Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΡΊΛΚΕ ΡΆΙΝΕΡ ΜΑΡΊΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΡΊΛΚΕ ΡΆΙΝΕΡ ΜΑΡΊΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 26 Αυγούστου 2012

Ράινερ Μαρία Ρίλκε: Η Κοίμηση της Μαρίας

Ι

Ο ίδιος μέγας Άγγελος, που κάποτε της έφερε
το άγγελμα της Σύλληψης, στεκόταν στο δωμάτιο,
προσμένοντας το βλέμμα της πάνω του να γυρίσει˙
και είπε: ο καιρός της Αναλήψεώς σου ήλθε.
Κι εκείνη τρόμαξε όπως τότε˙ πάλι
πρόσφερε τον εαυτό της:
κι έγειρε, σαν υπηρέτρια, μπροστά του το κεφάλι.
Μα Εκείνος έλαμπε και όλο πλησιάζοντας
χάθηκε, λες, στο πρόσωπό της –
και κάλεσε τους Μαθητές, απ’ όπου είχαν σκορπίσει,
να μαζευτούν στο Σπίτι στην πλαγιά:
στου Μυστικού Δείπνου το Σπίτι.
Και ήλθαν όλο δισταγμό και μπήκαν φοβισμένοι:
κειτόταν εκεί, στο στενό κρεβάτι, μες στον Χαμό
και την περιούσια Εκλογή, η αινιγματικά βυθισμένη,
ολότελα αγνή, σαν κάθε τι ανέγγιχτο,
κι απ’ των Αγγέλων τους ψαλμούς συνεπαρμένη.
Μα όταν είδε να προσμένουν όλοι, πίσω από τα κεριά τους,
βγήκε απ’ την πλημμύρα των φωνών
και χάρισε –με όλη την καρδιά της–
τα δύο φορέματά της˙
κι ύστερα σήκωσε το πρόσωπο και τους κοίταξε: έναν-έναν…
(Ω πηγή ανώνυμων δακρύων).

Και ξάπλωσε μέσα στην ανημποριά της
κι έσυρε χαμηλά τον Ουρανό τόσο κοντά στην Ιερουσαλήμ,
ώστε, το σώμα αφήνοντας η ψυχή της
ελάχιστη απόσταση χρειαζόταν να διανύσει:
κι Αυτός που γνώριζε την πλήρη ύπαρξη της,
ήδη την ύψωνε στην θεϊκή της φύση.

II

Ποιος συλλογίστηκε ελλιπή τον άπλετο Ουρανό
πριν τον δικό της Ερχομό;
Καθόταν ο Αναστημένος, μα η θέση
δίπλα Του αδειανή εδώ κι είκοσι τέσσερα έτη.
Κι άρχισαν να συνηθίζουν το αγνό κενό
που έδειχνε καθαγιασμένο, καθώς
με λάμψη εξαίσια το γέμιζε ο Γιος.

Έτσι, όταν στον Ουρανό εισήλθε,
δεν κατευθύνθηκε σε Αυτόν, όσο κι αν το λαχταρούσε˙
χώρος για εκείνη δεν υπήρχε˙ μόνο Αυτός ήταν εκεί και ακτινοβολούσε
τέτοιο ένα φως, που την πονούσε.
Μα τώρα η συγκινητική μορφή της,
στις καινές μακάριες ψυχές προσχωρούσε
κι απαρατήρητη, φως επάνω σε φως, στεκόταν,
όταν, μέσα από την ύπαρξή της,
κρύπτη ξέσπασε με λάμψη τέτοια,
ώστε ο Άγγελος που φωτίστηκε από εκείνη,
κραύγασε τυφλωμένος: ποια είναι τούτη η γυναίκα;
Σάστισαν˙ γιατί όλοι έβλεπαν, πώς
κράταγε ψηλά τον Κύριο μας ο Πατέρας-Θεός,
έτσι ώστε, από λυκόφως απαλό ζωσμένη,
φαινόταν η άδεια θέση,
σαν πόνος αμυδρός, ένα σημάδι μοναξιάς,
σαν κάτι που Αυτός υπέφερε ακόμη:
ένα υπόλειμμα επί γης, ένα άγονο φορτίο–.
Και την παρατηρούσαν: Τον κοίταζε όλο αγωνία,
σκυφτή –σε κάποια απόσταση– λες κι ένιωθε:
εγώ είμαι η οδύνη Του η πλέον μακροχρόνια: κι αίφνης κατέρρευσε.
Μα οι άγγελοι συνέτρεξαν:
την σήκωσαν˙ ψηλά, σ’ Εκείνον την οδήγησαν
κι ευφρόσυνα τον τελευταίο ύμνο της έψαλαν.


