Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΥΠΡΙΑΚΉ ΠΟΊΗΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΥΠΡΙΑΚΉ ΠΟΊΗΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 2 Δεκεμβρίου 2013

Φάσματα μες στα τοπία του ύπνου


Του Μιχάλη Παπαντωνόπουλου

Νίκος Ορφανίδης: Τα χαρωπά τραγούδια της μητέρας (Ακτή, 2009)

Η ένατη ποιητική συλλογή του Νίκου Ορφανίδη αποτελείται από τις ενότητες Σύναξις κεκοιμημένων Β΄ και την ομώνυμη με τον τίτλο του βιβλίου. Τα επιμέρους ποιήματα με τις διακειμενικές αναφορές τους σε γνωστά δημοτικά τραγούδια καταδεικνύουν την πρόθεση του Ορφανίδη να αναμετρηθεί με την ιστορία, μετερχόμενος ένα λυρικό ιδίωμα που συναντάται με την λαϊκή προφορική ποιητική παράδοση.

Όμως, το δημοτικό τραγούδι για τον Ορφανίδη δεν αποτελεί απλώς μια μετρική οδηγία ή τον απαραίτητο συμφωνημένο –με την κοινότητα– μύθο για να τραγουδήσει μέσα στο όνειρο τον γενέθλιο τόπο, την παιδική ηλικία και την αρχετυπική διάσταση της μητέρας – για ν’ αναπλάσει ορισμένως τον πεπερασμένο χωροχρόνο της ιστορίας. Στην παρούσα συλλογή το δημοτικό τραγούδι δεν είναι το μέσο, αλλά το τέλος. Ο Ορφανίδης επικαλείται την ανδρεία του Κολοκοτρώνη –και τη μεταθέτει στην πλατεία Ομονοίας της τελευταίας δεκαετίας– αλλά και του Γιαννακού «του τραπεζούντιου άσματος», επικαλείται τη λύπη του ηγούμενου Κυπριανού «εκ της νήσου Λευκωσίας Κύπρου» και προσκαλεί τους νεκρούς του: το φάσμα της μητέρας ή μια ακόμα πιο «φασματική» πατρίδα. Συνθέτει τα δικά του –μοντέρνα– δημοτικά τραγούδια υπό την έννοια πως ο δημιουργός αναπροσαρμόζει τη συλλογικότητα της παράδοσης και το δοσμένο μέλλον κατά πώς του επιβάλλει η ψυχική του διάθεση, μετουσιώνοντας το τραγούδι του σε πνευματικό κτήμα της κοινότητας στην οποία απευθύνεται.

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης μεσημέρι του Μαΐου στο Βαλτέτσι και Ο Αρματωλός κάλλιστα μπορούν να θεωρηθούν ως κλέφτικα, στο πλαίσιο των παραλλαγών που δοκιμάζει ο Ορφανίδης πάνω στο μέλος, τα θέματα ή τα μοτίβα των παραδοσιακών δημοτικών τραγουδιών, εστιάζοντας στην προβολή ενός κόσμου πέρα από τον αισθητό, με μιαν αφήγηση που σμίγει τα επίγεια με τα αλλόκοσμα, που υποβάλλει τη συλλογική αναγνωστική συνείδηση κι ενδυναμώνει την πίστη στον «ανοίκειο» τόπο τους – σ’ έναν τόπο όπου κατ’ ουσίαν θρηνείται η απώλεια του ιστορικού μικρόκοσμου, μέσα από τα πρόσωπα και τις πράξεις του· εκεί που το ιστορικό υποκείμενο ακολουθεί ασθμαίνοντας τη ροή της ιστορίας και που πλέον δεν τη διαμορφώνει ως πρωταγωνιστής.

