Κυριακή 22 Αυγούστου 2010

"Ποιητική Βραδιά με Πανσέληνο"

Το περιοδικό Λογοτεχνίας και Κριτικής «Ακτή» και ο Δήμος Στροβόλου οργανώνουν «Ποιητική Βραδιά με Πανσέληνο» την Τετάρτη, 25 Αυγούστου 2010 και ώρα 9:00μ.μ., στο Θεατράκι του Πάρκου Αγίου Δημητρίου (δίπλα από το Αθλητικό Κέντρο του Δήμου Στροβόλου).

Ποιήματά τους θα διαβάσουν οι:
Βάκης Λοϊζίδης
Γιώργος Μπλάνας
Μιχάλης Παπαντωνόπουλος

Συντονίζει ο Γιώργος Μύαρης
Μουσική: Γιώργος Γεωργίου (κλαρίνο), Άρτεμις Αϊφωτίτη (πιάνο)

Τετάρτη 2 Ιουνίου 2010

Αντρέι Βοζνεσένσκι: 1987


1987

10
Μα τι ’ναι αυτό; Δες! Πετά από πάνω σου.
Αρχίζεις απ’ το δέκα και τελειώνεις με το ένα;
Επτά, έξι, πέντε, τέσσερα, τρία, δύο…
Ξεκινάμε; Εκτόξευση;

9
Στρέφεται πίσω η Βηθλεέμ;
Και το πάθος – γίνεται σκόνη;
Εννιά, οκτώ, εφτά, έξι, τέσσερα, τρία…
Ξεκινάμε; Εκτόξευση;

8
Η αντίστροφη μέτρηση ξεκινά απ’ το δέκα…
Ανάβεις τον αντιστροφομετρητή.
Φόρμαν, Πούσκιν, Βούδας, Ζεν.
Μπήκαμε στην εποχή των πιθήκων;

7
Στάλιν. Πέτρος. Κι αντιστρόφως.
Το ταξίμετρο γράφει.
Μέχρι να εκχριστιανιστεί η Ρωσία
με τη θέλησή της: ένας χρόνος.

6
Κάποιος στο «Σύννεφο με παντελόνια» –
παλαιομοδίτης∙ και μετρά:«Οκτώ, εννιά, δέκα».
Μέτρα σωστά!«Εννιά, οκτώ, εφτά».
Όπως στην εκτόξευση.

5
Μαυσωλεία – οι αρχαίοι Έλληνες ήταν ξύπνιοι.
Ο Νίτσε λέει: «Στον Θεό που πιστεύουμε!»
Ποιος ξεκινά;
Ποιος εκτοξεύεται;

4
Χάθα Γιόγκα. Αναλγητικά.
Δεν υπάρχει αλληλογραφία.
Μόνο «Γκαίτε-Έκκερμαν»
και «Αστάφιεβ-Έιντελμαν».

3
Τρόμος το «Αν» στον ουρανό∙
πετά και προσπερνάει.
Μέτρα αντίστροφα: εννιά, οκτώ, εφτά
έξι, πέντε, τέσσερα. Ξεκινάμε; Εκτόξευση;

2
Συγγνώμη για το ανόητο πνεύμα μας –
εποχή της εικόνας και των βίντεο-κλιπ.
Συγγνώμη για τα παιδιά
των δέκα, εννιά, οκτώ, επτά.

1
Εκτοξεύουμε ό,τι απαγορεύουν∙
όπως τον «Ζιβάγκο»: συναρπαστικό!
Υπάρχουν πολλά ονόματα διαθέσιμα;
Εννιά… Οκτώ… Εφτά… Πέντε… Τέσσερα…

0
Αργά, μες στο χαμό,
στη θύελλα, η ελευθερία προχωράει –
σαν πινακίδα∙ στον δρόμο, δεξιά:
«9», «8», «7» κ.λπ.