III

Και τον Απόστολο Θωμά,
που ήλθε στο μνήμα, όταν ήταν πια πολύ αργά,
πλησίασε Άγγελος γοργόφτερος, που καιρό πολύ
περίμενε, και του είπε προστακτικά:

σπρώξε την πέτρα στην άκρη. Δεν θέλεις να μάθεις
πού είναι αυτή που την καρδιά σου συνταράζει:
δες: εδώ την αποθέσαν
για λίγο, σαν λεβάντας προσκέφαλο,

ώστε η γη απ’ τις πτυχές της, σαν ένδυμα εξαίσιο,
την μυρωδιά εκείνης θ’ αναδύει στους αιώνες.
Ό,τι νεκρό (το αισθάνεσαι), ό,τι μαράζωσε
μουδιάζει από την γλυκιά ευωδιά της.

Δες το λινό σάβανό της: υπάρχει Λευκό
που μένει εμπρός του εκτυφλωτικό και δεν θαμπώνει;
Το φως αυτό, που αναβλύζει τ’ άχραντο λείψανο της,
υπήρξε πιο διαυγές κι από του ήλιου την λάμψη.

Δεν απορείς, τι απαλά που ξέφυγε απ’ αυτό;
Λες κι είναι ακόμη εδώ˙ τίποτε δε σαλεύει.
Ψηλά όμως, σείονται οι Ουρανοί:
γονάτισε άνθρωπε, και δες με και ψάλλε!


ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ

Τρίτη 8 Νοεμβρίου 2011

Ράινερ Μαρία Ρίλκε: Η γαλήνη της Μαρίας με τον Αναστημένο


Ό,τι αισθάνθηκαν τότε: δεν είναι γλυκό
πέρα από κάθε μυστήριο
και πάντα ακόμη επίγειο:
όταν Αυτός, κάπως χλωμός ακόμη απ' τον τάφο,
ελαφρύς, καθώς εκπλήρωσε το Χρέος, ήλθε κοντά της:
παντού επί γης Αναστημένος.
Ω, κοντά της πρώτα. Τι απερίγραπτη ίαση βρήκαν κι οι δύο.
Σίγουρα, ίαση ήταν.
Και δεν χρειάστηκε καν με δύναμη ν' αγγιχτούν.
Για μια στιγμή και μόνο
το χέρι Του, που εντός ολίγου έβαινε
στην αιωνιότητα, ακούμπησε στον γυναικείο ώμο.
Και άρχισαν γαλήνιοι,
καθώς την άνοιξη τα δέντρα,
κι αιώνιοι συγχρόνως,
την εποχής της έσχατης Κοινωνίας τους.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ

Σάββατο 8 Οκτωβρίου 2011

Ράινερ Μαρία Ρίλκε: Pietà


Τώρα η δυστυχία μου πληρούται
κι ανέκφραστη με κατακλύζει.
Κοκαλώνω όπως η πέτρα
μες στην καρδιά της κοκαλώνει.
Κι έτσι σκληρή, γνωρίζω μόνο ένα:
μεγάλωσες
...... και μεγαλώνεις
για να γίνεις μεγαλύτερος ακόμη πόνος
απ' αυτόν που μπορεί η καρδιά μας ν' αντέξει.
Κείτεσαι τώρα πάνω στην κοιλιά μου˙
και πλέον δεν μπορώ
να σε γεννήσω.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ

Παρασκευή 30 Σεπτεμβρίου 2011

Ράινερ Μαρία Ρίλκε: Πριν τα Πάθη


Αφού αυτό επιθυμείς, δεν έπρεπε

από σώμα γυναίκας να έχεις γεννηθεί:

πέτρα στα σπλάχνα των βουνών να σκάψουν για Σωτήρα,

εκεί που το Σκληρό απ’ το Σκληρό ξεσπάζει.


