Πέμπτη 26 Νοεμβρίου 2009

Νοβάλις: Ύμνοι στη Νύχτα ΙΙ, ΙΙΙ


II

Μα πρέπει πάντα η αυγή να επιστρέφει; Δεν θα τελειώσει ποτέ αυτή η γήινη δυναστεία; Βέβηλη η μέριμνα για τα καθημερινά κατασπαράζει την ουράνια έλευση της νύχτας. Δεν θα αφεθεί ποτέ η μυστική θυσία της αγάπης στην αιώνια φλόγα; Το φως μετρήθηκε στον Χρόνο του∙ όμως η νύχτα άχωρη και άχρονη εξουσιάζει. Κι ο ύπνος διαρκεί το Αιώνιο. Ω ύπνε ιερέ, μην στέργεις τόσο σπάνια τον αφοσιωμένο Υπηρέτη της νύχτας, μέσα σε αυτό το επίγειο έργο των ημερών. Μόνο οι τρελοί σε παρανοούν και δεν γνωρίζουν τίποτε από σένα, παρά τον ίσκιο, που επάνω μας σπλαχνίζεσαι, σε εκείνο το λυκόφως της αληθινής νύχτας: δεν σε αισθάνονται στον χρυσό κατακλυσμό των σταφυλιών, στο λάδι το θαυμάσιο της αμυγδαλιάς και στον σκούρο χυμό της παπαρούνας∙ δεν ξέρουν ότι εσύ ανασαίνεις στα τρυφερά στήθη του κοριτσιού και φτιάχνεις από την αγκαλιά του έναν ουρανό – δεν υποπτεύονται καν ότι εσύ αντιβαίνεις, από ιστορίες παλιές, ο άπλετος ουρανός, και φέρεις το κλειδί για τις οικίες των Μακαρίων, άλαλος Αγγελιαφόρος των πιο μεγάλων μυστικών.



III

Κάποτε, όταν ξέσπαγα σε δάκρυα πικρά, και τέλειωνα στον πόνο κι η ελπίδα μου χανόταν μακριά κι έρημος στεκόμουν στο γυμνό ύψωμα που φύλαγε το Σχήμα της Ζωής μου απλωμένο στη στενή, τη σκοτεινή του επικράτεια, έρημος όσο κανείς Έρημος υπήρξε, από έναν τρόμο ανείπωτο σπρωγμένος – αδύναμος, ένας αξιολύπητος συλλογισμός και μόνο. Κι όπως τριγύρω κοίταζα γυρεύοντας βοήθεια, ανήμπορος να κινηθώ μπροστά ή να στραφώ και πάλι πίσω, κι απ’ τη φευγάτη, εφήμερη ζωή με μιαν απύθμενη λαχτάρα γαντζωμένος: τότε ήλθε απ’ τη γαλάζια έκταση –απ’ τα ψηλά της παλαιάς ευδαιμονίας μου– ένα λυκόφως ρίγος∙ μεμιάς έσπασαν τα δεσμά της Γέννησης: οι αλυσίδες από φως. Η γήινη λαμπρότητα φτερούγισε μακριά κι ο θρήνος μου μαζί της – κι η θλίψη κύλησε ευθύς στο βάραθρο ενός καινούργιου κόσμου. Ω έκσταση της νύχτας, ήλθες από πάνω μου: γαλήνιος ύπνος του ουρανού – κι ο τόπος σηκώθηκε αργά∙ ψηλά, κρεμόταν ελεύθερο το νεογέννητο πνεύμα μου. Το ύψωμα έγινε ένα σύννεφο σκόνη – κι εντός του είδα καθαρή την όψη της Αγαπημένης. Στα μάτια της ησύχαζε το Αιώνιο – και κράτησα τα χέρια της σφιχτά μες στα δικά μου∙ τα δάκρυα σπίθισαν άρρηκτα δεσμά. Χιλιάδες χρόνια καταιγίδα σάρωναν χαμηλά, σε απόσταση. Και στον λαιμό της δάκρυζα χαρά τη νέα ζωή. Ήταν το πρώτο και το μοναδικό όνειρο – κι έκτοτε τρέφω ακλόνητη, αιώνια την πίστη μου στον ουρανό της νύχτας και στο φως του: την Αγαπημένη.