1
Γιατί έχουμε Κίττυ, Λέβιν,
Μαρξ, Βούδα-Ζεν, Χριστό;
Μέτρα: εννιά, οκτώ, εφτά…
Τελειώνεις με μηδέν, αρχίζεις απ’ το δέκα…


Андрéй Андрéевич Вознесéнский [1933-2010]
Ρώσος ποιητής

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ

Τρίτη 11 Μαΐου 2010

Παρουσίαση βιβλίου στη Λευκωσία


O δήμος Λευκωσίας και το Ίδρυμα Πιερίδη
σας προσκαλούν στην παρουσίαση του βιβλίου
του Βάκη Λοϊζίδη

«ΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΩΔΗ», Εκδόσεις Γαβριηλίδης 2009,

που θα πραγματοποιηθεί
στην αυλή του Δημοτικού Κέντρου Τεχνών
την Παρασκευή 14 Μαΐου 2010 και ώρα 7:30 μ.μ.

Για το βιβλίο θα μιλήσουν οι:
Γιώργος Πρεβεδουράκης και Μιχάλης Παπαντωνόπουλος

Πέμπτη 22 Απριλίου 2010

Καρλ Βίλχελμ Φρήντριχ φον Σλέγκελ: Κριτικά Αποσπάσματα [επιλογή], "Lyceum", 1797


[4] Στις μέρες μας, παρατηρείται πληθώρα ποιητικής παραγωγής˙ κι όμως, τίποτε δεν είναι πιο σπάνιο από ένα ποιητικό έργο! Σε αυτό το συμπέρασμα μάς οδηγεί η αφθονία ποιητικών σχεδιασμάτων, μελετών, αφορισμών, τάσεων, θραυσμάτων και πρωτογενών υλικών.

[11] Τίποτε πραγματικά πειστικό –έμπλεο σχολαστικής επιμέλειας, δημιουργικού σφρίγους και συγγραφικής επιδεξιότητας– δεν έχει γραφτεί ακόμη κατά των Αρχαίων˙ και ιδιαίτερα, κατά της ποίησής τους.

[21] Στην ουσία, το αγόρι πρόκειται για ένα πλάσμα που αδημονεί να γίνει άντρας. Αντίστοιχα, το ποίημα επιθυμεί διακαώς να μετατραπεί από φυσικό αντικείμενο σε καλλιτεχνικό.

[23] Σ' ένα καλό ποίημα, τα πάντα είναι Μελέτη και Ενστικτο, συγχρόνως. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος για να κατασκευαστεί το ιδεώδες ποίημα.

[61] Αυστηρά μιλώντας, η ιδέα του επιστημονικού ποιήματος είναι πιθανώς εξίσου ανόητη με εκείνη της ποιητικής επιστήμης.

[84] Πώς θα εξελιχθεί η ποίηση, το μαθαίνουμε από τις επιθυμίες των συγχρόνων μας˙ πώς πρέπει να είναι, από τα έργα των Αρχαίων.

[87] Εφόσον η αξία της είναι ουσιαστικά ανεκτίμητη, δεν καταλαβαίνω γιατί η ποίηση θα πρέπει να θεωρείται πιο χρήσιμη από τα υπόλοιπα αντικείμενα ανάλογης αξίας. Οσο απίθανη και αν φαντάζει η ακόλουθη πρόταση, υπάρχουν καλλιτέχνες, οι οποίοι πιθανώς δεν τρέφουν καν ιδιαίτερη εκτίμηση στην τέχνη˙ κι όμως, παραμένουν όσο ανελεύθεροι χρειάζεται για να μην ξεπεράσουν ποτέ τα όριά τους.

[93] Στην ποίηση των Αρχαίων διακρίνουμε την τελειότητα του Γράμματος: στη σύγχρονη, διαισθανόμαστε την εξέλιξη του Πνεύματος.