Δε σε λυπεί την προσφιλή κοιλάδα σου

που έτσι έρημη αφήνεις; Δες: είμαι ανήμπορη˙

μόνο ρυάκια από δάκρυα και από γάλα έχω˙

κι εσύ ήσουν πάντα κάτι παραπάνω.


Με τόση μεγαλοπρέπεια μού εβόησε ο Άγγελος τον Ερχομό

σου.

Γιατί εξίσου άγριος δεν βγήκες από την κοιλιά μου;

Κι αν τίγρεις μόνο χρειάζεσαι, για να σε κατασπαράξουν,

γιατί οι γυναίκες στο Ναό μού έμαθαν πώς


ένδυμα ολοκάθαρο, στιλπνό, να σου υφάνω

μην και το παραμικρό

ίχνος ραφής σε πλήξει –: έτσι όλη η ζωή μου κύλησε

κι εσύ τώρα αναιρείς αιφνίδια τη Φύση.


ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
: ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ

Κυριακή 11 Σεπτεμβρίου 2011

Ράινερ Μαρία Ρίλκε: "Ο γάμος στην Κανά"


Πώς να μην ένιωθε υπερήφανη γι’ Αυτόν

που ομόρφαινε τη ζωή της και στο πλέον απλό;

Δεν ήταν Νύχτα εξαίσια, που αρμόζει στα σπουδαία,

ξέφρενη, όταν Εκείνος ήλθε μέσα;


Κι ο μέχρι τότε αφανής, ο ανήκουστος

τότε για τη Δόξα Του δεν κίνησε;

Κι οι πιο σοφοί δεν έπαψαν τη λαλιά τους

για ν’ ακούσουν με προσοχή; Και το σπίτι


δεν έμοιασε καινούργιο απ’ τη δική Του φωνή;

Ω σίγουρα είχε χίλιες φορές συγκρατηθεί

μη τυχόν πάνω Του λάμψει κι η παραμικρή χαρά της:

και Τον ακολουθούσε πάντα σαστισμένη.


Όμως εκεί, στο γαμήλιο γλέντι,

όταν από κρασί αναπάντεχα ξέμειναν οι καλεσμένοι –

στα μάτια Τον κοίταξε και δεν κατάλαβε

ότι με άρνηση στο παρακλητικό της νεύμα απάντησε.


Κι ύστερα, επραξε το θέλημά της. Αργότερα η Μαρία

εννόησε

πώς στον δρόμο Του η ίδια αυτή Τον ώθησε:

γιατί άρχιζε τώρα ο καιρός των αληθών θαυμάτων

κι η Θυσία είχε αμετάκλητα οριστεί.


Ασφαλώς κι ήταν αυτό το πεπρωμένο Του.

Μα είχε όντως έλθει η στιγμή;

Εκείνη επέσπευσε τη ροή των πραγμάτων

με της ματαιοδοξίας της τον τυφλό οφθαλμό.


Χαιρόταν με τους άλλους στο τραπέζι –το στρωμένο

φρούτα και λαχανικά– κι ούτε αντιλήφθηκε το πώς

εκείνο το δάκρυ-νερό απ’ τις βρύσες των ματιών της

αίμα έγινε με το κρασί αυτό.

Κυριακή 5 Ιουνίου 2011

Ράινερ Μαρία Ρίλκε: Ανάπαυση κατά τη φυγή στην Αίγυπτο


Αυτοί που γλίτωσαν λαχανιασμένοι

απ’ των νηπίων τη σφαγή,

τι ανεπαίσθητα μεγάλοι

έγιναν καθ’ οδόν: μόλις η πυκνή


ανάγκη του τρόμου διαλύθηκε στο βλέμμα τους: εκείνο

που παράφορο στρεφόταν κάθε τόσο προς τα πίσω,

κι ενώ σκορπούσαν ήδη –με το γκρίζο τους μουλάρι–

σε ολόκληρες πόλεις τον κίνδυνο˙


καθώς, έτσι μικροί –ένα Τίποτα σχεδόν– στην απέραντη

αυτή γη,

πλησίαζαν τους κραταιούς Ναούς,

απανωτά εκρήγνυνταν τα Είδωλα, λες κι είχαν προδοθεί

κι έχασαν εντελώς τα λογικά τους.


