Κυριακή 28 Ιουλίου 2013

Μιχάλης Παπαντωνόπουλος: Το προσωπείο του "διασκεδαστή"


Κώστας Ρεούσης: Ο κρατήρας του γέλιου μου (Φαρφουλάς, 2009)

Όσο εμφανής είναι η συνάφεια της ποίησης του Κώστα Ρεούση με τα πιο σκληρά και άναρχα υλικά του υπερρεαλισμού, τόσο μεγαλύνεται η ανάγκη να διαβάσει κάποιος τα πεζά ποιήματα της ανά χείρας συλλογής κομμένα από το κάτεργο των -ισμών· κατ’ ουσίαν, ως τομές στην μικροαστική αντίληψη που λυμαίνεται τον δημόσιο βίο και λόγο της κοινότητας είτε ως σώμα είτε ως πνεύμα.

Ακολούθως, θα μπορούσε κάποιος να ανακαλέσει στη μνήμη του ένα απόσπασμα από την Εξέγερση εναντίον της ποίησης του Αντονέν Αρτώ: «Δεν θέλω να είμαι ο ποιητής του ποιητή μου, εκείνου του εγώ που θέλησε να με χρίσει ποιητή, αλλά ποιητής δημιουργός, σε διαρκή εξέγερση εναντίον του “εγώ” και του “εκείνου”». Κι αν το «εγώ» ξεδιπλώνεται ενστικτωδώς πικραμένο κι επίκτητα πικρό, τραχύ κι ενίοτε προκλητικό, στον Κρατήρα του γέλιου μου δεν κάνει τίποτε άλλο από το να δοκιμάζει τα όρια της ψευδαίσθησης και της δειλίας που εφαρμόζει ο μικροαστικός πολιτισμός στις επιμέρους εκφάνσεις του. Μια δοκιμή που ξεσπάζει σε σύγκρουση –πώς αλλιώς;– προσδιορίζοντας τον εαυτό της ως το «έτερο» αναφορικά με το «εκείνο» ή ακόμα κι ως το «ξένο».

Όμως, εδώ το «ξένο» δεν νοείται ως αμέτοχο. Ίσα ίσα: η εξέγερση ως κίνημα του σώματος και του πνεύματος καταφέρεται πριν απ’ όλα ενάντια στη σοβαροφάνεια της εικόνας. Τα ποιήματα του Κρατήρα είναι φύσει εξεγερμένα, προσβλέποντας να καταδείξουν πόση κωμωδία ανεβαίνει ως τη γλώσσα της ευπρέπειας και συγχρόνως πόση τραγικότητα συντρίβεται στον λόγο του «διασκεδαστή». Κι ας μην ξενίσει ο όρος. Το προσωπείο του «διασκεδαστή» αφηγείται το δράμα του «έτερου» στη σχέση του με την κοινωνία – και ιδίως με τους εξουσιαστικούς φορείς αυτής. Ο «διασκεδαστής» παίζει ξανά και ξανά εκείνο το επεισόδιο της ανθρώπινης κωμωδίας όπου ο ίδιος υποδύεται το εντεταλμένο θύμα που αντικαθιστά τον «βασιλιά» κατά την τελετουργική θυσία.

Έτσι, η ανοίκεια κωμωδία που ανεβάζει ο Κ. Ρεούσης στον Κρατήρα του γέλιου μου μετέρχεται τη μιμική, τον χορό (ως πρόσωπο του δράματος) και την απαγγελία· κραυγάζει μια γλώσσα ολοζώντανη, συχνά προκλητική – κι αυτή την πρόκληση οφείλουν να διαχειριστούν τόσο ο δημιουργός όσο κι ο αναγνώστης εφόσον κι οι δύο γνωρίζουν πως τα λυρικά, ειδυλλιακά τοπία έπαψαν πια να συνεγείρουν το σκοτάδι της ανθρώπινης ψυχής· την πρόκληση που αυτοσχεδιάζει, γεννώντας κωμικούς, τραγικούς –ή και τον συνδυασμό τους– ρόλους· που απελευθερώνει κάτω από τις μάσκες της· κι εν τέλει έρχεται να θυμίσει πως σήμερα η ποίηση δεν μπορεί να είναι ολόλευκοι κρίνοι και γλυκόλαλες αηδόνες· σήμερα, η ποίηση οφείλει να ανασαίνει ως λεπίδα ή σφυρί.

* Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Ο Φιλελεύθερος, φ. 15/1/2011.

Δευτέρα 15 Ιουλίου 2013

Μιχάλης Παπαντωνόπουλος: Λυρικά επιγράμματα



Παναγιώτης Νικολαΐδης: Σαν ίαμβος καθρέφτης (Πλανόδιον, 2009)

Η παρούσα έκδοση αποτελεί την πρώτη ποιητική συλλογή του Παναγιωτη Νικολαΐδη. Δομείται σε δύο ενότητες, από τις οποίες προκύπτει και ο τίτλος του βιβλίου: «Σαν ίαμβος» και «Καθρέφτης». Κοινός άξονας των ποιημάτων που συνθέτουν τα δύο μέρη, είναι η επιγραμματική εκφορά τους. Υπ’ αυτήν τη συνθήκη, η δεύτερη ενότητα της συλλογής –που φαίνεται πιο στοχευμένη θεματικά από την πρώτη– σχολιάζει σκωπτικά και με λυρισμό τις «αδυναμίες», τα ελαττώματα και τη ματαιοδοξία της λεγόμενης ποιητικής συντεχνίας (Δεν καταλαβαίνω τι ζόρι τραβάς/ Δεν κηδεύθηκες δημοσία δαπάνη;/ Δεν κρεμάσαμε τη φωτογραφία σου/ σε σωματεία και δημόσια κτήρια;/ Εντάξει, μπορεί να μη σου φτιάξαμε/ άγαλμα επιβλητικό/ Σου γράψαμε όμως/ Υψηλά Ποιήματα) και προσεγγίζει το αληθινό στην ποιητική διαδικασία έξω από το κυρίαρχο φαίνεσθαι, μετρώντας το ποίημα στις σκοτεινές διαστάσεις του (Ό,τι αξίζει στον καφέ/ δεν είναι το φλιτζάνι/ ούτε το ζουμί/ μήτε το θορυβώδες ρούφηγμα/ Είναι το μαύρο κατακάθι// Το πικρό).

