μακρύς κι επώδυνος ο δρόμος του προσκυνήματος στον άγιο Τάφο κι επαχθής ο σταυρός. Το κρυστάλλινο κύμα, το ασύλληπτο για τις κοινές αισθήσεις, ξεσπάζει την πηγή του βαθιά στη σκοτεινή αγκαλιά του υψώματος που συντρίβει στα πόδια του τον γήινο κατακλυσμό – αυτός που το δοκίμασε, αυτός που στάθηκε ψηλά στο σύνορο βουνό του κόσμου και κάρφωσε το βλέμμα του στη νέα γη, στο ενδιαίτημα της νύχτας, πράγματι, δεν γυρνά στην αναταραχή του κόσμου, στη γη όπου το φως κατοικεί σε διαρκή αταξία.

Εκεί χτίζει καλύβες, τα ειρηνικά του καταλύματα, εκεί ερωτεύεται και νοσταλγεί, και ατενίζει, ωσότου η πλέον ευπρόσδεκτη απ’ όλες τις ώρες να τον τραβήξει κάτω στη ρίζα της πηγής – της γης ό,τι αναδύεται και το σαρώνουν θύελλες, μα ό,τι αγίασε το άγγιγμα του έρωτα, ελεύθερο κυλάει μέσα από δρόμους μυστικούς στο Επέκεινα, όπου, σαν ευωδιά, αναμιγνύεται τον ύπνο των Αγαπημένων.

Ακόμη ξυπνάς, χαρούμενο φως, για τη δουλειά τον καταπονημένο· κι εντός μου κυλάς τον πρόσχαρο βίο – μα απ’ το βρυώδες άγαλμα της μνήμης δεν με αποτραβάς. Τότε, θα σάλευα πρόθυμα τα φίλεργα χέρια, τότε θα κοίταζα παντού, όπου με χρειαζόσουν – θα δόξαζα τη λάμψη σου που σφύζει από μεγαλοπρέπεια, κι ακούραστος θα επιδίωκα την έξοχη αρμονία που διέπει τα τεχνητά σου έργα· όλο χαρά θα μέτραγα τον συνετό διασκελισμό των λαμπερών, των δυναστών ωροδεικτών σου – θα εμβάθαινα στη συμμετρία των δυνάμεων, στους κανόνες του θαυμάσιου παιχνιδιού των αναρίθμητων κόσμων και των εποχών τους. Μα η κρυφή καρδιά μου μένει ακόμη πιστή στη νύχτα και στην κόρη της: τη δημιουργό αγάπη. Μπορείς να μου δείξεις μια καρδιά αιώνια πιστή; Έχει ο ήλιος σου φίλους οφθαλμούς που με γνωρίζουν; Τ’ άστρα σου αγγίζουν το χέρι μου που αποζητά; Μου ανταποδίδουν τρυφερό το σφίξιμο και χάδι την κουβέντα; Εσύ τα στόλισες χρώματα και το ανάλαφρο περίγραμμα που τρεμοσβήνει – ή μήπως εκείνη έδωσε στον διάκοσμό σου πιο υψηλή, πιο προσφιλή αξία; Ποια ηδονή, ποια απόλαυση προσφέρει ο βίος σου που ξεπερνάει τις χαρές του θανάτου; Δεν φοράει το χρώμα της νύχτας ό,τι μας συνεγείρει; Εκείνη σε κυοφορεί και σε γεννά· σ’ αυτήν χρωστάς όλη σου τη μεγαλοπρέπεια. Θα χανόσουν στον εαυτό σου – θα έλιωνες, θα διαλυόσουν στον απέραντο χώρο, αν δεν σε κράταγε σφιχτά στην αγκαλιά της, αν δεν σε φύλαγε στα σπάργανα ζεστό, να μεγαλώσεις και να γεννήσεις με τη φωτιά σου τον κόσμο. Αλήθεια, υπήρχα πριν να γεννηθείς· η μητέρα μ’ έστειλε με τ’ αδέλφια μου στον κόσμο σου για να τον κατοικήσουμε και να τον εξαγνίσουμε με αγάπη, ώστε να γίνει ένα άφθαρτο μνημείο – και να τον σπείρουμε αμάραντα άνθη. Ακόμη δεν ωρίμασαν οι θείοι στοχασμοί. Ακόμη λιγοστά τα ίχνη της Αποκάλυψής μας. Κάποτε θα δείξουν οι ωροδείκτες σου το τέλος του χρόνου· θα είσαι ένας από εμάς· θα σβήσεις όλο πάθος και νοσταλγία και θα πεθάνεις. Μέσα μου νιώθω το τέλος των έργων σου – ελευθερία ουράνια, μακάριος γυρισμός. Στους παράφορους πόνους γνωρίζω την εξορία σου από την πατρίδα μας, την εναντίωσή σου στον παλιό, στον εξαίσιο ουρανό. Μάταια η τρέλα και το μένος σου. Μέσα απ’ τις φλόγες άφθαρτος υψώνεται ο σταυρός: λάβαρο νίκης του Γένους μας.