Το διανοείσαι; Τόσο απελπισμένα οργίστηκε

το κάθε τι στο πέρασμα τους˙

κι οι ίδιοι ακόμη τρόμαξαν από την δύναμή τους˙

το Βρέφος μόνο έμεινε γαλήνια θαρραλέο.


Εν τούτοις, πάση θυσία έπρεπε

λίγο να ξεκουραστούν. Και τότε, δες:

το δέντρο, που ακίνητο κρεμόταν ψηλά τους,

σαν υπηρέτης υποκλίθηκε μπροστά τους.


Το ίδιο εκείνο δέντρο,

που έστεφε με τα κλαδιά του,

για το Αιώνιο, τα μέτωπα νεκρών Φαραώ,

έγειρε. Ένιωσε ν’ ανθίζουν νέα στέμματα.

Κι αυτοί, καθώς σε όνειρο, κάθισαν από κάτω.


ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ



Παρασκευή 26 Ιουνίου 2009

Ράινερ Μαρία Ρίλκε: Η γέννηση του Χριστού

Η γέννηση του Χριστού

Αν δεν υπήρξες πάντα απλή, πώς από πάνω σου θα ερχόταν
ό,τι τη Νύχτα φωτίζει τώρα;
Δες: ο Θεός που πάνω από τα σύννεφα το μένος Του
βροντούσε,
μαλακώνει κι έρχεται επί γης εντός σου.

Ξαφνιάστηκες; Τον είχες φανταστεί πιο μεγαλειώδη;

Και τι νοείται μεγαλείο; Ό,τι υπερβαίνει κάθε μέτρο
το διατρέχει αυστηρά το πεπρωμένο του.
Άστρο δεν κατορθώνει τέτοια πορεία.
Βλέπεις; Αυτοί είναι οι Μεγάλοι Βασιλείς

και σέρνουν μπρος στα γόνατά σου

θησαυρούς, ό,τι λαμπρότερο απ' αυτούς,
κι ίσως κι εσύ να σάστισες με αυτή την προσφορά τους:
ωστόσο, δες μες στου μανδύα σου τις πτυχές
πως τώρα Αυτός τα πάντα υπερβαίνει:

το κεχριμπάρι, που με καράβια παίρνουν σε τόπους
μακρινούς,

το χρυσάφι, και το μύρο
που σκορπάει στον αγέρα και ζαλίζει τις αισθήσεις:
εκείνα όλα τα εφήμερα που φεύγουν στη στιγμή
κι όταν χαθούν λυπάσαι.

Ωστόσο (όπως θα δεις): Εκείνος νιώθει αγαλλίαση.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ

Κυριακή 24 Μαΐου 2009

Ράινερ Μαρία Ρίλκε: Ο Ευαγγελισμός των Ποιμένων


Ο Ευαγγελισμός των Ποιμένων

Ω εσείς, κοντά στη φωτιά, που ξέρετε τον υπερφυσικό ουρανό
και τους οιωνούς διαβάζετε των άστρων -
σηκώστε το βλέμμα ψηλά και δείτε προς τα εδώ:
υπάρχω: άστρο καινό που ανατέλλει.
Η πλήρης ύπαρξή μου καίει
κι εκτυφλωτικά θεόρατη φέγγει
τέτοιο ένα φως που το βαθύ
Στερέωμα πλέον δεν μου αρκεί.
Αφήστε η λάμψη μου στον μύχιο εαυτό σας να εισέλθει:
ω, βλέμματα σκοτεινά και σκοτεινές καρδιές:
Μοίρες σάς κατακλύζουν νυχτερινές.
Ποιαν έρημο, Ποιμένες,
υπάρχω τώρα εντός σας! Μεμιάς κατέκτησα τον χώρο.
Μην απορείτε: το μέγα αρτόδεντρο
έριχνε έναν ίσκιο - κι αυτόν εγώ τον έστειλα.
Ω εσείς θαρραλέοι, αν ξέρατε πώς λάμπει τώρα
στα ατενή σας πρόσωπα το μέλλον.
Στο δυνατό αυτό φως θα συμβεί ό,τι Σπουδαίο.
Την εχεμύθειά σας εμπιστεύομαι - για εσάς, ψυχές γεμάτες
πίστη,
όλα εδώ έχουν φωνή: η φλόγα μιλάει κι η βροχή,
ο άνεμος και τ' αποδημητικά πουλιά - κι αυτό που είστε
τίποτε δεν ξεπερνά και δεν μεγαλώνει,
αν η έπαρση το τρέφει.
Και τα πράγματα δεν τα κρατάτε
στο Κενό του στήθους σας για να τα βασανίσετε.
Καθώς η ευφροσύνη μες στον Άγγελο ξεχύνεται,
έτσι σαλεύει εντός σας το Επίγειο.
Κι αν ξάφνου άρπαζε φωτιά μια βάτος,
θ' ακούγατε από μέσα της να σας καλεί ο Αιώνιος -
κι αν Χερουβείμ να περπατήσουν καταδέχονταν
κι εκεί που βόσκουν τα κοπάδια σας πλησίαζαν, δεν θα
σαστίζατε:
θα πέφτατε στο χώμα με το πρόσωπο, θα προσκυνούσατε
και γη τον τόπο αυτόν θ' αποκαλούσατε.