NOVALIS [1772-1801]
Γερμανός ποιητής

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ

Τετάρτη 18 Νοεμβρίου 2009

Νοβάλις: Ύμνοι στη νύχτα I


Ι

Ποιο ζωντανό πλάσμα, προικισμένο με αισθήσεις, δεν αγαπάει περισσότερο απ’ όλες τις θαυμάσιες λάμψεις του χώρου που απλώνεται τριγύρω του, εκείνο το πασίχαρο φως – με τα χρώματα, με τις ανταύγειες και τις αχτίδες του∙ την αβρή του παρουσία παντού, καθώς η μέρα που ξυπνάει; Ο κόσμος τέρας των ακατάβλητων αστερισμών, σαν κάτι απ’ την εσώτατη ψυχή της ύπαρξης το ανασαίνει και επιπλέει χορεύοντας μες στον γαλάζιο του κατακλυσμό∙ κι ακόμη: αιώνες σιωπηλή η ακτινοβόλος πέτρα, το τρυφερό φυτό που θρέφεται ρουφώντας ό,τι χυμός στη γη, και το παράφορο θηρίο με πλήθος όψεις το ανασαίνει∙ μα πιο πολύ ο εξαίσιος ξένος: με το στοχαστικό το βλέμμα, το ανάερο περπάτημα και τα μελωδικά του χείλη απαλά κλεισμένα. Εκείνο, ως βασιλιάς της επίγειας φύσης, καλεί όλες τις δυνάμεις του σε αναρίθμητες μεταμορφώσεις: συνάπτει και διαλύει ακατάπαυστα συμμαχίες και η ουράνια εικόνα του περιβάλλει κάθε γήινη ουσία. Η παρουσία του και μόνο δείχνει το μέγα θαύμα των βασιλείων του κόσμου.

Κάτω εδώ, εγώ προσφεύγω στη σεπτή, ανείπωτη, μυστήρια νύχτα. Πιο πέρα, ο κόσμος γκρεμισμένος σ’ έναν τάφο βαθύ∙ ο τόπος του: άγονος και έρημος. Έγκατη θλίψη φυσάει σ’ ένα έγχορδο στήθος. Θα γκρεμιστώ: δροσάτο φως ντυμένο στάχτη. Επιθυμίες νεανικές, όνειρα παιδικά, πρόσκαιρες χαρές ενός μακρότατου βίου και μάταιες ελπίδες έρχονται τις αποστάσεις της μνήμης ντυμένες στα γκρίζα, καθώς η βραδινή ομίχλη μετά την δύση του ηλίου. Το φως αλλού, σε άλλους τόπους, ρίχνει χαρούμενο σκοινιά και τους πασσάλους του. Δεν πρέπει κάποτε να επιστρέψει στα παιδιά του, που προσμένουν με αθώα πίστη να επιστρέψει;