Η σκωπτική διάθεση βρίσκεται σαφώς σε συνθήκη υποχώρησης στην πρώτη ενότητα της συλλογής. Όχι όμως κι η αρτιότητα στην τεχνική, την οποία ο Νικολαΐδης επιτυγχάνει με συνέπεια στα ποιήματά του. Ο ρυθμός και το μέτρο αξιοποιούνται για να προσδώσουν ηδύτητα στον ακαριαίο τόνο των επιγραμμάτων, ενώ συγχρόνως παγώνουν το βλέμμα του αναγνώστη σε διαυγείς εικόνες, από τις οποίες δεν λείπουν η ανατροπή και το ποιητικό εύρημα, δοσμένες δίχως το βάρος των επιτηδευμένων ρητορικών σχημάτων, της εκζήτησης και της υποκρισίας που επικρίνει ο Νικολαΐδης στα ποιήματα της δεύτερης ενότητας.

Εν τούτοις, και στο «Σαν ίαβος» αναγνωρίζεται η πρόθεση του Νικολαΐδη να εκφέρει την αντίληψή του περί ποιητικής. Δεν είναι λίγες οι φορές που το ποίημα δανείζεται τις ιδιότητες του σώματος ή ταυτίζεται με αυτό. Άλλωστε η ιδιότητα του πεπερασμένου χρόνου είναι κοινή τόσο στο κείμενο όσο και στη βιολογική υπόσταση του ανθρώπου. Ο χρόνος άλλοτε παρουσιάζεται εξελικτικά –με τη συνεπακόλουθη φθορά που διέπει το σώμα, τα συναισθήματα αλλά και τις διαπροσωπικές σχέσεις– κι άλλοτε σταματημένος, αντιληπτός όπως σε όνειρο, με το ποίημα να ακυρώνει τη συνθήκη του.

Έτσι, τα ποιήματα του Νικολαΐδη επιστρέφουν στο αναγκαίο για να υπάρξουν. Δηλαδή, στην επικοινωνία που συντελείται με στοιχειακές λέξεις και σύμβολα – παρμένα από τη φύση ή την οικεία καθημερινότητα. Η επιγραμματική φόρμα των ποιημάτων επιτυγχάνει τη συγκίνηση ακριβώς μέσα από την απογύμνωση των λεκτικών τοπίων που στήνει ο Νικολαΐδης. Στο χάσμα που αφήνει εντός της γλώσσας η αδυναμία επικοινωνίας –γεγονός που οφείλεται κυρίως στη φθορά του Λόγου και συγχρόνως γίνεται νοητό ως παθογένεια των σύγχρονων κοινωνικών δομών σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο– αυξάνει η ανάγκη για την επαναφορά του καίριου κι ουσιαστικού ως του ελάχιστου αρμού που θα συνδέσει τον αποσπασματικό λόγο και τα ελλείμματά του και θα ολοκληρώσει την επικοινωνία. Εν ολίγοις, το αναγκαίο της επικοινωνίας επαναφέρει το επιγραμματικό του Λόγου, το αξιοποιεί και το αναδεικνύει, χωρίς να απουσιάζει ο υπαινιγμός ή να γίνονται εκπτώσεις στην εκλεπτυσμένη χρήση της γλώσσας προς χάριν του εύκολου νοήματος, με όρους μανιέρας ή «διαφημιστικής» ατάκας.

Αντιθέτως, ο υπαινιγμός διευρύνει τα όρια της ερμηνείας, ο επεξεργασμένος Λόγος προωθεί την κοινωνία του μηνύματος ανάμεσα στο ποιητικό υποκείμενο και στον αναγνώστη, ενώ δεν περνάει απαρατήρητο το μπόλιασμα της κυπριακής διαλέκτου στον κορμό της νεοελληνικής γλώσσας με τους τρόπους της ποίησης. 


* Δημοσιεύθηκε σε πρώτη μορφή στην εφημερίδα Ο Φιλελεύθερος, φ. 4/11/2012.

** Το σκίτσο του Παναγιώτη Νικολαΐδη που χρησιμοποιείται στην παρούσα ανάρτηση φιλοτεχνήθηκε από τον σκιτσογράφο Θανάση Παπασπυρόπουλο, για λογαριασμό του πολιτιστικού ενθέτου Παράθυρο της εφημερίδας Πολίτης

Τρίτη 25 Ιουνίου 2013

Σρέτσκο Κοσοβέλ: Κονς και άλλα ποιήματα (μτφρ. Μ.Π., Εκδ. Βακχικόν)


Πεύκα

Πεύκα, τα πεύκα: φρίκη άλαλη∙
πεύκα: φρίκη άλαλη∙

πεύκα, πεύκα, πεύκα, πεύκα!

Πεύκα, πεύκα σκοτεινά, τα πεύκα:
φρουροί κάτω από βουνά,
σε πέτρινα λιβάδια
μουρμουρίζουν βαθιά εξαντλημένα.

Και κάθε που γέρνει δύσμοιρη η ψυχή
–αίθρια νύχτα– πάνω απ’ τα βουνά
ακούω φωνές πνιγμένες
και δεν μπορώ να κοιμηθώ τον ύπνο μου ξανά.

«Φάσματα πεύκα, φάσματα κουρασμένα,
πείτε μου: υποφέρουν τ’ αδέλφια μου;
Ξεψυχά η μητέρα μου;
Κι ο πατέρας μου; Με αποζητά;»

Μα εκείνα: απάντηση καμιά θροΐζουν
φάσματα κουρασμένα, φάσματα εφιαλτικά,
λες κι η μητέρα μου ξεψυχά,
λες κι ο πατέρας μου με αποζητά,
λες κι υποφέρουν τ’ αδέλφια μου.