Κι έτσι θα ήταν. Πρέπει να είναι κάτι Νέο
για το οποίο η Οικουμένη πάσχει να διευρυνθεί.
Τι είναι μια βάτος για μας: ο Θεός συναισθάνεται τον
εαυτό Του
σε νεαρής γυναίκας μέσα την κοιλιά.
Είμαι ολοφάνερα εκείνο το ζεστό εντός, που σας οδηγεί.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ

Παρασκευή 1 Μαΐου 2009

Ράινερ Μαρία Ρίλκε: Οι υποψίες του Ιωσήφ

Οι υποψίες του Ιωσήφ

Πάσχιζε ο Άγγελος να του εξηγήσει,
κι έσφιγγε ο άντρας τις γροθιές του: μα δεν βλέπεις
πως είναι ολόδροση σαν όρθρος
Θεού σε κάθε πτυχή της;

Τον κοίταξε εκείνος σκυθρωπός -
και μόνο ψιθύρισε: τι έπαθε λοιπόν, τι έτσι την άλλαξε;
Κι ο Άγγελος κραύγασε: ακόμη δεν κατάλαβες, ξυλουργέ;
Το έργο Του πραγματωσε μες στη γυναίκα αυτή ο Θεός.

Επειδή φτιάχνεις σανίδες -με τόσην έπαρση-
θέλεις, αλήθεια, να σου απολογηθεί Αυτός
που, ταπεινός, το ίδιο ξύλο κάνει
φύλλα να βγάζει κι άνθη;

Κι εννόησε ο άντρας τον Λόγο του Αγγέλου.
Κι έντρομο σήκωσε το βλέμμα -
μα είχε ο Άγγελος χαθεί. Κι έβγαλε τον χοντρό
σκούφο του ο Ιωσήφ και δόξασε τον Θεό.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ

Πέμπτη 9 Απριλίου 2009

Ράινερ Μαρία Ρίλκε: Ο Ευαγγελισμός της Μαρίας


Ο Ευαγγελισμός της Μαρίας

Δεν τρόμαξε γιατί ήλθε ο Άγγελος μέσα -
(το ήξερε πως θα συμβεί)
κι ελάχιστα -καθώς κανείς ξαφνιάζεται,
σαν ηλιαχτίδα ή το φεγγάρι, νύχτα, στο δώμα του φανεί -
το βλέμμα φρόντισε από τη μορφή του Αγγέλου
ν' αποστρέψει -
μόλις που διαισθανόταν τι επώδυνη είναι για τους Αγγέλους
αυτή η παραμονή. (Ω πόσο ήταν αγνή:
αν κατορθώναμε να εννοήσουμε αυτήν τη σκέψη.
Σάμπως και μια ελαφίνα κάποτε στο δάσος ξαπλωμένη
δεν σάστισε το ίδιο, όταν ένιωσε εντός της, αν και ποτέ
δεν είχε ζυγαρώσει,
σχήμα ο Μονόκερως να παίρνει,
το άσπιλο ζώο, που πλάστηκε από φως.)
Όχι γιατί ήλθε ο Άγγελος μέσα, αλλά γιατί
έγειρε όψη νεαρού τόσο στενά στο πρόσωπό της,
ώστε το βλέμμα του ενώθηκε
με το δικό της,
σαν να 'χε όλος ο τόπος ξάφνου γύρω τους αδειάσει
κι ό,τι εκατομμύρια κόσμου έβλεπαν κι έπρατταν κι
έπασχαν,
συστρεφόταν εντός τους: αυτή μόνο κι αυτός -
οφθαλμός και νομή του οφθαλμού, βλέμμα και οπτασία
του
πουθενά αλλού - στο ίδιο σημείο, το ένα και μόνο:
δες, κάτι τέτοιο τρομάζει. Κι οι δυο δοκίμασαν τον τρόμο.