[100] Η ποίηση του ενός φιλοσοφεί, του άλλου φιλολογίζει, του τρίτου συνιστά ρητορικό σχήμα, και ούτω κάθε εξής. Τελικά, ποιος γράφει ποιήματα;

[115] Η ιστορία της σύγχρονης ποίησης εδράζεται στη διαρκή ερμηνευτική προσέγγιση ευσύνοπτων φιλοσοφικών κειμένων: κάθε μορφή τέχνης πρέπει να γίνει επιστήμη και κάθε κλάδος επιστήμης πρέπει να γίνει τέχνη˙ ποίηση και φιλοσοφία πρέπει να γίνουν ένα.

[117] Κριτική στην ποίηση ασκείται μόνο δια της ποίησης. Κριτικό σημείωμα που δεν συνιστά αυτούσιο έργο τέχνης –είτε επειδή καταπιάνεται με την επιβεβλημένη αίσθηση κατά τη δημιουργική διαδικασία γραφής του κειμένου, είτε λόγω της έξοχης δομής και του χαλαρού, πέρα από τα όρια του ανεκτού, ύφους του, στο πνεύμα της παλαιάς ρωμαϊκής σάτιρας– δεν δικαιούται να πολιτογραφηθεί στο βασίλειο της Τέχνης.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
Poema, τχ. 10

Τρίτη 6 Απριλίου 2010

Οκτάυ Ριφάτ: Το ψωμί στο γόνατό μου και άλλα ποιήματα


ΣTPATIΩTIKO NEKPOTAΦEIO

I

Υπηρετώ στο Ναυτικό –
τα ψάρια έφαγαν τα μάτια μου.
Tέρμα πια βλέμματα και δάκρυα.
Ήμουν ψηλός εν ζωή –
δείτε τα ρούχα μου,
αν δεν πιστεύετε.

Και κάποιος: κι εγώ υπηρετώ –
δεν διαφέρω από τον άλλον νεκρό.
Κάποτε ζούσαμε στο σπίτι μας.
Σήμερα ζούμε έξω απ’ αυτό·
διασχίσαμε τον τοίχο μας.

Κι άλλος: η μνήμη
κατά μήκος των χεριών μου·
κι ο ίδιος πονοκέφαλος – φρικτός.

Kι ο τελευταίος:
μην τους πιστεύετε –
δεν υπάρχουμε·
όλοι λεν ψέματα.

II

Για να τους δεχθώ, παίρνουν μορφή
νεκρού· συνήθως συγγενή.
Κοιτάζω: είναι θείος ή αδελφός.
Κοιτάζω: είναι λοχίας· Πολωνός.
Kι ευθύς:

είχα μια κόρη πέντε ετών.
Νεκρή πια· ζούμε μαζί εδώ.
Κι είναι συνέχεια λυπημένη:
δεν παίζει με το τσέρκι της·
ξέχασε στη Βαρσοβία τα χέρια της.

Και μια φωνή:
εδώ δεν σκάβεις, δεν βγάζεις
πατάτες απ’ τη γη·
δεν σπάζεις πέτρες
και δεν φορτώνεις για την αγορά –
έχει ησυχία εδώ.

Κάποιος ανησυχεί για τη γυναίκα του.
Ζητάει να μάθει νέα της.

Όταν πέθανα,
μου πήρανε το αμπέχονο.
Κρυώνω –
κι έχουμε μπροστά χειμώνα.

Μιλούν όλοι μαζί εν χορώ.

III

«Τα βράδια στο τραπέζι τρώμε όλοι μαζί.
Από το ίδιο ποτήρι πίνουμε νερό –
κάποιος έχει ερωτευθεί την αγαπημένη μας,
κάποιος θέλει να τον θρέψει η μητέρα μας».

Παν κι έρχονται στις βάρκες τους τυφλά.
Ανακατεύονται μαζί μας μες στο τραμ.
Δεν μας εγκαταλείπουν. Θέλουν ξανά να ζήσουν·
και να μακροημερεύσουν ετούτη τη φορά.