Τι αναβλύζει ξάφνου απ’ την καρδιά τόσο εκδικητικό και κατατρώγει τον απαλό άνεμο της θλίψης; Βρίσκεις κι εσύ χαρά εντός μας, ερεβνή νύχτα; Τι είναι αυτό που σκέπει ο μανδύας σου και πλήττει αθέατο με λύσσα την ψυχή μου; Βάλσαμο εξαίσιο κυλάει μέσα απ’ το χέρι σου μια δέσμη παπαρούνες – κι υψώνεις βαριές τις φτερούγες του πνεύματος. Σκοτεινούς κι ανέκφραστους μάς κυριαρχεί το ρίγος – έντρομος από χαρά βλέπω μιαν όψη αυστηρή∙ γαλήνια, ευλαβική γέρνει προς το μέρος μου και μέσα από ατέλειωτες απόκρημνες μπούκλες προβάλλει στοργική η νεότητα της μητέρας. Πόσο φτωχό και παιδιάστικο μού φαίνεται τώρα το φως! Πόσο χαρμόσυνος κι ευλογημένος ο αποχωρισμός της μέρας! Γι’ αυτό μόνο λοιπόν, γιατί η νύχτα σού στερεί τους υπηρέτες σου, σπέρνεις εκτυφλωτικές τις σφαίρες σου στα χάσματα του χώρου, για να διαλαλήσεις την παντοδυναμία σου –την επιστροφή– στις ώρες της απουσίας σου. Και τα αμέτρητα μάτια που ανοίγει η νύχτα εντός μας φαίνονται πιο του ουρανού κι απ’ τα περίλαμπρα άστρα∙ καθώς βλέπουν μακρύτερα από τα κάτωχρα εκείνα πλήθη και δεν χρειάζονται το φως για να περάσουν τα έγκατα ενός στοργικού πνεύματος: ό,τι κατακλύζει με απερίγραπτη λαχτάρα έναν τόπο αγέρωχο. Δόξα στη βασίλισσα της Οικουμένης, στην μεγαλοπρεπή επαγγελία των ιερών κόσμων, στην τροφό της μακάριας αγάπης. Εκείνη σε στέλνει σ’ εμένα, τρυφερή αγαπημένη, ήλιο εξαίσιο της νύχτας· τώρα αγρυπνώ – καθώς ανήκω και στους δυο μας. Εσύ μού έταξες τη νύχτα για να ζήσω κι έπλασες έναν άνθρωπο απ’ την ύλη μου – κατασπάραξε, λοιπόν, το σώμα μου με όλη την παραφορά του πνεύματος, ώστε να ενωθώ στον άνεμο μαζί σου∙ κι ύστερα η γαμήλια νύχτα θα διαρκεί το Αιώνιο.

NOVALIS [1772-1801]
Γερμανός ποιητής

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ

Παρασκευή 30 Οκτωβρίου 2009

Ένα κείμενο για τους Ύμνους στη Νύχτα


ΤΟΝ ΑΥΓΟΥΣΤΟ ΤΟΥ 1800, δημοσιεύεται στο περιοδικό Athenäum –όργανο της φιλοσοφικής και λογοτεχνικής έκφρασης του πρώιμου γερμανικού ρομαντισμού, που εξέδιδαν στην Ιένα, από το 1798 ως το 1800, οι αδελφοί Φρίντριχ και Αουγκούστ Βίλχελμ Σλέγκελ– η αναθεωρημένη εκδοχή των Ύμνων στη Νύχτα του Νοβάλις, ψευδώνυμο του Γκέοργκ Φρίντριχ Φίλιπ Βαρώνου φον Χάρντενμπεργκ. Ήταν ένα από τα λίγα έργα του που είδαν το φως της δημοσιότητας κατά τη διάρκεια της σύντομης ζωής του. Είχε προηγηθεί ένα χειρόγραφο σχεδίασμα (τέλη 1799-αρχές 1800) διαρθρωμένο σε στίχους. Το δεύτερο σχεδίασμα, το οποίο ο ποιητής σκόπευε να τιτλοφορήσει Η Νύχτα, ανακύπτει λίγο αργότερα: τέλη Ιανουαρίου-αρχές Φεβρουαρίου 1800. Γραμμένο στο μεγαλύτερο μέρος του σε έρρυθμη πρόζα, επιλέγεται από τον Νοβάλις ως η οριστική μορφή της σύνθεσης. Πρόκειται για έναν συγκερασμό λογοτεχνικών τρόπων, ειδών και φιλοσοφίας, που εκφράζει το όραμα ενός υψηλού, οικουμενικού έργου, καίριου ζητούμενου στην καλλιτεχνική δημιουργία των πρώιμων Γερμανών ρομαντικών.

