Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΛΟΖΏΗΣ ΓΙΏΡΓΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΛΟΖΏΗΣ ΓΙΏΡΓΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 7 Οκτωβρίου 2013

Η μεταμόρφωση ως οντολογία του ποιητικού υποκειμένου


Του Μιχάλη Παπαντωνόπολου

Γιώργος Καλοζώης: Η κλίση του ρήματος (Φαρφουλάς, 2009)

Η κλίση του ρήματος μετέρχεται της ήδη κατακτημένης προοπτικής –και των ανάλογων εφοδίων– που διαθέτει η γραφή του Γιώργου Καλοζώη. Συγκεκριμένα: έντονη εικονοποιία που δανείζεται σάρκα από υπερρεαλιστικά μοτίβα κι οστά από την αισθητική του εξπρεσιονισμού, και την οποία αντιλαμβανόμαστε μέσα από την αφήγηση ενός –όχι σπάνια– ραγδαίως κινούμενου κινηματογραφικού φακού. Παράλληλα, μια γλώσσα που υπακούει στις δικές της μουσικές φράσεις, τις οποίες αναπλάθει χρησιμοποιώντας συχνά επαναλήψεις λεκτικών ή συντακτικών σχημάτων, με φαινομενική συνέπεια έναν αλλόκοτο ασθματικό διασκελισμό των στίχων που συμβάλλει ουσιαστικά στην αίσθηση του ανοίκειου που επιθυμεί να δρέψει ο ποιητής. Εν τούτοις, αν προσπαθήσει κανείς να αποκαταστήσει τη λογική συνάφεια «ανάσας» και εικόνας, και να δεχτεί την κρυπτικότητα των ποιημάτων ως εγγενές χαρακτηριστικό τους, τότε θα βρεθεί μπροστά σε μια μακροσκελή αφήγηση, απολύτως διαυγή όσον αφορά το νόημα και την εκφορά της και σε διαρκή κοινωνική (κατά Μαρξ) –και συνεπώς, πολιτική– εγρήγορση.

Οι πιο πάνω διαπιστώσεις έχουν σε μεγάλο βαθμό ανιχνευθεί στο μέχρι σήμερα ποιητικό έργο του Καλοζώη. Ως εκ τούτου, θα ήταν προτιμότερο να σταθούμε στην ξεκάθαρη –και ιδιότυπη– οντολογία που διαμορφώνει ο ποιητής στο παρόν εγχείρημά του. Αφοριστικά μιλώντας, η μεταμόρφωση είναι η οντολογία της ποίησης του Καλοζώη. Στην Κλίση του ρήματος, η σταδιακή διαδικασία μεταμόρφωσης του νεορομαντικού υποκειμένου δίνει μορφή και πνευματική υπόσταση σε μια ζωική κοσμολογία στα όρια του τοτεμισμού. Όρια τα οποία δεν ξεπερνιούνται, καθώς τα πλάσματα που κατοικούν στον ποιητικό ιστό του Καλοζώη δεν συμπεριφέρονται ως φάσματα, αλλά ως οικόσιτα του εφιαλτικού πάθους που βιώνει ο άνθρωπος μέσα στο υπαρξιακό άγχος του θανάτου.

Η στοιχειακή μεταμόρφωση στην ποίηση του Καλοζώη (βλ. αράχνη, πεταλούδα, σκαντζόχοιρος, γκνου, κογιότ, λύκος, σκύλος κ.ά.) αποτελεί μια ευρύτερη μετάλλαξη της κοινής οντολογίας. Και δεν συμβαίνει απαραίτητα προκειμένου ο άνθρωπος να υπομείνει τη φρίκη του κοσμικού σφαγείου. Εδώ, μεταμόρφωση δεν σημαίνει κάθαρση, αλλά υλικό και έννοια της ίδιας της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Μπορεί στην ιστορία των μύθων και των θρησκειών, η μεταμόρφωση να υπήρξε δοκιμή ή κατ’ εξοχήν προνόμιο του θεϊκού στοιχείου –και κάποτε κάποτε δυνατότητα του ανθρώπινου όντος–, όμως στη σύγχρονη μυθολογική αφήγηση του Καλοζώη, αυτήν τη δυνατότητα τη διεκδικεί ο άνθρωπος από τον άνθρωπο και όχι από κάποιο Υπέρτατο Ον.