Υψώνομαι εκεί,
όπου κάθε οδύνη
μια νύχτα κεντρί
της ηδονής θα γίνει.
Πλησιάζει ο καιρός
που θα λυτρωθώ
και μεθυσμένος στην αγκαλιά
του έρωτα θα βρεθώ.
Εντός μου σαν κύμα θεριεύει
η αιώνια ζωή·
το βλέμμα μου επάνω σου
γκρεμίζω από την κορυφή.
Η λάμψη σου σβήνει
στο ύψωμα εκείνο –
δροσερό στεφάνι
φοράει ένας ίσκιος.
Θήλασε, αγαπημένο,
ό,τι εντός μου χυμό:
να με πάρει ο ύπνος,
να μπορώ ν’ αγαπώ.
Την πλημμύρα του Τέλους
πάλι αισθάνομαι νέα·
δες: σε βάλσαμο, αιθέρα
πώς αλλάζει το αίμα.
Ζω τις ημέρες
όλο πίστη και θάρρος
και πεθαίνω τις νύχτες
μέσα στο άγιο Πάθος.

NOVALIS [1772-1801]
Γερμανός ποιητής

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠAΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ

Πέμπτη 26 Νοεμβρίου 2009

Νοβάλις: Ύμνοι στη Νύχτα ΙΙ, ΙΙΙ


II

Μα πρέπει πάντα η αυγή να επιστρέφει; Δεν θα τελειώσει ποτέ αυτή η γήινη δυναστεία; Βέβηλη η μέριμνα για τα καθημερινά κατασπαράζει την ουράνια έλευση της νύχτας. Δεν θα αφεθεί ποτέ η μυστική θυσία της αγάπης στην αιώνια φλόγα; Το φως μετρήθηκε στον Χρόνο του∙ όμως η νύχτα άχωρη και άχρονη εξουσιάζει. Κι ο ύπνος διαρκεί το Αιώνιο. Ω ύπνε ιερέ, μην στέργεις τόσο σπάνια τον αφοσιωμένο Υπηρέτη της νύχτας, μέσα σε αυτό το επίγειο έργο των ημερών. Μόνο οι τρελοί σε παρανοούν και δεν γνωρίζουν τίποτε από σένα, παρά τον ίσκιο, που επάνω μας σπλαχνίζεσαι, σε εκείνο το λυκόφως της αληθινής νύχτας: δεν σε αισθάνονται στον χρυσό κατακλυσμό των σταφυλιών, στο λάδι το θαυμάσιο της αμυγδαλιάς και στον σκούρο χυμό της παπαρούνας∙ δεν ξέρουν ότι εσύ ανασαίνεις στα τρυφερά στήθη του κοριτσιού και φτιάχνεις από την αγκαλιά του έναν ουρανό – δεν υποπτεύονται καν ότι εσύ αντιβαίνεις, από ιστορίες παλιές, ο άπλετος ουρανός, και φέρεις το κλειδί για τις οικίες των Μακαρίων, άλαλος Αγγελιαφόρος των πιο μεγάλων μυστικών.