*   *   *
Επισκόπηση της έκδοσης και links για τα ηλεκτρονικά βιβλιοπωλεία όπου είναι διαθέσιμη στην ηλεκτρονική διεύθυνση: 
*   *   *

Ο Σρέτσκο Κοσοβέλ γεννιέται στην πόλη Σέζανα της Σλοβενίας. Δημοσιεύει το πρώτο του ποίημα σε ηλικία 11 ετών. Σπουδάζει Ρωμανική και Σλαβική Φιλολογία. Συμμετέχει στη συντακτική ομάδα της φοιτητικής εφημερίδας Kres και τα επόμενα χρόνια προχωράει στην έκδοση της Novi Kres. Ιδρύει τα λογοτεχνικά περιοδικά Lepa Vida και Mladina, ενώ γίνεται συνεκδότης του προοδευτικού περιοδικού Vidovdan. Δημιουργεί επίσης τη λογοτεχνική Λέσχη «Ίβαν Τσάνκαρ». Τον χειμώνα του 1926 προσβάλλεται από μηνιγγίτιδα, μεταβαίνει στο πατρικό του για να αναρρώσει, αλλά τελικά πεθαίνει στις 26 Μαΐου. Τρεις μέρες αργότερα κηδεύεται στην παρουσία των Ιταλών «καραμπινιέρι» που παρευρίσκονται στη νεκρώσιμη ακολουθία για να καταστείλουν ενδεχόμενες αντιδράσεις των συντρόφων του ποιητή. Έναν χρόνο μετά τον θάνατό του εκδίδονται σε βιβλίο τα πρώιμα ποιήματά του. Το 1954 ξεκινάει η έκδοση των Απάντων που θα ολοκληρωθεί το 1977 σε τρεις τόμους.

Τρίτη 14 Μαΐου 2013

Μιχάλης Παπαντωνόπουλος: Από τη μήτρα της ιστορίας


Λεύκιος Ζαφερίου: Ποιήματα 1964-2010 (Γαβριηλίδης, 2011)

Τα επιλεγόμενα μιας ποιητικής διαδρομής περίπου 45 χρόνων συγκεντρώνει στον εν λόγω τόμο ο Λεύκιος Ζαφειρίου. Πρόκειται ουσιαστικά για ένα σώμα ποιημάτων από τις τέσσερις συλλογές που εξέδωσε ο Ζαφειρίου κατά την περίοδο 1975-1980 και τη μεταγενέστερη –27 χρόνια αργότερα– Θλίψη του απογεύματος. Η επιλογή συμπληρώνεται με ποιήματα που δημοσιεύθηκαν σε ελλαδικά λογοτεχνικά περιοδικά από το 2008 ώς το 2010, ενώ το ποίημα Ο Σολωμός Σολωμού στη μνήμη μιας γυναίκας δημοσιεύεται εδώ για πρώτη φορά.

Η αυτο-ανθολόγηση δεν λανθάνει της εγγενούς «αδυναμίας» που ενέχουν τέτοιου είδους εγχειρήματα – πως πάντα κάτι λείπει. Στην κριτική ανάγνωση που επιχειρεί ο ίδιος ο Ζαφειρίου στο έργο του πιθανώς αδικείται –σε αριθμούς– Η θλίψη του απογεύματος, ενώ παραλείπονται και ποιήματα, όπως η Βυρηττός πολιορκημένη, που στέκονται στον πυρήνα του ευσύνοπτου ποιητικού σχεδίου που ανέπτυξε ο Ζαφειρίου εδώ και 5 δεκαετίες.

Παρά λοιπόν τις όποιες «ενστάσεις», που πηγάζουν από αισθητικές προτιμήσεις πάνω στην ποίηση του εν λόγω δημιουργού, οι επιλογές του τόμου παραμένουν άκρως αντιπροσωπευτικές τόσο για τον μυημένο αναγνώστη όσο και γι’ αυτόν που έρχεται για πρώτη φορά σε επαφή με το έργο του Λ. Ζαφειρίου. Κινούμενος στη μεθόριο ενός ρεαλισμού όπου παρεμβάλλονται φάσματα ανθρώπων και σκηνές από την πολιτική και ιστορική ζωή του ελλαδικού και κυπριακού χώρου, ιδωμένες συνήθως σε νέο τόπο και χρόνο κι όχι σε αυτούς που ο συμφωνημένος μύθος τούς έχει τοποθετήσει, ο Ζαφειρίου σχεδιάζει ένα χρονικό της –μετά την κρατική ανεξαρτησία– Κύπρου στο πλαίσιο του ευρύτερου Ελληνισμού, αλλά και της θέσης της νήσου στον παγκόσμιο χάρτη των πολιτικών εξελίξεων και στον πιο περιορισμένο της ανατολικής Μεσογείου.

Τα πρωτογενή υλικά αυτού του χρονικού ανιχνεύονται στο ιστορικό βίωμα, όμως δεν εξαντλούνται σε αυτό κατά την ποιητική μεταφορά τους. Αντιθέτως, η ιδιωτική εμπειρία ανάγεται σε συλλογική δοκιμασία κατορθώνοντας να σηκώσει στους ώμους της το βάρος της πληγής που κόβεται στο σώμα της κυπριακής κοινωνίας και να μην συντριβεί –λογοτεχνικά– από αυτήν. Η προφητικότητα των στίχων που έρχονται από τη δεκαετία του ’70 ενδεχομένως οφείλεται σε αυτήν ακριβώς τη διαχείριση του βιώματος. Διότι δεν είναι μόνο το γεγονός που παραμένει ανοιχτό στην κυπριακή ιστορία (αγνοούμενοι, συνεχιζόμενη κατοχή κ.ο.κ.), αλλά και το συναισθηματικό βίωμα που ακολούθησε τα συμβάντα και το οποίο βρίσκει διεξόδους στις παραλλαγές της μίας πάντα ιστορίας.

Η «κραυγή της πατρίδας περιτυλιγμένη το χρέος» πιθανώς να νοθεύεται με άλλους τρόπους σήμερα, ωστόσο το αίσθημα του εκφυλισμού καθίσταται διαχρονικό μέσα από την ποίηση του Ζαφειρίου – είτε παίζοντας με «κάλπικα νομίσματα στην πιο κρίσιμη συναλλαγή» είτε καταγγέλλοντας τη σκηνή με τους φωτορεπόρτερ και τη μητέρα ενός αγνοούμενου, με τους πρώτους να φωνάζουν «πέστε της να μη τσιρίζει/ μας χαλάει τη δουλειά» από τους Σχεδόν μηδίζοντες στίχους του 1977. Βέβαια ο τόνος της ποιητικής του Ζαφειρίου υποχώρησε κατά το μέρος της στοχαστικής διάθεσης διασχίζοντας τα χρόνια μετά την εισβολή και μέχρι την αυγή του 21ου αιώνα. Ο λόγος του ανέλαβε να εκφέρει ένα ουμανιστικό όραμα, το οποίο πλέον δεν περιορίζεται στην Κύπρο, μα εκτείνεται στις κοινωνίες κι άλλων χωρών που υφίστανται τις ολέθριες συνέπειες της παράνοιας που εξασκούν οι κατέχοντες την εξουσία.