Όσο κι αν το πνεύμα επιστρέφει στοχαστικά σε παρελθόντες καιρούς, ο ιστορικός χρόνος είναι μη αναστρέψιμος κι αυτό το άγχος –σχεδόν αγωνία θανάτου– βιώνει ο αφηγητής των «χαρωπών» τραγουδιών. «Χαρωπών» δεδομένου ότι η επίγνωση της σφαγής που προστάζει η ιστορία εμπνέεται από την εξεγερτική διάθεση του ατόμου να απολαύσει τ’ ανθρώπινα μες στον αναλωμένο χρόνο του βίου του. Όμως βαθιά τους, τα τραγούδια του Ορφανίδη εκχωρούν τον επικό τους χαρακτήρα και την ασυμβίβαστη διάθεση των ηρώων-κλεφτών τους, παραδίδονται στην αδυνατότητα του ανθρώπινου όντος να κερδίσει τη μάχη του με τον χρόνο κι ακούγονται σαν μοιρολόγια πάνω απ’ το φαγωμένο κουφάρι ενός ιστορικού παρόντος που «ζωντανεύει» ως σπαραγμός και νοσταλγία για τη ματαίωση των μύθων της εξέγερσης και της ανδρείας, αλλά κι ως απόδοση τιμής στους κεκοιμημένους των μύθων.

* Δημοσιεύθηκε σε πρώτη μορφή στην εφημερίδα Ο Φιλελεύθερος, φ. 18/9/2011.


Δευτέρα 7 Οκτωβρίου 2013

Η μεταμόρφωση ως οντολογία του ποιητικού υποκειμένου


Του Μιχάλη Παπαντωνόπολου

Γιώργος Καλοζώης: Η κλίση του ρήματος (Φαρφουλάς, 2009)

Η κλίση του ρήματος μετέρχεται της ήδη κατακτημένης προοπτικής –και των ανάλογων εφοδίων– που διαθέτει η γραφή του Γιώργου Καλοζώη. Συγκεκριμένα: έντονη εικονοποιία που δανείζεται σάρκα από υπερρεαλιστικά μοτίβα κι οστά από την αισθητική του εξπρεσιονισμού, και την οποία αντιλαμβανόμαστε μέσα από την αφήγηση ενός –όχι σπάνια– ραγδαίως κινούμενου κινηματογραφικού φακού. Παράλληλα, μια γλώσσα που υπακούει στις δικές της μουσικές φράσεις, τις οποίες αναπλάθει χρησιμοποιώντας συχνά επαναλήψεις λεκτικών ή συντακτικών σχημάτων, με φαινομενική συνέπεια έναν αλλόκοτο ασθματικό διασκελισμό των στίχων που συμβάλλει ουσιαστικά στην αίσθηση του ανοίκειου που επιθυμεί να δρέψει ο ποιητής. Εν τούτοις, αν προσπαθήσει κανείς να αποκαταστήσει τη λογική συνάφεια «ανάσας» και εικόνας, και να δεχτεί την κρυπτικότητα των ποιημάτων ως εγγενές χαρακτηριστικό τους, τότε θα βρεθεί μπροστά σε μια μακροσκελή αφήγηση, απολύτως διαυγή όσον αφορά το νόημα και την εκφορά της και σε διαρκή κοινωνική (κατά Μαρξ) –και συνεπώς, πολιτική– εγρήγορση.

Οι πιο πάνω διαπιστώσεις έχουν σε μεγάλο βαθμό ανιχνευθεί στο μέχρι σήμερα ποιητικό έργο του Καλοζώη. Ως εκ τούτου, θα ήταν προτιμότερο να σταθούμε στην ξεκάθαρη –και ιδιότυπη– οντολογία που διαμορφώνει ο ποιητής στο παρόν εγχείρημά του. Αφοριστικά μιλώντας, η μεταμόρφωση είναι η οντολογία της ποίησης του Καλοζώη. Στην Κλίση του ρήματος, η σταδιακή διαδικασία μεταμόρφωσης του νεορομαντικού υποκειμένου δίνει μορφή και πνευματική υπόσταση σε μια ζωική κοσμολογία στα όρια του τοτεμισμού. Όρια τα οποία δεν ξεπερνιούνται, καθώς τα πλάσματα που κατοικούν στον ποιητικό ιστό του Καλοζώη δεν συμπεριφέρονται ως φάσματα, αλλά ως οικόσιτα του εφιαλτικού πάθους που βιώνει ο άνθρωπος μέσα στο υπαρξιακό άγχος του θανάτου.