III

Κάποτε, όταν ξέσπαγα σε δάκρυα πικρά, και τέλειωνα στον πόνο κι η ελπίδα μου χανόταν μακριά κι έρημος στεκόμουν στο γυμνό ύψωμα που φύλαγε το Σχήμα της Ζωής μου απλωμένο στη στενή, τη σκοτεινή του επικράτεια, έρημος όσο κανείς Έρημος υπήρξε, από έναν τρόμο ανείπωτο σπρωγμένος – αδύναμος, ένας αξιολύπητος συλλογισμός και μόνο. Κι όπως τριγύρω κοίταζα γυρεύοντας βοήθεια, ανήμπορος να κινηθώ μπροστά ή να στραφώ και πάλι πίσω, κι απ’ τη φευγάτη, εφήμερη ζωή με μιαν απύθμενη λαχτάρα γαντζωμένος: τότε ήλθε απ’ τη γαλάζια έκταση –απ’ τα ψηλά της παλαιάς ευδαιμονίας μου– ένα λυκόφως ρίγος∙ μεμιάς έσπασαν τα δεσμά της Γέννησης: οι αλυσίδες από φως. Η γήινη λαμπρότητα φτερούγισε μακριά κι ο θρήνος μου μαζί της – κι η θλίψη κύλησε ευθύς στο βάραθρο ενός καινούργιου κόσμου. Ω έκσταση της νύχτας, ήλθες από πάνω μου: γαλήνιος ύπνος του ουρανού – κι ο τόπος σηκώθηκε αργά∙ ψηλά, κρεμόταν ελεύθερο το νεογέννητο πνεύμα μου. Το ύψωμα έγινε ένα σύννεφο σκόνη – κι εντός του είδα καθαρή την όψη της Αγαπημένης. Στα μάτια της ησύχαζε το Αιώνιο – και κράτησα τα χέρια της σφιχτά μες στα δικά μου∙ τα δάκρυα σπίθισαν άρρηκτα δεσμά. Χιλιάδες χρόνια καταιγίδα σάρωναν χαμηλά, σε απόσταση. Και στον λαιμό της δάκρυζα χαρά τη νέα ζωή. Ήταν το πρώτο και το μοναδικό όνειρο – κι έκτοτε τρέφω ακλόνητη, αιώνια την πίστη μου στον ουρανό της νύχτας και στο φως του: την Αγαπημένη.


NOVALIS [1772-1801]
Γερμανός ποιητής

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ

Τετάρτη 18 Νοεμβρίου 2009

Νοβάλις: Ύμνοι στη νύχτα I


Ι

Ποιο ζωντανό πλάσμα, προικισμένο με αισθήσεις, δεν αγαπάει περισσότερο απ’ όλες τις θαυμάσιες λάμψεις του χώρου που απλώνεται τριγύρω του, εκείνο το πασίχαρο φως – με τα χρώματα, με τις ανταύγειες και τις αχτίδες του∙ την αβρή του παρουσία παντού, καθώς η μέρα που ξυπνάει; Ο κόσμος τέρας των ακατάβλητων αστερισμών, σαν κάτι απ’ την εσώτατη ψυχή της ύπαρξης το ανασαίνει και επιπλέει χορεύοντας μες στον γαλάζιο του κατακλυσμό∙ κι ακόμη: αιώνες σιωπηλή η ακτινοβόλος πέτρα, το τρυφερό φυτό που θρέφεται ρουφώντας ό,τι χυμός στη γη, και το παράφορο θηρίο με πλήθος όψεις το ανασαίνει∙ μα πιο πολύ ο εξαίσιος ξένος: με το στοχαστικό το βλέμμα, το ανάερο περπάτημα και τα μελωδικά του χείλη απαλά κλεισμένα. Εκείνο, ως βασιλιάς της επίγειας φύσης, καλεί όλες τις δυνάμεις του σε αναρίθμητες μεταμορφώσεις: συνάπτει και διαλύει ακατάπαυστα συμμαχίες και η ουράνια εικόνα του περιβάλλει κάθε γήινη ουσία. Η παρουσία του και μόνο δείχνει το μέγα θαύμα των βασιλείων του κόσμου.