Κοινή κι εμβληματική φιγούρα αυτής της πνευματικής πορείας αποτελεί η φασματική εικόνα της μητέρας που επιστρέφει συχνά στα ποιήματα του Ζαφειρίου. Η σχέση του ποιητή με αυτό το φάσμα κινείται σε ένα εύρος συναισθηματικών αποχρώσεων και συγχρόνως νοηματοδοτεί τη σχέση του ποιητικού υποκειμένου με την κοινωνική πραγματικότητα που το περιβάλλει. Ουσιαστικά, ο άνθρωπος στην ποίηση του Ζαφειρίου είναι αυτός που κόπηκε βιαίως από τη μήτρα της ιστορίας και μένει μόνος στην αναμέτρηση με τα φαντάσματα και τους εφιάλτες του, τα οποία συναντάει παντού: στον Μακρύδρομο και στην οδό Ρηγαίνης, στο Μετς και στον Άη Γιάννη.

Οι άγνωστοι ήρωες της κυπριακής καθημερινότητας ή οι περιώνυμοι άνθρωποι των τεχνών, των Γραμμάτων και των επαναστάσεων δεν αποτελούν προσωπεία του ποιητή, αλλά τέκνα της ίδιας ιστορικής μήτρας που γεννάει τη βία και τον έρωτα, την παράνοια και τον πόθο για ελευθερία. Κι εκεί αναγνωρίζεται η ουμανιστική ανθρωπολογία του Ζαφειρίου – μέσα από το ποίημα που δεν αφομοιώνει «τον άλλον» στο ένα και μόνο πρόσωπο, αλλά μιλάει τον άνθρωπο ως αδερφό του άλλου ανθρώπου.


* Δημοσιεύθηκε σε πρώτη μορφή στην εφημερίδα Ο Φιλελεύθερος, φ. 22/4/2012.

Πέμπτη 25 Απριλίου 2013

Μιχάλης Παπαντωνόπουλος: Η εξέγερση ως μία εκ των καλών τεχνών

Ο Δεκέμβρης 2008 και η «ποιητική» οικειοποίησή του

Η γενιά πίσω από τον Δεκέμβρη, έχει τη δική της φωνή, τη δική της τέχνη, το θέατρο, τον κινηματογράφο και την ποίησή της. Μια τέχνη λιγότερο φωτογενή από τον ψευδή τηλεοπτικό θρήνο, λιγότερο εντυπωσιακή από έναν καμένο κάδο, λιγότερο φλύαρη από έναν εξοργισμένο ρεπόρτερ.
(Θωμάς Τσαλαπάτης: Η λογοτεχνία μιας γενιάς και το "εμείς" του Δεκέμβρη, Εφ. Εποχή, 12/12/2010)

Εδώ και κάτι περισσότερο από δύο χρόνια, το αισθητικό σημαινόμενο της έννοιας «εξέγερση» εξακολουθεί αφενός μεν να «τρέχει» τη φθορά του στη γλώσσα του έντυπου και ηλεκτρονικού Τύπου που το επικαλείται ως βία, αφετέρου δε να διεκδικεί τη δημόσια ύπαρξή του -σε τοπικές κινήσεις πολιτών, ανοιχτές συνελεύσεις και αυτοδιαχειριζόμενους χώρους, αλλά και απλές χειρονομίες αλληλεγγύης, π.χ. όταν αφήνεται ένα εισιτήριο σε ισχύ πάνω στο ακυρωτικό μηχάνημα του μετρό για τον επόμενο επιβάτη- ως μία πλήρης πράξη που παρεμβαίνει προς την επανάκτηση της λαϊκότητας του καθημερινού μας πολιτισμού∙ μιας λαϊκότητας, που «ενοχοποιήθηκε», με ασφυκτικές συνέπειες, από τα μέσα χρόνια της μεταπολιτευτικής περιόδου και ύστερα.

Το πρώτο μέρος αυτής της θέσης επιβάλλεται με την εξουσία τής βαθιά συντηρητικής διαλεκτικής του τρόμου που ασκεί ο κυρίαρχος Λόγος στην επιδίωξή του να καταστείλει την εξεγερτική διάθεση των πολιτών, αποδίδοντάς της χαρακτηριστικά απειλής έναντι στη φαντασιακή συναίνεση και συνοχή της κοινότητας για τη διασφάλιση των «εθνικών» συμφερόντων, τα οποία -παραδόξως!- δεν εγγυώνται καν την αξιοπρέπεια της ατομικότητας που καλείται να ταυτίσει τη θυσία της με την έπαρση της άρχουσας πολιτικής και οικονομικής κάστας. Η κοινωνική ανυπακοή προς αυτόν που εγκαλεί τους πολίτες για έλλειμμα νομιμοφροσύνης, μολονότι ο εγκαλών διατηρεί το μέρισμά του στη διαιώνιση τού εν λόγω προβλήματος και όχι στη λύση του, προβάλλεται ως μια κατάσταση «ανοιχτής» -όσον αφορά την αβεβαιότητα των συνεπειών που δύναται να προκαλέσει στην κοινωνία- εξέγερσης, πάνω στο παραμορφωτικό τζάμι που σηκώνουν τα μέσα ενημέρωσης και οι φορείς του δημόσιου βίου (σε επίπεδο οργάνων και θεσμών ή μεμονωμένων προσώπων), προκειμένου να αναγνωρίσουν την ενστικτώδη αντίδραση συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων ως τι «ξένο». Παροξυσμοί συνθηματολογικής κοπής, όπως η αναγγελία περί «επανάστασης του αυτονόητου», δεν είναι τίποτε άλλο από ακραίες αντικοινωνικές συμπεριφορές, οι οποίες στοχεύουν στην ένταση του αισθήματος αποξένωσης μεταξύ των πολιτών, μετερχόμενοι σημειολογικά είτε την ψυχική ροπή των τελευταίων να εξεγερθούν είτε τη συμπάθεια σημαντικής μερίδας του κόσμου προς ανάλογες κινητοποιήσεις και εκδηλώσεις, που εκφράστηκε συχνά μέσα στη τελευταία διετία έστω και στα όρια της ανοχής, ώστε συγχρόνως να τις ακυρώσουν.