Ουσιαστικά, Η κλίση του ρήματος αποτελεί ένα ύστερο εγχειρίδιο αυτογνωσίας για το πλάσμα στο οποίο μεταμορφώνεται η ανθρώπινη συνείδηση αιφνιδίως κι αμετάκλητα. Ο Καλοζώης στήνει μιαν εφιαλτική σκηνή γύρω από την έλλογη διάνοια, προβάλλοντας ερμητικές μεταφυσικές αποστροφές σε αντικείμενα του καθημερινού χώρου, ενώ συγχρόνως φροντίζει να εντάξει την παράδοξη φύση του ανθρωποζωικού συμπλέγματος –που αποκαλύπτεται στα ποιήματά του– σε μια ευρεία ρεαλιστική αφήγηση, συντηρώντας το τρομερό ως συνθήκη που επιβάλλεται στον Άλλον (αναγνώστη) και τον καθιστά συν-θεατή ενός κοινού εφιάλτη.
  
* Δημοσιεύθηκε σε πρώτη μορφή στην εφημερίδα Ο Φιλελεύθερος, φ. 11/9/2010.

Παρασκευή 8 Μαρτίου 2013

Κύπρου Λόγος (.poema..) τχ. 18



Γιώργος Καλοζώης, Το μάθημα της περίληψης, Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2011

Στην έκτη ποιητική συλλογή του Γιώργου Καλοζώη, κάθε ποίημα ανοίγεται ως χάσμα -κάθετο και βαθύ- στην ανθρώπινη συνείδηση. Η οντολογία του ποιητή -με τα αλλόκοτα πλάσματά της που υφίστανται αλλεπάλληλες μεταμορφώσεις και κινούνται ως μηχανικά «αυτόματα»- δεν αποκαλύπτεται συγχρονικά με τη ροή της οικείας πραγματικότητας, ούτε και έξω απ' αυτήν: σχεδόν φασματικά. Η ανθρώπινη συνείδηση στήνει τους δικούς της διανοητικούς θύλακες για να αντεπεξέλθει στην παραφροσύνη της καθημερινότητας, τέμνοντας τον ατελή και ακατανόητο κόσμο όπως μας δόθηκε μέσω οποιασδήποτε «διδασκαλίας» - κοινωνικής, πολιτικής, ακόμη και γλωσσολογικής. Για τον Καλοζώη αυτός ο κόσμος είναι μια διαρκής μεταφορά. Γράφεται ως ένα σχήμα που μετατοπίζει την ουσία των πραγμάτων από τη συμφωνημένη -σε επίπεδο κοινότητας- λειτουργία τους σε μια πιο αυθαίρετη ερμηνεία, η οποία δηλώνει εγγενώς πως δεν κατέχει την αλήθεια. Ετσι, ο Καλοζώης συνθέτει κατά παράταξη σπαράγματα της ανθρώπινης διανοίας, που καλούνται να προσδιοριστούν μέσα στην απορία για την υπόσταση της κοινωνίας ή και της ίδιας της ποίησης. Οι «ερωτήσεις» του Καλοζώη γίνονται υπό καθεστώς κριτικής αφέλειας, μιας στάσης που φέρνει τον άνθρωπο εγγύτερα στο αρχέτυπο της ύπαρξής του, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο κόσμος γίνεται λιγότερο ξένος. Ο κόσμος -στην περίληψή του που είναι το βλέμμα- δεν καταλήγει πουθενά: η οδυνηρή αυτή συνειδητοποίηση αποφορτίζεται στην «παιδικότητα» με την οποία εκφέρονται οι ερωτήσεις του ποιητικού υποκειμένου. Ουσιαστικά, με αυτό το τέχνασμα ο άνθρωπος συνεχίζει να διερωτάται και ν' αναζητά: για να μην πεθάνει πριν πεθάνει. Σε αυτόν τον χαμένο παράδεισο της «παιδικής μωρίας» δοκιμάζει να επιστρέψει ο δημιουργός ως αυτός που αγνοεί κι όχι ως Ξένος που πρέπει να θανατωθεί για να συνεχιστεί απαράλλακτη η φθορά των πραγμάτων. Κι εκεί ανασαίνει η ποίηση του Καλοζώη, ισορροπώντας μεταξύ ονείρου και ρεαλισμού, στον πνευματικό καθρέφτη που ορθώνει κάθε ποίημα απέναντι στο υποκείμενό του για να αντικρίσει την τρομώδη ομορφιά ενός κόσμου που πάσχει να επιβιώσει.