Κάτω εδώ, εγώ προσφεύγω στη σεπτή, ανείπωτη, μυστήρια νύχτα. Πιο πέρα, ο κόσμος γκρεμισμένος σ’ έναν τάφο βαθύ∙ ο τόπος του: άγονος και έρημος. Έγκατη θλίψη φυσάει σ’ ένα έγχορδο στήθος. Θα γκρεμιστώ: δροσάτο φως ντυμένο στάχτη. Επιθυμίες νεανικές, όνειρα παιδικά, πρόσκαιρες χαρές ενός μακρότατου βίου και μάταιες ελπίδες έρχονται τις αποστάσεις της μνήμης ντυμένες στα γκρίζα, καθώς η βραδινή ομίχλη μετά την δύση του ηλίου. Το φως αλλού, σε άλλους τόπους, ρίχνει χαρούμενο σκοινιά και τους πασσάλους του. Δεν πρέπει κάποτε να επιστρέψει στα παιδιά του, που προσμένουν με αθώα πίστη να επιστρέψει;

Τι αναβλύζει ξάφνου απ’ την καρδιά τόσο εκδικητικό και κατατρώγει τον απαλό άνεμο της θλίψης; Βρίσκεις κι εσύ χαρά εντός μας, ερεβνή νύχτα; Τι είναι αυτό που σκέπει ο μανδύας σου και πλήττει αθέατο με λύσσα την ψυχή μου; Βάλσαμο εξαίσιο κυλάει μέσα απ’ το χέρι σου μια δέσμη παπαρούνες – κι υψώνεις βαριές τις φτερούγες του πνεύματος. Σκοτεινούς κι ανέκφραστους μάς κυριαρχεί το ρίγος – έντρομος από χαρά βλέπω μιαν όψη αυστηρή∙ γαλήνια, ευλαβική γέρνει προς το μέρος μου και μέσα από ατέλειωτες απόκρημνες μπούκλες προβάλλει στοργική η νεότητα της μητέρας. Πόσο φτωχό και παιδιάστικο μού φαίνεται τώρα το φως! Πόσο χαρμόσυνος κι ευλογημένος ο αποχωρισμός της μέρας! Γι’ αυτό μόνο λοιπόν, γιατί η νύχτα σού στερεί τους υπηρέτες σου, σπέρνεις εκτυφλωτικές τις σφαίρες σου στα χάσματα του χώρου, για να διαλαλήσεις την παντοδυναμία σου –την επιστροφή– στις ώρες της απουσίας σου. Και τα αμέτρητα μάτια που ανοίγει η νύχτα εντός μας φαίνονται πιο του ουρανού κι απ’ τα περίλαμπρα άστρα∙ καθώς βλέπουν μακρύτερα από τα κάτωχρα εκείνα πλήθη και δεν χρειάζονται το φως για να περάσουν τα έγκατα ενός στοργικού πνεύματος: ό,τι κατακλύζει με απερίγραπτη λαχτάρα έναν τόπο αγέρωχο. Δόξα στη βασίλισσα της Οικουμένης, στην μεγαλοπρεπή επαγγελία των ιερών κόσμων, στην τροφό της μακάριας αγάπης. Εκείνη σε στέλνει σ’ εμένα, τρυφερή αγαπημένη, ήλιο εξαίσιο της νύχτας· τώρα αγρυπνώ – καθώς ανήκω και στους δυο μας. Εσύ μού έταξες τη νύχτα για να ζήσω κι έπλασες έναν άνθρωπο απ’ την ύλη μου – κατασπάραξε, λοιπόν, το σώμα μου με όλη την παραφορά του πνεύματος, ώστε να ενωθώ στον άνεμο μαζί σου∙ κι ύστερα η γαμήλια νύχτα θα διαρκεί το Αιώνιο.