Η στοιχειακή μεταμόρφωση στην ποίηση του Καλοζώη (βλ. αράχνη, πεταλούδα, σκαντζόχοιρος, γκνου, κογιότ, λύκος, σκύλος κ.ά.) αποτελεί μια ευρύτερη μετάλλαξη της κοινής οντολογίας. Και δεν συμβαίνει απαραίτητα προκειμένου ο άνθρωπος να υπομείνει τη φρίκη του κοσμικού σφαγείου. Εδώ, μεταμόρφωση δεν σημαίνει κάθαρση, αλλά υλικό και έννοια της ίδιας της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Μπορεί στην ιστορία των μύθων και των θρησκειών, η μεταμόρφωση να υπήρξε δοκιμή ή κατ’ εξοχήν προνόμιο του θεϊκού στοιχείου –και κάποτε κάποτε δυνατότητα του ανθρώπινου όντος–, όμως στη σύγχρονη μυθολογική αφήγηση του Καλοζώη, αυτήν τη δυνατότητα τη διεκδικεί ο άνθρωπος από τον άνθρωπο και όχι από κάποιο Υπέρτατο Ον.

Ουσιαστικά, Η κλίση του ρήματος αποτελεί ένα ύστερο εγχειρίδιο αυτογνωσίας για το πλάσμα στο οποίο μεταμορφώνεται η ανθρώπινη συνείδηση αιφνιδίως κι αμετάκλητα. Ο Καλοζώης στήνει μιαν εφιαλτική σκηνή γύρω από την έλλογη διάνοια, προβάλλοντας ερμητικές μεταφυσικές αποστροφές σε αντικείμενα του καθημερινού χώρου, ενώ συγχρόνως φροντίζει να εντάξει την παράδοξη φύση του ανθρωποζωικού συμπλέγματος –που αποκαλύπτεται στα ποιήματά του– σε μια ευρεία ρεαλιστική αφήγηση, συντηρώντας το τρομερό ως συνθήκη που επιβάλλεται στον Άλλον (αναγνώστη) και τον καθιστά συν-θεατή ενός κοινού εφιάλτη.
  
* Δημοσιεύθηκε σε πρώτη μορφή στην εφημερίδα Ο Φιλελεύθερος, φ. 11/9/2010.

Κυριακή 28 Ιουλίου 2013

Μιχάλης Παπαντωνόπουλος: Το προσωπείο του "διασκεδαστή"


Κώστας Ρεούσης: Ο κρατήρας του γέλιου μου (Φαρφουλάς, 2009)

Όσο εμφανής είναι η συνάφεια της ποίησης του Κώστα Ρεούση με τα πιο σκληρά και άναρχα υλικά του υπερρεαλισμού, τόσο μεγαλύνεται η ανάγκη να διαβάσει κάποιος τα πεζά ποιήματα της ανά χείρας συλλογής κομμένα από το κάτεργο των -ισμών· κατ’ ουσίαν, ως τομές στην μικροαστική αντίληψη που λυμαίνεται τον δημόσιο βίο και λόγο της κοινότητας είτε ως σώμα είτε ως πνεύμα.

Ακολούθως, θα μπορούσε κάποιος να ανακαλέσει στη μνήμη του ένα απόσπασμα από την Εξέγερση εναντίον της ποίησης του Αντονέν Αρτώ: «Δεν θέλω να είμαι ο ποιητής του ποιητή μου, εκείνου του εγώ που θέλησε να με χρίσει ποιητή, αλλά ποιητής δημιουργός, σε διαρκή εξέγερση εναντίον του “εγώ” και του “εκείνου”». Κι αν το «εγώ» ξεδιπλώνεται ενστικτωδώς πικραμένο κι επίκτητα πικρό, τραχύ κι ενίοτε προκλητικό, στον Κρατήρα του γέλιου μου δεν κάνει τίποτε άλλο από το να δοκιμάζει τα όρια της ψευδαίσθησης και της δειλίας που εφαρμόζει ο μικροαστικός πολιτισμός στις επιμέρους εκφάνσεις του. Μια δοκιμή που ξεσπάζει σε σύγκρουση –πώς αλλιώς;– προσδιορίζοντας τον εαυτό της ως το «έτερο» αναφορικά με το «εκείνο» ή ακόμα κι ως το «ξένο».