Μέσα σε αυτή την εξουσιαστική συνθήκη του Λόγου, αναπτύσσεται όμως και ο δεύτερος όρος της θέσης που σημείωσα στην αρχική παράγραφο: μια «ανοιχτή» -σε επίπεδο συμμετοχής και χωροχρονικού πεδίου- εξέγερση πολιτών που συμβαίνει ως πραγματικότητα, αν και χωρίς πραγματιστικό τέλος. Δεν θα επεκταθώ στην αναφορά συγκεκριμένων κινήσεων και πρωτοβουλιών της εν λόγω δράσης∙ εν τούτοις, πρέπει να επισημανθεί πως αυτή η «ανοιχτή» κατάσταση υπάρχει περισσότερο ως αναγκαιότητα που αυτό-οργανώνεται ενστικτωδώς κόντρα στην αισθητική ενός φθαρμένου πολιτικού, πολιτιστικού και οικονομικού μοντέλου, παρά ως εκτίμηση των δυνατοτήτων της με την ανάλογη αξιοποίηση αυτών, αναδεικνύοντας την αυτοδιάθεση της ίδιας της ζωής, καθώς η σχέση κράτους-πολίτη μοιάζει να στηρίζεται πλέον στην αρχή του «τίποτε δεν είναι συμφωνημένο»∙ αναδεικνύοντας την αγάπη για τη ζωή, καθώς η εξέγερση φύσει μοιράζεται και ενώνει υπερβαίνοντας άτομα και συλλογικότητες, δίχως να συμφέρεται ποτέ σε ένα κοινό άθροισμα.

Η προβολή της παραπάνω κατάστασης στο καλλιτεχνικό πεδίο, και δη και στην ποιητική τέχνη, με επαναφέρει στο κείμενο του Θ. Τσαλαπάτη, απ' όπου το δάνειο εισαγωγικό παράθεμα. Θεωρώντας καταχρηστικό τον όρο «γενιά» -μέρισμα ενός ούτως ή άλλως φθαρμένου Λόγου που ασκεί την εξουσία του φιλολογικά- και νοώντας τον σε επίπεδο καλλιτεχνικών ατομικοτήτων που νέμονται τον ίδιο βιωμένο κόσμο -σε χρονική εγγύτητα και μόνο-, διατείνομαι πως η νεοελληνική κοινωνία (και η πολιτισμική της διάνοια) βρίσκεται πλέον μπροστά σε ένα «ανοιχτό» ποίημα. Η παράμετρος που θέλει ορισμένους από τους φορείς αυτής της σύνθεσης να έχουν εμφανιστεί στο δημόσιο χώρο της λογοτεχνίας πριν τον Δεκέμβρη του 2008, προβαίνει ως παραδοξότητα μέσα στην μικροαστική αντίληψη που καλλιέργησε -με φρικιαστική επιμέλεια- ο καπιταλιστικός φιλελευθερισμός των τελευταίων δεκαετιών∙ καθώς, η σύγχρονη κοινωνία έμαθε να αγνοεί το βάραθρο της αλήθειας της, εκτός κι αν αυτό παρουσιαστεί ως βία και γεγονός - και συνήθως για όσο το επιτρέπει ο διαφημιστικός χρόνος. Ως εκ τούτου, η πρόσφατη και νεότερη ομάδα ποιητών (προφανώς δεν αναφέρομαι μόνο σε όσους δημοσίευσαν εργασίες τους πριν τον Δεκέμβρη του 2008, αλλά και στη «σπορά» αυτής της εξέγερσης) καλείται να διαχειριστεί το ιστορικό επεισόδιο ως πολιτισμική και καλλιτεχνική προοπτική∙ καλείται να προσδιορίσει τη φαινομενολογία της «ανοιχτής» εξέγερσης κι όχι να στήσει τη λογοτεχνική παρουσία της επινοώντας -ενδεχομένως- την καταβολή και την ταυτότητά της. Αφοριστικά μιλώντας, είναι η εξέγερση του Δεκέμβρη που έχει ανάγκη τους ποιητές της∙ και όχι αντιστρόφως. Και σε αυτόν ακριβώς τον πυρήνα αναγνωρίζεται η έννοια του «ανοιχτού» ποιήματος.

«Βέβαια», σημειώνει ο Αντονέν Αρτώ σε ένα από τα Επαναστατικά Μηνύματά του, «όλοι οι καλλιτέχνες δεν είναι ικανοί να κατακτήσουν εκείνο το είδος της μαγικής ταυτοποίησης των δικών τους συναισθημάτων με τις συλλογικές μανίες και αγωνίες του ανθρώπου». Το «ανοιχτό» ποίημα μπορεί να προσμένει συμπληρωματικά κι άλλες φωνές, αναζητώντας το σύμβολό του στο κάτεργο του ενός ποιήματος, ωστόσο δεν πρόκειται για μια αφομοιωτική διαδικασία που θα ανακαλύψει εκλεκτικές συγγένειες και συγκλίνουσες ιδεολογικές και κοινωνικές ενατενίσεις εκεί που δεν υπάρχουν - πόσω μάλλον να επινοήσει την ποιητική διάνοια κατ' όπου αυτή εκλείπει. Είναι προφανές πως οι δημιουργοί του «ανοιχτού» ποιήματος ενώνονται σε κείμενα με «ξένες» ρίζες, ένταση και προοπτική στον μεταξύ τους συσχετισμό, με την καλλιτεχνική ανισότητα να προβάλλει ως εγγενές χαρακτηριστικό του εγχειρήματος.

Εξίσου εγγενής είναι ο κίνδυνος της παρανόησης, που ισχυρίζεται μετά βεβαιότητας πως ό,τι ομοιάζει τη μορφή του ποιήματος, συντηρώντας τον «ανοιχτό» του χαρακτήρα στην άρνηση της αισθητικής αναζήτησης -σε επίπεδο γλώσσας, σύλληψης, ποιητικής ανθρωπολογίας κ.ο.κ.-, νέμεται αυτόχρημα και την αντιεξουσιαστική συνθήκη της ποιητικής ηθικής ή ανάγεται σε εξεγερσιακή πράξη, δίκην ενός άκρατου λεκτικού υπερθεματισμού. Εφόσον η αίσθηση και η αισθητική της εξέγερσης και του «ανοιχτού» ποιήματος γίνονται αντιληπτές με τέτοιους περιορισμούς, σε μια περίοδο παραφοράς και απόγνωσης, όπου διακυβεύεται η ισορροπία της νεοελληνικής κοινωνίας, οι νεότεροι ποιητές, εάν ξεσπάσουν εαυτούς σε ένα ποίημα απλώς αντιδραστικό, ενδεχομένως να «εξαφανιστούν», δίχως αυτή η εξέλιξη να σημάνει κάποια ουσιαστική απώλεια για την ίδια την ποίηση ή την εποχή τους.