Η ΒΑΘΥΤΑΤΗ ΟΔΥΝΗ που δοκίμασε ο Νοβάλις από τον πρόωρο θάνατο της αγαπημένης του, Σοφί φον Κυν, συνιστά τον προφανή αυτοβιογραφικό πυρήνα του συνθέματος. Όσο για τον πνευματικό πυρήνα, οι επιρροές από τον υποκειμενικό ιδεαλισμό του Γιόχαν Γκότλιμπ Φίχτε είναι προφανείς. Σύμφωνα με τον Φίχτε, το Εγώ (το υποκείμενο, η εμπειρική συνείδηση) παράγει το Μη-Εγώ (το αντικείμενο, την απόλυτη συνείδηση). Ως εκ τούτου, η παράσταση του φυσικού κόσμου ανάγεται σε κατ’ εξοχήν δημιούργημα του πνεύματος, και η σχέση του πραγματικού με το πεπερασμένο σ’ εκείνη τη νοσταλγία που παίρνει τη μορφή του έρωτα για το Αιώνιο. Ωστόσο, στους Ύμνους στη Νύχτα, ο Νοβάλις δεν θα εφαρμόσει απλώς τις παραπάνω φιλοσοφικές απόψεις, αλλά θα τις αναθεωρήσει και θα τις διευρύνει κριτικά. Αρχικά, η λυρική φωνή του ποιητικού υποκειμένου αναλαμβάνει να αρθρώσει την έγχρονη συνείδηση του άχρονου. Μέχρι τον 5ο Ύμνο, έχουμε να κάνουμε με μιαν ανασκόπηση της ιστορικής και θρησκευτικής εξέλιξης της ανθρωπότητας από τους αρχαίους χρόνους ως την εποχή της συγγραφής του ποιήματος. Στον 6ο Ύμνο, το ποιητικό υποκείμενο αποκτά συλλογικότητα, σκιαγραφόντας –με την ένταση ενός θρησκευτικού τραγουδιού– τη φρικτή εμπειρία της απόστασης από τον Θεό, μιας απόστασης που διαθέτει τη χροιά της νοσταλγίας για τον θάνατο, για εκείνη τη λυτρωτική απαρχή της αιώνιας ζωής. Έτσι επιτυγχάνεται ο οικουμενικός χαρακτήρας που επιθυμεί να προσδώσει ο Νοβάλις στο έργο του. Η συλλογικότητα δεν αφήνει περιθώρια για μελοδραματικές αναγνώσεις του έργου, δείχνοντας προς την κατεύθυνση του φιλοσοφικού αναστοχασμού. Εδώ, η εμπειρική συνείδηση μπορεί να συλλάβει το αιώνιο, μόνο μέσω της θέασης του απείρου σε ένα συγκεκριμένο χρονικό σημείο, σ’ ένα παρόν που νοσταλγεί το παρελθόν και ποθεί το μέλλον. Πρόκειται για τη μετάβαση από τον φυσικό και πεπερασμένο χρόνο στον μεταφυσικό, για την ανάπτυξη του απόλυτου στη συνείδηση του υποκειμένου, για την ανα-παράσταση της ουσίας στο χρονικά προσδιορισμένο έδαφος του ποιήματος, το οποίο καρπούται –μέσω της τέχνης– το μέρισμά του στην αιωνιότητα.