ΠAIΔI

Πέθανε –
και δεν το ξέρει:
δυο χέρια κολλημένα στα πλευρά.
Τον πάνε σηκωτό
και δεν μπορεί να αντιδράσει,
να πει: «Δεν έρχομαι!»
ή έστω ένα «ευχαριστώ»
στους φίλους που βαστούν το φέρετρό του.

Aχ, ο θάνατός του δεν θυμίζει τον θάνατο κανένος.

AΣTPA

Δίπλα στο βιβλίο το τετράδιο
δίπλα στο τετράδιο το ποτήρι
δίπλα στο ποτήρι το παιδί
στο χέρι του παιδιού μια γάτα.
Και πέρα μακριά: άστρα, αμέτρητα άστρα

MOIPA

σκληρή με βασανίζει:
δουλεύω ως λογιστής
μα δεν σκαμπάζω από μαθηματικά·
δεν ξέρω να κάνω μια πρόσθεση απλή.
Αγαπημένο μου φαγητό είναι η μελιτζάνα –
κι ας μην συμμερίζεται το γούστο μου κανείς.
Γνωρίζω ένα κορίτσι με φακίδες:
την αγαπώ, μα αυτή
δεν δίνει για μένα ούτε δεκάρα.

XPEOΣ

Πιο μαύρο από σταφύλι,
πιο λεπτό κι από βελόνα:
πώς σκαρφαλώνει το μυρμήγκι
τις πλαγιές με το φορτίο του για τον χειμώνα;

Δες την κατάσταση αυτού του κόσμου,
δες την αντεστραμμένη τάξη:
χθες βγήκε από τ’ αυγό,
σήμερα: το περιστέρι και τα πάθη.

Σπιθίζει, αστράφτει το μάτι:
χιμάει στα χελιδόνια το γεράκι.
Στην όχθη: αγρίμι –τέρας–
κι η γαζέλα μες στο αίμα.

Eγώ σηκώνω τον δυσβάστακτο αχθό.
Eγώ πρέπει για κείνους –έναν προς έναν– να σκεφτώ:
για κείνους που έρχονται στον κόσμο –ζουν, δε ζουν–
και τον αγνοούν.

O ήλιος βγαίνει στην Ανατολή
– βέβαιο. Καμία έκπληξη.
Εγώ είμαι αυτός που ανησυχεί,
όταν η μέλισσα κεντρίζει το παιδί.

Ματωμένο το πόδι της αλεπούς –
κάτι συνέβη στον αμνό.
Ποιο το νόημα, Οκτάυ,
να ζωγραφίσεις τον λύκο και το πτηνό;

MIA ΦOPA KI ENAN KAIPO

προβάλατε πίσω από κάθε δέντρο,
στρατιές στρατιές, κι ένιωθα ολομόναχος.
Χειρονομούσατε άγριες, παράφορες ριπές
και τσακιζόταν το κατάρτι μου, χανόταν πέρα, κατά το
φρούριο.

Σας συναντούσα στον δρόμο, στη γωνιά·
και μου λείπατε τόσο πολύ, τόσο βαθιά, και ξέσπαγα σε λυγμούς
που έχανα τα μάτια μου.
Στα σύννεφα, αρχαίες θάλασσες επέπλεαν
βράχους που κατάτρωγε το αίμα σας.

Αλίμονο! Χαθήκατε στρατιές στρατιές
σαν να γεμίζατε μια εποχή που δεν υπήρξε ποτέ.
Kι έσκυβα και σήκωνα τον ουρανό απ’ τη γη:
τον ουρανό που τόσο, μα τόσο, απρόσεκτα σάς γλίστραγε απ’
τα χέρια.

YΠANAΠTYKTOΣ

Nα μένεις πίσω: στην επιστήμη, στην τέχνη, άνανθος
την άνοιξη και δίχως φύλλα· να σφαδάζεις σαν άστρο
χαραγμένο πάνω απ’ τα φρύδια.