NOVALIS [1772-1801]
Γερμανός ποιητής

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ

Παρασκευή 30 Οκτωβρίου 2009

Ένα κείμενο για τους Ύμνους στη Νύχτα


ΤΟΝ ΑΥΓΟΥΣΤΟ ΤΟΥ 1800, δημοσιεύεται στο περιοδικό Athenäum –όργανο της φιλοσοφικής και λογοτεχνικής έκφρασης του πρώιμου γερμανικού ρομαντισμού, που εξέδιδαν στην Ιένα, από το 1798 ως το 1800, οι αδελφοί Φρίντριχ και Αουγκούστ Βίλχελμ Σλέγκελ– η αναθεωρημένη εκδοχή των Ύμνων στη Νύχτα του Νοβάλις, ψευδώνυμο του Γκέοργκ Φρίντριχ Φίλιπ Βαρώνου φον Χάρντενμπεργκ. Ήταν ένα από τα λίγα έργα του που είδαν το φως της δημοσιότητας κατά τη διάρκεια της σύντομης ζωής του. Είχε προηγηθεί ένα χειρόγραφο σχεδίασμα (τέλη 1799-αρχές 1800) διαρθρωμένο σε στίχους. Το δεύτερο σχεδίασμα, το οποίο ο ποιητής σκόπευε να τιτλοφορήσει Η Νύχτα, ανακύπτει λίγο αργότερα: τέλη Ιανουαρίου-αρχές Φεβρουαρίου 1800. Γραμμένο στο μεγαλύτερο μέρος του σε έρρυθμη πρόζα, επιλέγεται από τον Νοβάλις ως η οριστική μορφή της σύνθεσης. Πρόκειται για έναν συγκερασμό λογοτεχνικών τρόπων, ειδών και φιλοσοφίας, που εκφράζει το όραμα ενός υψηλού, οικουμενικού έργου, καίριου ζητούμενου στην καλλιτεχνική δημιουργία των πρώιμων Γερμανών ρομαντικών.

Η ΒΑΘΥΤΑΤΗ ΟΔΥΝΗ που δοκίμασε ο Νοβάλις από τον πρόωρο θάνατο της αγαπημένης του, Σοφί φον Κυν, συνιστά τον προφανή αυτοβιογραφικό πυρήνα του συνθέματος. Όσο για τον πνευματικό πυρήνα, οι επιρροές από τον υποκειμενικό ιδεαλισμό του Γιόχαν Γκότλιμπ Φίχτε είναι προφανείς. Σύμφωνα με τον Φίχτε, το Εγώ (το υποκείμενο, η εμπειρική συνείδηση) παράγει το Μη-Εγώ (το αντικείμενο, την απόλυτη συνείδηση). Ως εκ τούτου, η παράσταση του φυσικού κόσμου ανάγεται σε κατ’ εξοχήν δημιούργημα του πνεύματος, και η σχέση του πραγματικού με το πεπερασμένο σ’ εκείνη τη νοσταλγία που παίρνει τη μορφή του έρωτα για το Αιώνιο. Ωστόσο, στους Ύμνους στη Νύχτα, ο Νοβάλις δεν θα εφαρμόσει απλώς τις παραπάνω φιλοσοφικές απόψεις, αλλά θα τις αναθεωρήσει και θα τις διευρύνει κριτικά. Αρχικά, η λυρική φωνή του ποιητικού υποκειμένου αναλαμβάνει να αρθρώσει την έγχρονη συνείδηση του άχρονου. Μέχρι τον 5ο Ύμνο, έχουμε να κάνουμε με μιαν ανασκόπηση της ιστορικής και θρησκευτικής εξέλιξης της ανθρωπότητας από τους αρχαίους χρόνους ως την εποχή της συγγραφής του ποιήματος. Στον 6ο Ύμνο, το ποιητικό υποκείμενο αποκτά συλλογικότητα, σκιαγραφόντας –με την ένταση ενός θρησκευτικού τραγουδιού– τη φρικτή εμπειρία της απόστασης από τον Θεό, μιας απόστασης που διαθέτει τη χροιά της νοσταλγίας για τον θάνατο, για εκείνη τη λυτρωτική απαρχή της αιώνιας ζωής. Έτσι επιτυγχάνεται ο οικουμενικός χαρακτήρας που επιθυμεί να προσδώσει ο Νοβάλις στο έργο του. Η συλλογικότητα δεν αφήνει περιθώρια για μελοδραματικές αναγνώσεις του έργου, δείχνοντας προς την κατεύθυνση του φιλοσοφικού αναστοχασμού. Εδώ, η εμπειρική συνείδηση μπορεί να συλλάβει το αιώνιο, μόνο μέσω της θέασης του απείρου σε ένα συγκεκριμένο χρονικό σημείο, σ’ ένα παρόν που νοσταλγεί το παρελθόν και ποθεί το μέλλον. Πρόκειται για τη μετάβαση από τον φυσικό και πεπερασμένο χρόνο στον μεταφυσικό, για την ανάπτυξη του απόλυτου στη συνείδηση του υποκειμένου, για την ανα-παράσταση της ουσίας στο χρονικά προσδιορισμένο έδαφος του ποιήματος, το οποίο καρπούται –μέσω της τέχνης– το μέρισμά του στην αιωνιότητα.