Όμως, εδώ το «ξένο» δεν νοείται ως αμέτοχο. Ίσα ίσα: η εξέγερση ως κίνημα του σώματος και του πνεύματος καταφέρεται πριν απ’ όλα ενάντια στη σοβαροφάνεια της εικόνας. Τα ποιήματα του Κρατήρα είναι φύσει εξεγερμένα, προσβλέποντας να καταδείξουν πόση κωμωδία ανεβαίνει ως τη γλώσσα της ευπρέπειας και συγχρόνως πόση τραγικότητα συντρίβεται στον λόγο του «διασκεδαστή». Κι ας μην ξενίσει ο όρος. Το προσωπείο του «διασκεδαστή» αφηγείται το δράμα του «έτερου» στη σχέση του με την κοινωνία – και ιδίως με τους εξουσιαστικούς φορείς αυτής. Ο «διασκεδαστής» παίζει ξανά και ξανά εκείνο το επεισόδιο της ανθρώπινης κωμωδίας όπου ο ίδιος υποδύεται το εντεταλμένο θύμα που αντικαθιστά τον «βασιλιά» κατά την τελετουργική θυσία.

Έτσι, η ανοίκεια κωμωδία που ανεβάζει ο Κ. Ρεούσης στον Κρατήρα του γέλιου μου μετέρχεται τη μιμική, τον χορό (ως πρόσωπο του δράματος) και την απαγγελία· κραυγάζει μια γλώσσα ολοζώντανη, συχνά προκλητική – κι αυτή την πρόκληση οφείλουν να διαχειριστούν τόσο ο δημιουργός όσο κι ο αναγνώστης εφόσον κι οι δύο γνωρίζουν πως τα λυρικά, ειδυλλιακά τοπία έπαψαν πια να συνεγείρουν το σκοτάδι της ανθρώπινης ψυχής· την πρόκληση που αυτοσχεδιάζει, γεννώντας κωμικούς, τραγικούς –ή και τον συνδυασμό τους– ρόλους· που απελευθερώνει κάτω από τις μάσκες της· κι εν τέλει έρχεται να θυμίσει πως σήμερα η ποίηση δεν μπορεί να είναι ολόλευκοι κρίνοι και γλυκόλαλες αηδόνες· σήμερα, η ποίηση οφείλει να ανασαίνει ως λεπίδα ή σφυρί.

* Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Ο Φιλελεύθερος, φ. 15/1/2011.

Δευτέρα 15 Ιουλίου 2013

Μιχάλης Παπαντωνόπουλος: Λυρικά επιγράμματα



Παναγιώτης Νικολαΐδης: Σαν ίαμβος καθρέφτης (Πλανόδιον, 2009)

Η παρούσα έκδοση αποτελεί την πρώτη ποιητική συλλογή του Παναγιωτη Νικολαΐδη. Δομείται σε δύο ενότητες, από τις οποίες προκύπτει και ο τίτλος του βιβλίου: «Σαν ίαμβος» και «Καθρέφτης». Κοινός άξονας των ποιημάτων που συνθέτουν τα δύο μέρη, είναι η επιγραμματική εκφορά τους. Υπ’ αυτήν τη συνθήκη, η δεύτερη ενότητα της συλλογής –που φαίνεται πιο στοχευμένη θεματικά από την πρώτη– σχολιάζει σκωπτικά και με λυρισμό τις «αδυναμίες», τα ελαττώματα και τη ματαιοδοξία της λεγόμενης ποιητικής συντεχνίας (Δεν καταλαβαίνω τι ζόρι τραβάς/ Δεν κηδεύθηκες δημοσία δαπάνη;/ Δεν κρεμάσαμε τη φωτογραφία σου/ σε σωματεία και δημόσια κτήρια;/ Εντάξει, μπορεί να μη σου φτιάξαμε/ άγαλμα επιβλητικό/ Σου γράψαμε όμως/ Υψηλά Ποιήματα) και προσεγγίζει το αληθινό στην ποιητική διαδικασία έξω από το κυρίαρχο φαίνεσθαι, μετρώντας το ποίημα στις σκοτεινές διαστάσεις του (Ό,τι αξίζει στον καφέ/ δεν είναι το φλιτζάνι/ ούτε το ζουμί/ μήτε το θορυβώδες ρούφηγμα/ Είναι το μαύρο κατακάθι// Το πικρό).