Nα μένεις πίσω: κατάδικος· ποινή: το ξύλινο άροτρο,
ενώ μπορείς κάτι φτιαγμένο από ατσάλι να το κόψεις
σαν χαρτί φτηνό και πολυκαιρισμένο.

Nα μένεις πίσω: θαμμένος στο σπήλαιο της θρησκείας,
τα χέρια στα πλευρά και πεινασμένος, ενάντια στον χείμαρρο
και στον συνάνθρωπο ταγμένος.

Nα μένεις πίσω: ίδιος τσακάλι ο γείτονας – να τον φοβάσαι!
Μπορείς να ζεις μαζί του μονοιασμένος, όμως εσύ καλύτερα
να ρίχνεις φίδια στην αυλή του.

Nα μένεις πίσω: αδαής, γεμάτος ψείρες· να σπας
–τόξο τεντωμένο σε βαθιά, σε σκοτεινή χαράδρα–
να σπας από τη δύναμη, να σπας!

POZ ΣΠΙΤΙ ΣTON BOΣΠΟΡΟ

Υπάρχουν κορίτσια τραγανά σαν το μαρούλι·
στόμα στρογγυλό και ζαρωμένη μύτη.
Κάθονται στο κατάστρωμα σταυροπόδι –
φυσάει κι όπως τους ρίχνεις ματιές στα κλεφτά,
νιώθεις την καρδιά σου να σφυροκοπάει.

Aχ, Ιστανμπούλ, τι γερο-διάολος που είσαι!
Κάτω, στο Φιντικλί, βόλτες και παιδιαρίσματα.
Στο χέρι μου ένας σπάγκος με εκατό αγκίστρια.
Βουτώ απ’ το καΐκι του καπετάν-Tουργκούτ
ανάμεσα στους τόνους.

Δεν επισκέφτηκα ποτέ τον τάφο του Oρχάν
στο Ρούμελι Χισάρ –
και ούτε θέλω.
Μια φέτα φρέσκο ψωμί, ένα κομμάτι λευκό τυρί·
θα είναι εκεί – ποιος ξέρει!
Θ’ ατενίζει τη θάλασσα και θα πίνει ρακή.

Δίνω ένα σάλτο από την προκυμαία στο νερό –
ψάρια από κάτω,
σύννεφα πάνω.
Κύμα το κύμα ανοίγει ο Βόσπορος το στόμα του να με
καταπιεί·
κι εγώ ακόμη κολυμπώ προς το ροζ σπίτι στην ακτή.

TO ΨΩΜΙ ΣTO ΓONATO MOY

Tο ψωμί στο γόνατό μου·
και οι πέτρες μακριά – πολύ μακριά.
Τρώω το ψωμί, ενώ παρατηρώ τις πέτρες,
και είμαι τόσο βαθιά στις σκέψεις μου χαμένος
που ακόμη κι εγώ τρελαίνομαι καμιά φορά
κι εκτός απ’ το ψωμί καταβροχθίζω πέτρες.

OKTAY RIFAT HOROZCU [1914-1988]
Τούρκος ποιητής

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ

Τρίτη 16 Μαρτίου 2010

Μιχάλης Παπαντωνόπουλος: (η Ερμιόνη φεύγει για τον τάφο∙ η Ελένη μπαίνει στο παλάτι)


ΗΛΕΚΤΡΑ:
Κι αν έκοψες θρήνο ερεβνό μαλλιά από τα μαλλιά σου,
δεν πλήγωσες σιωπή – παρά στην άκρη.
Ξέρω: δεν θα δεχόσουν καν
την ύστερη παράδοση της ομορφιάς στον πόνο.
Κι’ ούτε πως είδες μάτια στον δικό νεκρό μου∙
κι’ ούτε πως ράγισες
δάκρυ φωνή σ’ ένα ψοφίμι στόμα.
Μόνη σου, τώρα! – μια αράχνη μέταλλο από φως
τρέχει στο μέτωπό σου. Τίποτα, τίποτα!
– κάτι βουβά οστό κοιμάται πόρνη αυτή την πολιτεία∙
βαθύ μαχαίρι σπλάχνα ουρανός κι ο Έλληνας: νεκρός σου.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Αυγή" στις 14/3/2010