ΤΟ ΥΠΕΡΤΑΤΟ ΑΥΤΟ δράμα της πραγμάτωσης του αιωνίου εντός του πεπερασμένου –και αντιστρόφως– αναπτύσσεται προς τις τρεις εκείνες κατευθύνσεις της συνείδησης του χρόνου, που τόσο λάτρεψαν οι ρομαντικοί: προς το παρελθόν ως νοσταλγία ενός χρυσού εντεύθεν, προς το μέλλον ως θέαση ενός σκοτεινού επέκεινα, προς το παρόν ως επιστροφή στο ένδοξο ενταύθα του κειμένου. Χαρακτηριστικά, οι Ύμνοι συνιστούν ανά δύο μία ξεχωριστή ενότητα, όπου ο μεν πρώτος περιγράφει κάθε φορά την εξέλιξη του βίου στην οδυνηρή συνθήκη αποξένωσης που δοκιμάζει μέσα στο επίγειο βασίλειο του φωτός και τη λύτρωση που βρίσκει στην εξουσία της αιώνιας νύχτας, ενώ ο δεύτερος το ξύπνημα του Εγώ από το όραμα και την εναγώνια λαχτάρα του να βυθιστεί ξανά σε αυτό. Αυτή η φιλοσοφική σύλληψη της έννοιας του χρόνου αναθέτει στο όνειρο, στην πολυσήμαντη, προφητική ενέργεια της ψυχής που αναιρεί κάθε χωροχρονική σύμβαση, τον ρόλο του διεκπεραιωτή της καλλιτεχνικής ιδέας. Η ρηξικέλευθη, αλλά κάθε άλλο παρά άναρχη, συνειρμικότητα του ονείρου τίθεται ως ο κατ’ εξοχήν χρόνος και τόπος του πνεύματος· εκεί όπου συνενώνονται διαλεκτικά ποίηση και πρόζα, λογοτεχνική θεωρία, φιλοσοφικός και θρησκευτικός αναστοχασμός· εκεί όπου καθετί βρίσκεται σε μιαν αέναη διαδικασία εξέλιξης, πασχίζοντας να επιστρέψει στην αυθεντικότητα, να ενωθεί μυστικά με τη φύση. Ο βάρδος-ποιητής αναλαμβάνει τον ρόλο του ιερέα-προφήτη, κρατώντας το κλειδί των μεγάλων μυστηρίων της κτίσης. Το οικουμενικό θρησκευτικό όραμα του Νοβάλις φοράει το ορφικό προσωπείο του και προχωράει στην ιεροτελεστία της μέθεξης των ιστορικών σταδίων ανάπτυξης του πνεύματος. Ο αρχαίος ελληνικός κόσμος των ανθρωπόμορφων θεοτήτων, που νοούσε τον θάνατο μόνο ως εκείνο το κυρίαρχο Έξω του βίου, εισρέει στους ύστερους αρχαίους χρόνους, που τον ενσωμάτωσαν ανεπαρκώς στη ροή του βίου, καταλύοντας απλώς τη μέχρι τότε θεώρησή του ως αδελφού του ύπνου, για να αρθεί στο πνευματικό ύψος του χριστιανικού κόσμου, που συμφιλίωσε τον άνθρωπο με την ιδέα του θανάτου, καθώς η γέννηση, τα πάθη, η σταύρωση και η ανάσταση του Χριστού έπαψαν να ενθαρρύνουν, σε αντίθεση με άλλες θρησκείες, τον φρικτό τρόμο για το τέλος. Εκεί όπου μια νέα θρησκεία θεμελιώνεται στην αρχή της αγάπης, ο τάφος της νεκρής αγαπημένης μετατρέπεται σε ιερό τόπο λατρείας. Η εξιδανικευμένη μορφή της αντικαθιστά την υπέρτατη μορφή του Χριστού. Το ποίημα είναι ήδη μια λειτουργία μετοχής στο ιερό, ένας ναός στον οποίο το ανθρώπινο υποκείμενο έχει την ευκαιρία να ανατρέψει τη «λογική», καθεστηκυία τάξη των έργων και των ημερών ενός κόσμου δομημένου πάνω σε στείρα οικονομικά, πολιτικά και κοινωνικά μοντέλα, ώστε να δεξιωθεί την παντοδύναμη εξουσία του ιερού στοιχείου της νύχτας, με τον δικό του ήλιο: την αγαπημένη.