Η σκωπτική διάθεση βρίσκεται σαφώς σε συνθήκη υποχώρησης στην πρώτη ενότητα της συλλογής. Όχι όμως κι η αρτιότητα στην τεχνική, την οποία ο Νικολαΐδης επιτυγχάνει με συνέπεια στα ποιήματά του. Ο ρυθμός και το μέτρο αξιοποιούνται για να προσδώσουν ηδύτητα στον ακαριαίο τόνο των επιγραμμάτων, ενώ συγχρόνως παγώνουν το βλέμμα του αναγνώστη σε διαυγείς εικόνες, από τις οποίες δεν λείπουν η ανατροπή και το ποιητικό εύρημα, δοσμένες δίχως το βάρος των επιτηδευμένων ρητορικών σχημάτων, της εκζήτησης και της υποκρισίας που επικρίνει ο Νικολαΐδης στα ποιήματα της δεύτερης ενότητας.

Εν τούτοις, και στο «Σαν ίαβος» αναγνωρίζεται η πρόθεση του Νικολαΐδη να εκφέρει την αντίληψή του περί ποιητικής. Δεν είναι λίγες οι φορές που το ποίημα δανείζεται τις ιδιότητες του σώματος ή ταυτίζεται με αυτό. Άλλωστε η ιδιότητα του πεπερασμένου χρόνου είναι κοινή τόσο στο κείμενο όσο και στη βιολογική υπόσταση του ανθρώπου. Ο χρόνος άλλοτε παρουσιάζεται εξελικτικά –με τη συνεπακόλουθη φθορά που διέπει το σώμα, τα συναισθήματα αλλά και τις διαπροσωπικές σχέσεις– κι άλλοτε σταματημένος, αντιληπτός όπως σε όνειρο, με το ποίημα να ακυρώνει τη συνθήκη του.

Έτσι, τα ποιήματα του Νικολαΐδη επιστρέφουν στο αναγκαίο για να υπάρξουν. Δηλαδή, στην επικοινωνία που συντελείται με στοιχειακές λέξεις και σύμβολα – παρμένα από τη φύση ή την οικεία καθημερινότητα. Η επιγραμματική φόρμα των ποιημάτων επιτυγχάνει τη συγκίνηση ακριβώς μέσα από την απογύμνωση των λεκτικών τοπίων που στήνει ο Νικολαΐδης. Στο χάσμα που αφήνει εντός της γλώσσας η αδυναμία επικοινωνίας –γεγονός που οφείλεται κυρίως στη φθορά του Λόγου και συγχρόνως γίνεται νοητό ως παθογένεια των σύγχρονων κοινωνικών δομών σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο– αυξάνει η ανάγκη για την επαναφορά του καίριου κι ουσιαστικού ως του ελάχιστου αρμού που θα συνδέσει τον αποσπασματικό λόγο και τα ελλείμματά του και θα ολοκληρώσει την επικοινωνία. Εν ολίγοις, το αναγκαίο της επικοινωνίας επαναφέρει το επιγραμματικό του Λόγου, το αξιοποιεί και το αναδεικνύει, χωρίς να απουσιάζει ο υπαινιγμός ή να γίνονται εκπτώσεις στην εκλεπτυσμένη χρήση της γλώσσας προς χάριν του εύκολου νοήματος, με όρους μανιέρας ή «διαφημιστικής» ατάκας.