Κι εβοήσε τότε οΆγγελος τη μελωδία του.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ

Κυριακή 5 Απριλίου 2009

Ράινερ Μαρία Ρίλκε: Τα Εισόδια της Μαρίας

Τα Εισόδια της Μαρίας

Για ν' αντιληφθείς πώς ήταν, τότε, εκείνη,
πρέπει πρώτα να καλέσεις τον εαυτό σου
σ' έναν τόπο όπου κολώνες συγκρατούν
την οροφή του Εντός σου -
όπου σκάλες νιώθεις κι επικίνδυνα αψίδες
γεφυρώνουν τα βάραθρα ενός χώρου,
χτισμένου με τέτοια προσοχή
που πλέον δεν μπορείς ούτε μια πέτρα του να φύγεις,
γιατί θα σωριαστείς.
Κι όταν τόσο ευρύχωρος καταστείς,
κι όλα εντός σου γίνουν πέτρα,
τοίχος κι ανήφορος και θόλος και προοπτική -,
δοκίμασε και με τα δύο χέρια
το μεγα παραπέτασμα, που κρέμεται μπρος στη μορφή σου,
να παραμερίσεις λίγο: εκεί η λάμψη υψηλών αντικειμένων,
εκεί εμποδίζεται η ανάσα κι η αφή.
Παλάτια ορθώνονται μέσα από άλλα παλάτια,
σκάλες ξεχύνονται ολοένα πιο πλατιές μέσα απ' τις κουπαστές
και πάνω ξεπροβάλλουν
σε κράσπεδα, που η θέα τους και μόνο σε ζαλίζει.
Κι ακόμη: σύννεφα καπνού απ' τα λιβανιστήρια
θολώνουν το σχήμα κάθε Κοντινού -
το Απώτατο, όμως, κάθετα με τις αχτίδες του εντός σου
σημαδεύει -
κι αν τώρα φλόγας όστρακο διάφανη λάμψη τρεμοπαίξει
πάνω σ' ενδύματα που αργά πλησιάζουν:
αυτό πώς θα το αντέξεις;
Εκείνη όμως έφτασε και σήκωσε
το βλέμμα σε όλα αυτά: να δει.
(Ένα μικρό κορίτσι ανάμεσα σε γυναίκες, ένα παιδί.)
Κι ήσυχη ανέβηκε, γεμάτη αυτοπεποίθηση,
προς μία πολυτέλεια που σάλευε αυτάρεσκα:
τόσο βαθιά είχε φυτευτεί ο έπαινος στην καρδιά της
και είχε πλέον υπερβεί τα έργα των ανθρώπων.
Κι ευφρόσυνα στα εσώτερα σημεία παραδιδόταν:
οι γονείς νόμιζαν πως την καθοδηγούσαν,
κι ο Αρχιερέας, απειλητικός με το κόσμημα στο στήθος,
φάνηκε να την υποδεχτεί: μα εκείνη τα χέρια άφησε
κι έτσι μικρή διάβηκε μέσ' απ' το πλήθος
για τη μοίρα, που την περίμενε έτοιμη ήδη,
ψηλότερη από τη Στοά, κι από τον Ναό ακόμη πιο βαριά.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ

Τρίτη 31 Μαρτίου 2009

Ράινερ Μαρία Ρίλκε: Η γέννηση της Μαρίας

Η γέννηση της Μαρίας

Ω πόσο στους Αγγέλους στοίχισε, που σε ψαλμούς
δεν έσπευσαν καθώς κανείς ξεσπάζει σε λυγμούς,
παρ' ότι γνώριζαν: τη νύχτα αυτή θα γεννηθεί
Μητέρα για τον Γιο, τον Έναν, που σύντομα θα εμφανιστεί.