Κυριακή 7 Μαρτίου 2010

Ουίλλιαμ Μπάτλερ Γέητς: Προσευχή για την κόρη μου [απόσπασμα]

Προσευχή για την κόρη μου [απόσπασμα]

[…] Aς της δοθεί απλόχερα ομορφιά·
όχι για να τρελάνει το μάτι του αγνώστου στον δρόμο
ή το δικό της μπροστά στον καθρέφτη· γιατί τότε, βορά
του απαράμιλλου κάλλους,
θα κρίνει επαρκή σκοπό την ομορφιά,
θα χάσει τη φυσική ευγένεια και ίσως ακόμη
την οικειότητα μιας γυμνής καρδιάς
που επιλέγει ορθά, και δεν βρίσκει ποτέ έναν φίλο […]

WILLIAM BUTLER YEATS [1865-1939]
Ιρλανδός ποιητής

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ

Τεφλόν, τχ.2

Υ.Γ.: Αντιδώρημα της 7ης Μαρτίου 2007

Πέμπτη 11 Φεβρουαρίου 2010

Σρέτσκο Κοσοβέλ: Πεύκα


Πεύκα

Πεύκα, τα πεύκα: φρίκη άλαλη∙
πεύκα: φρίκη άλαλη∙
πεύκα, πεύκα, πεύκα, πεύκα!

Πεύκα, πεύκα σκοτεινά, τα πεύκα:
φρουροί κάτω από βουνά,
σε πέτρινα λιβάδια
μουρμουρίζουνε βαθιά εξαντλημένα.

Και κάθε που γέρνει δύσμοιρη η ψυχή
–αίθρια νύχτα– πάνω από τα βουνά
ακούω φωνές πνιγμένες
και δεν μπορώ να κοιμηθώ τον ύπνο μου ξανά.

«Φάσματα πεύκα, φάσματα κουρασμένα,
πείτε μου: υποφέρουνε τ’ αδέλφια μου;
Ξεψυχά η μητέρα μου;
Κι ο πατέρας μου; Με αποζητά;»

Μα εκείνα: απάντηση καμιά·
θροΐζουν φάσματα κουρασμένα, φάσματα εφιαλτικά,
λες κι η μητέρα μου ξεψυχά,
λες κι ο πατέρας μου με αποζητά,
λες κι υποφέρουν τ’ αδέλφια μου.

SREČKO KOSOVEL [1904-1926]
Σλοβένος ποιητής

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ

Τρίτη 26 Ιανουαρίου 2010

Μιχάλης Παπαντωνόπουλος: Συμεών Βάλας [Ένα σχεδίασμα], εκδ. Μελάνι, 2010

[Αδύτου μηνός. Νύκτα πρώτη.] Ότι αγρυπνούσα ύπνο ερπετό τον πυρετό οφθαλμό κι’ επάνω μου κρεμότανε σπαθί γυμνό στην αιχμηρή του ακινησία. Κι’ αίφνης ο λόγος κραύγασε στήθος ανάσες στη φωνή μου: «Και αν αίμα· και αν όψη· και αν μένος που υπέφερα άνανθο ξύλο τον τροχό κατά τη δαίμονα φορά του, θυμήσου: Αυτός εκδικεί· Αυτός αξιώνει· Αυτός επιβάλλει μια νέα δυναστεία των παθών· σκυφτή, ασάλευτη μορφή, μέσα στην ύστατη παντοδυναμία της, διατάζει: ‘’Έξω, ο λαός σφαδάζει με γλώσσα ικετήρια την πόλη· αφήστε τον να πεθάνει, αφήστε τον να πεθάνει’’».