Αντιθέτως, ο υπαινιγμός διευρύνει τα όρια της ερμηνείας, ο επεξεργασμένος Λόγος προωθεί την κοινωνία του μηνύματος ανάμεσα στο ποιητικό υποκείμενο και στον αναγνώστη, ενώ δεν περνάει απαρατήρητο το μπόλιασμα της κυπριακής διαλέκτου στον κορμό της νεοελληνικής γλώσσας με τους τρόπους της ποίησης. 


* Δημοσιεύθηκε σε πρώτη μορφή στην εφημερίδα Ο Φιλελεύθερος, φ. 4/11/2012.

** Το σκίτσο του Παναγιώτη Νικολαΐδη που χρησιμοποιείται στην παρούσα ανάρτηση φιλοτεχνήθηκε από τον σκιτσογράφο Θανάση Παπασπυρόπουλο, για λογαριασμό του πολιτιστικού ενθέτου Παράθυρο της εφημερίδας Πολίτης

Τρίτη 14 Μαΐου 2013

Μιχάλης Παπαντωνόπουλος: Από τη μήτρα της ιστορίας


Λεύκιος Ζαφερίου: Ποιήματα 1964-2010 (Γαβριηλίδης, 2011)

Τα επιλεγόμενα μιας ποιητικής διαδρομής περίπου 45 χρόνων συγκεντρώνει στον εν λόγω τόμο ο Λεύκιος Ζαφειρίου. Πρόκειται ουσιαστικά για ένα σώμα ποιημάτων από τις τέσσερις συλλογές που εξέδωσε ο Ζαφειρίου κατά την περίοδο 1975-1980 και τη μεταγενέστερη –27 χρόνια αργότερα– Θλίψη του απογεύματος. Η επιλογή συμπληρώνεται με ποιήματα που δημοσιεύθηκαν σε ελλαδικά λογοτεχνικά περιοδικά από το 2008 ώς το 2010, ενώ το ποίημα Ο Σολωμός Σολωμού στη μνήμη μιας γυναίκας δημοσιεύεται εδώ για πρώτη φορά.

Η αυτο-ανθολόγηση δεν λανθάνει της εγγενούς «αδυναμίας» που ενέχουν τέτοιου είδους εγχειρήματα – πως πάντα κάτι λείπει. Στην κριτική ανάγνωση που επιχειρεί ο ίδιος ο Ζαφειρίου στο έργο του πιθανώς αδικείται –σε αριθμούς– Η θλίψη του απογεύματος, ενώ παραλείπονται και ποιήματα, όπως η Βυρηττός πολιορκημένη, που στέκονται στον πυρήνα του ευσύνοπτου ποιητικού σχεδίου που ανέπτυξε ο Ζαφειρίου εδώ και 5 δεκαετίες.

Παρά λοιπόν τις όποιες «ενστάσεις», που πηγάζουν από αισθητικές προτιμήσεις πάνω στην ποίηση του εν λόγω δημιουργού, οι επιλογές του τόμου παραμένουν άκρως αντιπροσωπευτικές τόσο για τον μυημένο αναγνώστη όσο και γι’ αυτόν που έρχεται για πρώτη φορά σε επαφή με το έργο του Λ. Ζαφειρίου. Κινούμενος στη μεθόριο ενός ρεαλισμού όπου παρεμβάλλονται φάσματα ανθρώπων και σκηνές από την πολιτική και ιστορική ζωή του ελλαδικού και κυπριακού χώρου, ιδωμένες συνήθως σε νέο τόπο και χρόνο κι όχι σε αυτούς που ο συμφωνημένος μύθος τούς έχει τοποθετήσει, ο Ζαφειρίου σχεδιάζει ένα χρονικό της –μετά την κρατική ανεξαρτησία– Κύπρου στο πλαίσιο του ευρύτερου Ελληνισμού, αλλά και της θέσης της νήσου στον παγκόσμιο χάρτη των πολιτικών εξελίξεων και στον πιο περιορισμένο της ανατολικής Μεσογείου.