Σιωπηλοί ψηλά αιωρούνταν κι έδειχνε το χέρι τους εκεί
που, απόμερη, βρισκόταν η αγροικία του Ιωακείμ -
κι ένιωθαν εντός τους και στον χώρο να πυκνώνει κάτι αγνό,
μα δεν έπρεπε κανείς να κατέλθει σε Αυτόν.

Γιατί είχε ήδη το ζευγάρι ταραχθεί από το γεγονός.
Και μια γειτόνισσα ήλθε, κι έκανε πως ήξερε τα πάντα, και
δεν γνώριζε το πώς -
κι ο γέροντας, προσεκτικός, πήγε και έπαψε τον μυκηθμό
μιας σκούρας αγελάδας. Αφού ποτέ κάτι παρόμοιο δεν είχε
συμβεί στο παρελθόν.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ

Σάββατο 15 Νοεμβρίου 2008

Μαρτυρίες για τον Γκέοργκ Τρακλ [ΙΙ]


Κι όπως ζωγραφίζαμε «μαζί» τη Νύφη των ανέμων, διέκρινα για άλλη μια φορά το πορτραίτο του. Την εποχή που δούλευα τη Νύφη, ο Τρακλ βρισκόταν καθημερινά κοντά μου. Διατηρούσα ένα στοιχειώδες ατελιέ· καθόταν πίσω μου, σιωπηλός, πάνω σ’ ένα βαρέλι μπύρας. Καμιά φορά μιλούσε μεγαλόφωνα και ακατάπαυστα. Ύστερα πάλι έμενε για ώρες σιωπηλός. Τότε ήμασταν δυο αποστάτες του αστικού τρόπου ζωής. Εγώ είχα φύγει απ’ το πατρικό μου. Στη Βιέννη υπήρχαν αντιδράσεις για τις εκθέσεις και τα έργα μου. Παρεπιμπτόντως, σ’ ένα ποίημα του ανέφερε κυριολεκτικά τη Νύφη των ανέμων.


Όσκαρ Κοκόσκα [Oskar Kokoschka, 1886-1980]

Ζωγράφος




Τα εφταμηνίτικα παιδιά είναι τα μόνα που με το βλέμμα τους καθιστούν υπεύθυνους τους γονείς· τους αναγκάζουν να κάθονται σαν κλέφτες, που πιάστηκαν επ’ αυτοφώρω, δίπλα στα θύματά τους. Έχουν το βλέμμα, που ζητάει πίσω ό,τι πάρθηκε μακριά τους, κι όταν η σκέψη τους φανερώνεται, σαν να γυρεύουν ό,τι απέμεινε, στρέφουν το βλέμμα τους κατά την απώλεια. Υπάρχουν κάποιοι που αποδέχονται ένα τέτοιο βλέμμα, ένα βλέμμα που θα ήθελε να επιστρέψει στο χάος εκείνο το πολύ που αποκόμισαν. Αυτοί είναι οι τέλειοι· έφτασαν στο επίπεδο αυτό όταν ήταν πλέον πολύ αργά. Ήρθαν στον κόσμο κλαίγοντας από ντροπή· μία ντροπή που τους άφησε ένα, πρώτο και τελευταίο, συναίσθημα: πίσω στο σώμα σου, μητέρα, εκεί που ήταν καλά.


Καρλ Κράους [Karl Kraus, 1874-1936]

Συγγραφέας, δημοσιογράφος




Μόλις χθες βράδυ βρήκα στο φάκελο […] και τον Ελιάν του Τρακλ και σας ευχαριστώ ιδιαίτερα για την αποστολή του. Κάθε αρχή και κάθε τέλος στο ωραίο αυτό ποίημα έχει μια απερίγραπτη γλυκύτητα· με συνεπήρε με τις εσωτερικές του αποστάσεις· αρθρώνεται στις παύσεις του. Σαν φράχτες στο αχανές ανείπωτο στέκονται οι στίχοι, σαν φράχτες σ’ επίπεδη γη, πάνω στην οποία το περιφραγμένο συντρίβεται διαρκώς σε μια τεράστια ανυπόταχτη πεδιάδα. […] Η μορφή του Τρακλ ανήκει σ’ εκείνες τις μυθικές: όπως του Λίνου· την αντιλαμβάνομαι ενστικτωδώς στα πέντε οράματα του Ελιάν. Πιο απτή δε θα μπορούσε να είναι, αφού δεν βγήκε πιο απτή από μέσα του…

[...]