Εν τούτοις, είναι ευρέως αποδεκτό πως η νεότερη ηλικιακά ομάδα ποιητών [σημ.: η «ονοματολογία» δεν αποφεύγεται από διάθεση υποχώρησης μπροστά στη διαλεκτική σύγκρουση∙ ενδεικτικά παραπέμπω τον αναγνώστη στο άρθρο της «Εποχής», απόλυτα βέβαιος πως η αναγνωστική συνείδηση του καθενός -όπως και του υποφαινόμενου- θα αφαιρέσει ή/και προσθέσει ονόματα στη σχετική «λίστα»], η νεότερη ηλικιακά, λοιπόν, ομάδα ποιητών διαθέτει εκείνα τα καλλιτεχνικά και πνευματικά σύνεργα που της επιτρέπουν να μην εκπέσει από τις αισθητικές αξιώσεις της ποιητικής τέχνης στην προχειρότητα και τη συνθηματολογία, δίνοντας φωνή και υπόσταση στην ίδια την αισθητική της εξέγερσης∙ κοινωνώντας την έννοια της αυτοδιάθεσης στο έργο της ακόμα και σε επίπεδο μηχανισμών έκδοσης, προώθησης και διαμεσολάβησης της λογοτεχνικής αγοράς. Διότι η αισθητική της «ανοιχτής» εξέγερσης στρέφεται πρωτίστως ενάντια στην ατομικότητά μας, και συνεπακόλουθα σε κάθε είδους εξουσία που ασφυκτικά επιχειρεί να την ορίσει. Διότι, σήμερα, η αισθητική της «ανοιχτής» εξέγερσης είναι αδιανόητο να ταυτίζεται με την εικονική πραγματικότητα της αστικής παρατήρησης. Διότι το «ανοιχτό ποίημα» γράφεται στο αισθητικό χάσμα που αναπτύσσεται ανάμεσα στην εξεγερμένη ποιητική διάνοια και τον φθαρμένο Λόγο, προσβλέποντας μάλλον στην ανάδειξη του ρήγματος παρά σε έναν απλό επαναπροσδιορισμό του περιθωρίου. Η εξέγερση ως μία εκ των καλών τεχνών προβάλλει ως το μόνο πρόταγμα της ποίησης, αν θέλουμε πλέον να πάψουμε να μιλάμε για παράλληλες ατομικότητες και ίσκιους που βαδίζουν μελαγχολικά τη Μεσολογγίου.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Αυγή", φ. 30/1/2011

Παρασκευή 8 Μαρτίου 2013

Κύπρου Λόγος (.poema..) τχ. 18



Γιώργος Καλοζώης, Το μάθημα της περίληψης, Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2011

Στην έκτη ποιητική συλλογή του Γιώργου Καλοζώη, κάθε ποίημα ανοίγεται ως χάσμα -κάθετο και βαθύ- στην ανθρώπινη συνείδηση. Η οντολογία του ποιητή -με τα αλλόκοτα πλάσματά της που υφίστανται αλλεπάλληλες μεταμορφώσεις και κινούνται ως μηχανικά «αυτόματα»- δεν αποκαλύπτεται συγχρονικά με τη ροή της οικείας πραγματικότητας, ούτε και έξω απ' αυτήν: σχεδόν φασματικά. Η ανθρώπινη συνείδηση στήνει τους δικούς της διανοητικούς θύλακες για να αντεπεξέλθει στην παραφροσύνη της καθημερινότητας, τέμνοντας τον ατελή και ακατανόητο κόσμο όπως μας δόθηκε μέσω οποιασδήποτε «διδασκαλίας» - κοινωνικής, πολιτικής, ακόμη και γλωσσολογικής. Για τον Καλοζώη αυτός ο κόσμος είναι μια διαρκής μεταφορά. Γράφεται ως ένα σχήμα που μετατοπίζει την ουσία των πραγμάτων από τη συμφωνημένη -σε επίπεδο κοινότητας- λειτουργία τους σε μια πιο αυθαίρετη ερμηνεία, η οποία δηλώνει εγγενώς πως δεν κατέχει την αλήθεια. Ετσι, ο Καλοζώης συνθέτει κατά παράταξη σπαράγματα της ανθρώπινης διανοίας, που καλούνται να προσδιοριστούν μέσα στην απορία για την υπόσταση της κοινωνίας ή και της ίδιας της ποίησης. Οι «ερωτήσεις» του Καλοζώη γίνονται υπό καθεστώς κριτικής αφέλειας, μιας στάσης που φέρνει τον άνθρωπο εγγύτερα στο αρχέτυπο της ύπαρξής του, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο κόσμος γίνεται λιγότερο ξένος. Ο κόσμος -στην περίληψή του που είναι το βλέμμα- δεν καταλήγει πουθενά: η οδυνηρή αυτή συνειδητοποίηση αποφορτίζεται στην «παιδικότητα» με την οποία εκφέρονται οι ερωτήσεις του ποιητικού υποκειμένου. Ουσιαστικά, με αυτό το τέχνασμα ο άνθρωπος συνεχίζει να διερωτάται και ν' αναζητά: για να μην πεθάνει πριν πεθάνει. Σε αυτόν τον χαμένο παράδεισο της «παιδικής μωρίας» δοκιμάζει να επιστρέψει ο δημιουργός ως αυτός που αγνοεί κι όχι ως Ξένος που πρέπει να θανατωθεί για να συνεχιστεί απαράλλακτη η φθορά των πραγμάτων. Κι εκεί ανασαίνει η ποίηση του Καλοζώη, ισορροπώντας μεταξύ ονείρου και ρεαλισμού, στον πνευματικό καθρέφτη που ορθώνει κάθε ποίημα απέναντι στο υποκείμενό του για να αντικρίσει την τρομώδη ομορφιά ενός κόσμου που πάσχει να επιβιώσει.