Τα πρωτογενή υλικά αυτού του χρονικού ανιχνεύονται στο ιστορικό βίωμα, όμως δεν εξαντλούνται σε αυτό κατά την ποιητική μεταφορά τους. Αντιθέτως, η ιδιωτική εμπειρία ανάγεται σε συλλογική δοκιμασία κατορθώνοντας να σηκώσει στους ώμους της το βάρος της πληγής που κόβεται στο σώμα της κυπριακής κοινωνίας και να μην συντριβεί –λογοτεχνικά– από αυτήν. Η προφητικότητα των στίχων που έρχονται από τη δεκαετία του ’70 ενδεχομένως οφείλεται σε αυτήν ακριβώς τη διαχείριση του βιώματος. Διότι δεν είναι μόνο το γεγονός που παραμένει ανοιχτό στην κυπριακή ιστορία (αγνοούμενοι, συνεχιζόμενη κατοχή κ.ο.κ.), αλλά και το συναισθηματικό βίωμα που ακολούθησε τα συμβάντα και το οποίο βρίσκει διεξόδους στις παραλλαγές της μίας πάντα ιστορίας.

Η «κραυγή της πατρίδας περιτυλιγμένη το χρέος» πιθανώς να νοθεύεται με άλλους τρόπους σήμερα, ωστόσο το αίσθημα του εκφυλισμού καθίσταται διαχρονικό μέσα από την ποίηση του Ζαφειρίου – είτε παίζοντας με «κάλπικα νομίσματα στην πιο κρίσιμη συναλλαγή» είτε καταγγέλλοντας τη σκηνή με τους φωτορεπόρτερ και τη μητέρα ενός αγνοούμενου, με τους πρώτους να φωνάζουν «πέστε της να μη τσιρίζει/ μας χαλάει τη δουλειά» από τους Σχεδόν μηδίζοντες στίχους του 1977. Βέβαια ο τόνος της ποιητικής του Ζαφειρίου υποχώρησε κατά το μέρος της στοχαστικής διάθεσης διασχίζοντας τα χρόνια μετά την εισβολή και μέχρι την αυγή του 21ου αιώνα. Ο λόγος του ανέλαβε να εκφέρει ένα ουμανιστικό όραμα, το οποίο πλέον δεν περιορίζεται στην Κύπρο, μα εκτείνεται στις κοινωνίες κι άλλων χωρών που υφίστανται τις ολέθριες συνέπειες της παράνοιας που εξασκούν οι κατέχοντες την εξουσία.

Κοινή κι εμβληματική φιγούρα αυτής της πνευματικής πορείας αποτελεί η φασματική εικόνα της μητέρας που επιστρέφει συχνά στα ποιήματα του Ζαφειρίου. Η σχέση του ποιητή με αυτό το φάσμα κινείται σε ένα εύρος συναισθηματικών αποχρώσεων και συγχρόνως νοηματοδοτεί τη σχέση του ποιητικού υποκειμένου με την κοινωνική πραγματικότητα που το περιβάλλει. Ουσιαστικά, ο άνθρωπος στην ποίηση του Ζαφειρίου είναι αυτός που κόπηκε βιαίως από τη μήτρα της ιστορίας και μένει μόνος στην αναμέτρηση με τα φαντάσματα και τους εφιάλτες του, τα οποία συναντάει παντού: στον Μακρύδρομο και στην οδό Ρηγαίνης, στο Μετς και στον Άη Γιάννη.

Οι άγνωστοι ήρωες της κυπριακής καθημερινότητας ή οι περιώνυμοι άνθρωποι των τεχνών, των Γραμμάτων και των επαναστάσεων δεν αποτελούν προσωπεία του ποιητή, αλλά τέκνα της ίδιας ιστορικής μήτρας που γεννάει τη βία και τον έρωτα, την παράνοια και τον πόθο για ελευθερία. Κι εκεί αναγνωρίζεται η ουμανιστική ανθρωπολογία του Ζαφειρίου – μέσα από το ποίημα που δεν αφομοιώνει «τον άλλον» στο ένα και μόνο πρόσωπο, αλλά μιλάει τον άνθρωπο ως αδερφό του άλλου ανθρώπου.


* Δημοσιεύθηκε σε πρώτη μορφή στην εφημερίδα Ο Φιλελεύθερος, φ. 22/4/2012.