Πάμπος Κουζάλης, Eνα, Εκδόσεις Παράκεντρο, 2011
Από την αδυναμία -ή αδυνατότητα- της κυπριακής διαλέκτου να εκφράσει το εύρος της καλλιτεχνικής διανοίας και των συναισθηματικών τόνων που δοκιμάζει το ποιητικό υποκείμενο, μέχρι τη σχεδόν προγραμματική και επιβαλλόμενη -έξωθεν του κειμένου- χρήση του ιδιώματος, κάποιος επιλέγει -με αποφατικό τρόπο- να πει ότι η γλώσσα του ποιήματος ακυρώνει, αναιρεί, σαρώνει˙ ότι η γλώσσα του ποιήματος ακυρώνεται, αναιρείται, σαρώνεται˙ ότι η γλώσσα του ποιήματος ομοιάζει με το πένθος: είναι καθαρά ιδιωτική υπόθεση. Ετσι, το Ενα του Κουζάλη εκφέρει τη δική του προοπτική για τη γλώσσα του ποιήματος συνδέοντας αρμονικά τύπους της κυπριακής καθημερινής συναλλαγής με την «επίσημη» νεοελληνική, με διάσπαρτες λέξεις της διαλέκτου ενσωματωμένες στη «μητροπολιτική» γλώσσα ή με δύο εκ των καταληκτικών ποιημάτων της συλλογής γραμμένα εξ ολοκλήρου στο κυπριακό ιδίωμα. Αποκεί και πέρα, ο Κουζάλης αρθρώνει λυρικά έναν έκπτωτο τόπο όπου οι πρωταγωνιστές των ποιημάτων, στην πλειονότητά τους εγκάτοικοι ή κληρονόμοι κάποιου παλαιού αστικού οίκου ή της ζωής στην κυπριακή ύπαιθρο, κινούνται φασματικά. Το πεπερασμένο συμπυκνώνεται σε ένα ανεπαίσθητο κίνημα του χεριού ή του σώματος, στη θέαση ενός προσφιλούς ή «αγνώστου» αντικειμένου που θυμίζει την κάποτε αίγλη και ευμάρεια. Ωστόσο, η μνήμη της γλώσσας δεν θρηνεί την πτώση˙ αλλού τραγουδάει την απολεσθείσα αρχοντιά του αστικού βίου κι αλλού τον ιδιότυπο ηρωισμό των πρωταγωνιστών της είτε στους μικρούς θανάτους που αφορούν την ερωτική τους επιθυμία, είτε στην τραγωδία των αγνοουμένων με την τουρκική εισβολή του '74 είτε στην καθημερινότητα ενός μετανάστη στην Κύπρο του σήμερα. Σε κάθε περίπτωση, αυτή η μνήμη προφέρεται γυμνή -μες στην ειρωνεία και τον σαρκασμό της, ναι- μα γυμνή όσον αφορά την καθαρότητα με την οποία μεταδίδεται στον αναγνώστη, δίχως ρητορικές εκπτώσεις. Κι αυτή η μνήμη κλιμακώνεται από ποίημα σε ποίημα, με τον Κουζάλη να έχει «χτίσει» μια ποιητική συλλογή με ισχυρούς συναισθηματικούς αρμούς, σαν να πρόκειται το Ενα για μια ενιαία καλλιτεχνική σύνθεση που προεκτείνει σε ετερόκλιτες νοηματικά ενότητες τα μέλη της.


Για περισσότερα: http://www.poema.gr/dokimio.php?id=326