ΕΤΣΙ Η ΝΥΧΤΑ και το ποίημα ταυτίζονται, γίνονται η αισθητή έκφραση της ύψιστης ιδέας, της μόνης αυθεντικής πραγματικότητας. Η νύχτα βρίσκει πάντοτε τον άνθρωπο έρημο, γυμνό, να τριγυρίζει στην τρομερή ερημιά της συνείδησης πως τα έργα της ημέρας δεν μπορούν να καλύψουν τους πόθους του. Η νύχτα βρίσκει πάντoτε τον άνθρωπο κατακερματισμένο, να ψελλίζει: Η καρδιά χορτάτη· ο κόσμος είναι που πεινάει. Όσο οξύμωρος κι αν φαντάζει αυτός ο ψίθυρος, συμπυκνώνει με τον ακριβέστερο τρόπο το υπαρξιακό άγχος που δοκιμάζει το υποκείμενο σε μιαν εποχή απουσίας του ιδανικού. Η πλησμονή των αγαθών, των απολαύσεων και των πνευματικών προϊόντων που του προσφέρεται δεν πρόκειται παρά για αισθητική και πνευματική απάτη. Εδώ έγκειται η καίρια επίκαιρη και άκρως επαναστατική πνευματικότητα των Ύμνων στη Νύχτα του Νοβάλις, ιδιαίτερα όταν αναλογίζεται κανείς το κεφαλαιοκρατικό μοντέλο οργάνωσης της σύγχρονης κοινωνίας, που εξουσιάζει τον καθ’ ημάς βίο. Γιατί ο άνθρωπος, παρά την τάση του προς την εσωτερική αταξία, δεν μπορεί να δεχθεί έναν χαοτικό κόσμο. Απαιτεί πάντα ένα κέντρο ως αποχρώντα λόγο κάθε σκέψης και πράξης. Και το κέντρο αυτό χρειάζεται μύθους. Η επιστροφή του Ξένου στην ερεβνή Πατρίδα Του προβάλλει ως η μόνη πιθανή δυνατότητα να κατορθώσει το αγωνιώδες αρχετυπικό αίτημα του: να κάνει αυτόν τον κόσμο κόσμο του, να επιστρέψει στο απόλυτο, στην πλήρη ένωσή του με τη φυσική παράσταση του κόσμου. Μέσα στη νύχτα, το Εγώ θα ορίσει και πάλι την υπερβατική και κοσμική πραγματικότητά του, αναστοχαζόμενο το παρελθόν. Κρίνοντας την παροντική συνθήκη της παρουσίας του, θα πασχίσει να προβλέψει το μέλλον του –ανάγκη καίρια και διαχρονική που κάποτε η μαγεία, κάποτε η θρησκεία, κάποτε η φιλοσοφία, κάποτε τα συστήματα κοινωνικής οργάνωσης, κάποτε η επιστήμη πάσχουν να καλύψουν– ώστε να ανταπεξέλθει το τυχαίο της ύπαρξης στο σκότος του ακατανόητου μυστηρίου της ζωής.

Η ΑΓΡΙΑ, ΚΥΜΑΤΟΕΙΔΗΣ λυρική έξαρση των Ύμνων στη Νύχτα άνοιξε νέους δρόμους στη φιλοσοφική σκέψη και στην ποιητική πράξη, δρόμους που από αρκετές πλευρές δεν έχουν ακόμα αξιοποιηθεί, στην πορεία μας μέσα στο αχανές βασίλειο των ιδεών.

Πλάτη Έβρου, Οκτώβριος 2006

Μιχάλης Παπαντωνόπουλος