Στο μεταξύ έλαβα τον Σεβαστιανό στο όνειρο και τον διάβασα πολλές φορές: με συγκίνηση και διαίσθηση, έκπληκτος, αμήχανος· γιατί αμέσως αντιλαμβάνεται κανείς ότι οι συνθήκες κάτω απ’ τις οποίες υψώνεται και σβήνει ο τόνος της φωνής αυτής, είναι ανεπανόρθωτα μοναδικές· είναι οι συνθήκες που δημιουργούν το όνειρο. Σκέφτομαι πως ακόμη κι αυτός που στέκεται κοντά, με το πρόσωπο κολλημένο στο τζάμι, βιώνει, σαν αποκλεισμένος, τις εικόνες αυτές και τις ενοράσεις: γιατί το βίωμα του Τρακλ γίνεται όπως στα είδωλα στον καθρέφτη και γεμίζει ολόκληρο τον χώρο του, που είναι άδυτος, όπως ο χώρος στον καθρέφτη. (Ποιος να ήταν άραγε;)


Ράινερ Μαρία Ρίλκε [Rainer Maria Rilke, 1875-1926]

Ποιητής




27 Ιουνίου 1912. Παρατήρηση του Τρακλ: κανείς δεν μπορεί να μεταδώσει τον εαυτό του (το ίδιο, λέει, συμβαίνει και με τα ποιήματα του). Φράση του Τρακλ από συζήτηση: … καλύτερα ν’ αντισταθείς στην απόλυτη ομορφιά, γιατί μπροστά της δεν μπορείς να κάνεις τίποτε άλλο απ’ το να την κοιτάς σαν ηλίθιος…


26 Οκτωβρίου 1913. {Ενώ ο Τρακλ έχει ήδη δανειστεί πολλές φορές χρήματα απ’ τον Ρεκ}. Χρειάζεται 200 κορόνες μηνιαίως· 2 κορόνες την ημέρα για κρασί και τσιγάρα. Πόσοι άνθρωποι επιβιώνουν με τόσα λίγα χρήματα!


Καρλ Ρεκ [Karl Röck, 1883-1954]

Ποιητής




Ο Γκέοργκ ήταν ένα παιδί σαν εμάς: χαρούμενο, ατίθασο και υγιές.

[...]

Ήμασταν αρκετά εύποροι· ζούσαμε σ’ ένα τεράστιο σπίτι, σε συνθήκες τέτοιας ευχάριστης κι αυτονόητης άνεσης που κανείς σήμερα δεν μπορεί να φανταστεί.

[...]

Προσκολληθήκαμε στην γαλλίδα γκουβερνάντα μας και τον πατέρα. Η μητέρα νοιαζόταν περισσότερο για τις συλλογές της από αντίκες παρά για εμάς. Ήταν ψυχρή γυναίκα, επιφυλακτική· μας φρόντιζε, αλλά από τη φροντίδα της έλειπε η ζεστασιά. Ένιωθε παρεξηγημένη απ’ όλους: από τον άντρας της, τα παιδιά της, απ’ όλο τον κόσμο. Χαιρόταν μόνο όταν έμενε μόνη στα δωμάτια με τις συλλογές της˙ κλεινόταν για μέρες στα δωμάτια αυτά. Εμείς τα παιδιά ήμασταν κάπως δυσαρεστημένα μ’ αυτή την κατάσταση, αφού όσο περισσότερο διαρκούσε το πάθος της, τόσα περισσότερα δωμάτια γίνονταν απαγορευμένα για μας.


Φρήντριχ Τρακλ [Friedrich Trakl, 1890-1957]

Αδελφός του Γκέοργκ




Δεν μπορώ να την καταλάβω {την ποίηση του Τρακλ}. Όμως ο τόνος της με μαγεύει. Είναι ο τόνος των πραγματικά ιδιοφυών ανθρώπων.


Λούντβιχ Βιτγκενστάιν [Ludwig Wittgenstein, 1889-1951]

Φιλόσοφος



ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