Πάμπος Κουζάλης, Eνα, Εκδόσεις Παράκεντρο, 2011
Από την αδυναμία -ή αδυνατότητα- της κυπριακής διαλέκτου να εκφράσει το εύρος της καλλιτεχνικής διανοίας και των συναισθηματικών τόνων που δοκιμάζει το ποιητικό υποκείμενο, μέχρι τη σχεδόν προγραμματική και επιβαλλόμενη -έξωθεν του κειμένου- χρήση του ιδιώματος, κάποιος επιλέγει -με αποφατικό τρόπο- να πει ότι η γλώσσα του ποιήματος ακυρώνει, αναιρεί, σαρώνει˙ ότι η γλώσσα του ποιήματος ακυρώνεται, αναιρείται, σαρώνεται˙ ότι η γλώσσα του ποιήματος ομοιάζει με το πένθος: είναι καθαρά ιδιωτική υπόθεση. Ετσι, το Ενα του Κουζάλη εκφέρει τη δική του προοπτική για τη γλώσσα του ποιήματος συνδέοντας αρμονικά τύπους της κυπριακής καθημερινής συναλλαγής με την «επίσημη» νεοελληνική, με διάσπαρτες λέξεις της διαλέκτου ενσωματωμένες στη «μητροπολιτική» γλώσσα ή με δύο εκ των καταληκτικών ποιημάτων της συλλογής γραμμένα εξ ολοκλήρου στο κυπριακό ιδίωμα. Αποκεί και πέρα, ο Κουζάλης αρθρώνει λυρικά έναν έκπτωτο τόπο όπου οι πρωταγωνιστές των ποιημάτων, στην πλειονότητά τους εγκάτοικοι ή κληρονόμοι κάποιου παλαιού αστικού οίκου ή της ζωής στην κυπριακή ύπαιθρο, κινούνται φασματικά. Το πεπερασμένο συμπυκνώνεται σε ένα ανεπαίσθητο κίνημα του χεριού ή του σώματος, στη θέαση ενός προσφιλούς ή «αγνώστου» αντικειμένου που θυμίζει την κάποτε αίγλη και ευμάρεια. Ωστόσο, η μνήμη της γλώσσας δεν θρηνεί την πτώση˙ αλλού τραγουδάει την απολεσθείσα αρχοντιά του αστικού βίου κι αλλού τον ιδιότυπο ηρωισμό των πρωταγωνιστών της είτε στους μικρούς θανάτους που αφορούν την ερωτική τους επιθυμία, είτε στην τραγωδία των αγνοουμένων με την τουρκική εισβολή του '74 είτε στην καθημερινότητα ενός μετανάστη στην Κύπρο του σήμερα. Σε κάθε περίπτωση, αυτή η μνήμη προφέρεται γυμνή -μες στην ειρωνεία και τον σαρκασμό της, ναι- μα γυμνή όσον αφορά την καθαρότητα με την οποία μεταδίδεται στον αναγνώστη, δίχως ρητορικές εκπτώσεις. Κι αυτή η μνήμη κλιμακώνεται από ποίημα σε ποίημα, με τον Κουζάλη να έχει «χτίσει» μια ποιητική συλλογή με ισχυρούς συναισθηματικούς αρμούς, σαν να πρόκειται το Ενα για μια ενιαία καλλιτεχνική σύνθεση που προεκτείνει σε ετερόκλιτες νοηματικά ενότητες τα μέλη της.


Για περισσότερα: http://www.poema.gr/dokimio.php?id=326

Σάββατο 26 Ιανουαρίου 2013

Οι Δώδεκα: Μια ημιτελής συμφωνία


Αν ήμουν ερωτευμένος
δεν θα περίμενα μισόν αιώνα ψέματα
[…]
γυμνός στο δρόμο θα ’βγαινα να διαδηλώσω την καρδιά μου
Ζ. Δ. Αϊναλής


Αλεξάνδρας – η λεωφόρος. Μπαλκόνι: επέκταση πορείας. Πιο πέρα, τ’ όρος: όπου σπηλιά γέρνει βαθύτερα κεφάλι – ζαρωμένο τη γαλήνη στο ύψος μάτια. Κάποιος σκεπάζει βλέφαρα το πλήθος. Ανδρέας:

Εδώ η τρέλα επινοεί μια κόγχη έρημο:
σκοτάδι μαύρο τρωκτικό – και γύρω,
πείνα κόκαλο ως το βαθύ ψοφίμι.

– Αυτή την έξοδο φαντάστηκες Λαό;

Δες: έρχονται από πού το κτήνος μαίνεται
ένδεια και κραυγή την υπερούσια χώρα
– χιλιάδες νύκτες βήματα κατά το χέρι
που υπολείπεται θεό στην προσφορά του.

Κι’ ένας γυρίζει μάτια στη σκιά   Και ξεχωρίζει
σπλάχνα θηλαστικό να τρίζουν άσπρη άσπιλη φωτιά
τα δόντια στην καρδιά του   Κι’ άλλος
υψώνει δώδεκα δάχτυλα φωνή στον πυρετό ουρανό
– και κάτι ξένο ματώνει ο λόγος ακατάληπτα.

Πώς επιμένεις βράχους; Ότι πληθαίνουν άνθρωποι
στα χάσματά τους   Ότι προφέρουν –Κύριος– τ’ άθροισμά σου
και γονατίζουν και συμφέρονται ένα μέρισμα κοινό;

Κι’ αν χρεωθείς την ύστερη απαντοχή του πνεύματος:
δεν θα σημαίνεις του θανάτου; Ιδού: ασάλευτος
βουβός   μετέωρος   στην έκσταση του ζώου ανάμεσα
και τον φρικτό σπασμό – εσύ: πέτρα και σάρκα και σπαθί•
εσύ: ο χαλκός απ’ τις πληγές και η απότομη στροφή
του αγέρα και η παραφορά
που κομματιάζει ρίγη σκοτεινό το μέτωπο – δεν βλέπεις;

Πέντε άζυμα ψωμί και δυο αγκίστρια λέπι   Τώρα
ποιο πλάσμα ζωντανό ποια ζάλη εντός
δεν σέρνει δαίμονα βοή τα πέλματα στην άμμο;

– καν δεν γνωρίζεις τι σφαγή είν’ ένας λάκκος άνδρες.

Τετάρτη 2 Ιανουαρίου 2013

Σεμιόν Κιρσάνοβ: Όνειρο μέσα σε όνειρο




Όνειρο μέσα σε όνειρο

1.
Ούρλιαζα όλη νύχτα.
Κανείς δεν άκουσε,
κανείς δεν ήρθε.
Και πέθανα.

2.
Πέθανα.
Κανείς δεν ήρθε,
κανείς δεν άκουσε.
Ούρλιαζα όλη νύχτα.

3.
Πέθανα
κι ούρλιαζα όλη νύχτα.
Κανείς δεν άκουσε,
κανείς δεν ήρθε.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ

Κυριακή 2 Δεκεμβρίου 2012

Οι Δώδεκα: Μια ημιτελής συμφωνία


Je ne sais pas d'autre bombe, qu'un livre.

Stéphane Mallarmé


Αθήνα. Κέντρο βαθιά: κατ’ όπου αγέλη. Κι’ ήλιος φτερούγα δεν αρκεί – νυκτώνει δυο σκιές έξω απ’ τον άνεμο: στην πέτρα και τα πράσινα ερπετά του. Κι’ η πρώτη: δράμει χέρι δύσλυτο – κάτι λιγνό σαρκός και ρούχο τρίχινο• ως που και χάνεται αλάτι γη σε δάχτυλα άνθρωπο νεκρά. Κι’ η δεύτερη ταράσσει ανέγνωρη, βραχνή λαλιά στην κλήση: Ναθαναήλ

: Πότ’ έθρεψε κάτι αγαθό στα σπλάχνα της
αυτή η πόλη – πότ’ έδωσε κρίνο ανθό τη γέννηση
πάνω σε κόψη αγκάθια; Και τώρα
πώς γέρνει το σκούρο βυζί της σε στόμα προφήτη;

Χθες, μόλις:
έμποροι και αυλικοί κι’ ιερείς και πατριώτες
μετρούσαν νόμισμα χαλκό τη ράτσα των παιδιών τους
στον πάγκο ενός θεού ενεχυροδανειστή.

Σ Κ Υ Λ Ι Α  Φ Υ Λ Α Τ Ε  Τ’ Α Φ Ε Ν Τ Ι Κ Α  Σ Α Σ

: Η οφειλή του κτήνους σε άνθρωπο και τη ξεθάβουν
χώμα κόκαλο στο πτώμα Ελλάδα.

Ύστερα πληρώνεις πορφύρα αμέθυστο
για ένα γυαλί σκοτάδι: κανένας δεν εγείρει άρνηση
στον έμπορο παροξυσμό μίας τέτοιας πράξης.

Ας είναι Δεν διατίθεμαι
να σύρω το Κακό από το πνεύμα Του.

Μόνο ποιος χόρτασε βυθό τα πάθη ως την τρέλα
γνωρίζει –φάσμα– τον τυφλό θόρυβο της ψυχής:
γλώσσα κομμένη πυρετός σ’ ένα πηγάδι νύκτα
κι’ έρημος νύχια κοφτερά σπαρακτική.

Στάσου! Ακόμη διεκδικώ το μέρισμα
σε δύο σίδερα καρφί – το λιγότερο, σπορά•
θέλω να πω Κάποτε κι’ ο βωμός
σηκώνει τους νεκρούς στον ουρανό του.

Τετάρτη 21 Νοεμβρίου 2012

Mihàlis Papandonòpoulos: "D" (1-6), traduction: Michel Volkovitch


Le rouge s'ouvrait dans la mémoire:
une fissure dans le tendre corps
d'une alouette morte


1

Je ne voulais pas savoir son nom —
elle souriait et les dents
tombaient par terre
elle parlait sa bouche saignait d'erreurs.

Une fille en enfer,
on me l'a présentée un jour. Elle portait
sa langue toute blanche et tenait
ma main dans sa main.

Je cherchais à l'aveuglette
le chemin vers la suivante.


2

Peu avant minuit
et derrière le rideau
elle revêtait une peau rouge épaisse,
coiffait ses cheveux
ouvrait la fenêtre dans la maison intérieure
et la nuit affluait.
"Rien ne se fait par hazard", me disais-je,
"rien", et je me levais le matin
la mâchoire douloureuse.


3

D. se retirait dans le coin
— les jambes dans la poix jusqu'aux cuisses —
s'agenouillait relevait ses cheveux
et secouait les étoiles de sa nuque.

Il me semblait sentir ce qui s'était passé —
je déracinais les blancs cyclamens
qui avaient réussi à paraître
sous ma langue.


4

Une voix derrière soufflait et s'animait,
mon bras s'engourdissait. Je n'entendais pas
la nouvelle question et si c'était
ton sang à toi et de plus
à la lumière du jour ?
Mais non et je calmais
un souffle en déficit. (Je pensais à un visage
sur mon visage un martyre : oreilles
posées en hâte, bouche mal cousue
empruntée à moi) et pas de crimes: blessures
soupçon, sol tapissé par la nuit lourde et dépouillée.
Et ses lèvres se pinçaient, se pinçaient: je lisais "racine"
et une voix derrière soufflait et diable
Il n'y avait pas seulement la main dans sa main
elle persistait dans mon refus.


5

Et je devais tendre les bras sans cesse
aller tout aussi hésitant
dans le plein de la lumière ou dans l'obscurité
la plus naturelle car on ne sait jamais quand tes yeux
ne verront plus l'intérieur de la distance
ni comment l'aveuglement
fait de sa victime un saint — enroué
debout près du tas de bois
par le visage, le seul et unique geste
parlait destin
et dès que son corps s'ouvrait
en croix, noires, supposais-je
s'allumaient ses veines au plus profond.
Et je saignais de sueur,
glacé, "spectre" m'écriais-je
"s p e c t r e" par ma voix
et comme son côté j'arrivais en furie:
le mur, son couloir secret —
des pas et d'autres pas montaient
emportaient la tête.
[Sa bouche suspendue
qui avait répété aveuglement
et souri toutes dents dehors,
tenait à présent un rythme métallique
écrivant des formes des oiseaux
sur la fièvre ciel: étroit plafond.]


6

On voyait
la femme dans l'auberge elle semblait partager
un difficile repentir: tandis
qu'en rêve elle agitait les bras —
elle tournait les aiguilles,
jetait des cordes rouges aux quatre coins
et posait mon manteau
sur mes épaules, doigts blancs, cheveux —
(Cela m'étonnait toujours
un siège vide et dans son ombre
deux têtes vertes)
— et montrait dessus à demi rongée la lampe.