ΤΟ ΥΠΕΡΤΑΤΟ ΑΥΤΟ δράμα της πραγμάτωσης του αιωνίου εντός του πεπερασμένου –και αντιστρόφως– αναπτύσσεται προς τις τρεις εκείνες κατευθύνσεις της συνείδησης του χρόνου, που τόσο λάτρεψαν οι ρομαντικοί: προς το παρελθόν ως νοσταλγία ενός χρυσού εντεύθεν, προς το μέλλον ως θέαση ενός σκοτεινού επέκεινα, προς το παρόν ως επιστροφή στο ένδοξο ενταύθα του κειμένου. Χαρακτηριστικά, οι Ύμνοι συνιστούν ανά δύο μία ξεχωριστή ενότητα, όπου ο μεν πρώτος περιγράφει κάθε φορά την εξέλιξη του βίου στην οδυνηρή συνθήκη αποξένωσης που δοκιμάζει μέσα στο επίγειο βασίλειο του φωτός και τη λύτρωση που βρίσκει στην εξουσία της αιώνιας νύχτας, ενώ ο δεύτερος το ξύπνημα του Εγώ από το όραμα και την εναγώνια λαχτάρα του να βυθιστεί ξανά σε αυτό. Αυτή η φιλοσοφική σύλληψη της έννοιας του χρόνου αναθέτει στο όνειρο, στην πολυσήμαντη, προφητική ενέργεια της ψυχής που αναιρεί κάθε χωροχρονική σύμβαση, τον ρόλο του διεκπεραιωτή της καλλιτεχνικής ιδέας. Η ρηξικέλευθη, αλλά κάθε άλλο παρά άναρχη, συνειρμικότητα του ονείρου τίθεται ως ο κατ’ εξοχήν χρόνος και τόπος του πνεύματος· εκεί όπου συνενώνονται διαλεκτικά ποίηση και πρόζα, λογοτεχνική θεωρία, φιλοσοφικός και θρησκευτικός αναστοχασμός· εκεί όπου καθετί βρίσκεται σε μιαν αέναη διαδικασία εξέλιξης, πασχίζοντας να επιστρέψει στην αυθεντικότητα, να ενωθεί μυστικά με τη φύση. Ο βάρδος-ποιητής αναλαμβάνει τον ρόλο του ιερέα-προφήτη, κρατώντας το κλειδί των μεγάλων μυστηρίων της κτίσης. Το οικουμενικό θρησκευτικό όραμα του Νοβάλις φοράει το ορφικό προσωπείο του και προχωράει στην ιεροτελεστία της μέθεξης των ιστορικών σταδίων ανάπτυξης του πνεύματος. Ο αρχαίος ελληνικός κόσμος των ανθρωπόμορφων θεοτήτων, που νοούσε τον θάνατο μόνο ως εκείνο το κυρίαρχο Έξω του βίου, εισρέει στους ύστερους αρχαίους χρόνους, που τον ενσωμάτωσαν ανεπαρκώς στη ροή του βίου, καταλύοντας απλώς τη μέχρι τότε θεώρησή του ως αδελφού του ύπνου, για να αρθεί στο πνευματικό ύψος του χριστιανικού κόσμου, που συμφιλίωσε τον άνθρωπο με την ιδέα του θανάτου, καθώς η γέννηση, τα πάθη, η σταύρωση και η ανάσταση του Χριστού έπαψαν να ενθαρρύνουν, σε αντίθεση με άλλες θρησκείες, τον φρικτό τρόμο για το τέλος. Εκεί όπου μια νέα θρησκεία θεμελιώνεται στην αρχή της αγάπης, ο τάφος της νεκρής αγαπημένης μετατρέπεται σε ιερό τόπο λατρείας. Η εξιδανικευμένη μορφή της αντικαθιστά την υπέρτατη μορφή του Χριστού. Το ποίημα είναι ήδη μια λειτουργία μετοχής στο ιερό, ένας ναός στον οποίο το ανθρώπινο υποκείμενο έχει την ευκαιρία να ανατρέψει τη «λογική», καθεστηκυία τάξη των έργων και των ημερών ενός κόσμου δομημένου πάνω σε στείρα οικονομικά, πολιτικά και κοινωνικά μοντέλα, ώστε να δεξιωθεί την παντοδύναμη εξουσία του ιερού στοιχείου της νύχτας, με τον δικό του ήλιο: την αγαπημένη.

ΕΤΣΙ Η ΝΥΧΤΑ και το ποίημα ταυτίζονται, γίνονται η αισθητή έκφραση της ύψιστης ιδέας, της μόνης αυθεντικής πραγματικότητας. Η νύχτα βρίσκει πάντοτε τον άνθρωπο έρημο, γυμνό, να τριγυρίζει στην τρομερή ερημιά της συνείδησης πως τα έργα της ημέρας δεν μπορούν να καλύψουν τους πόθους του. Η νύχτα βρίσκει πάντoτε τον άνθρωπο κατακερματισμένο, να ψελλίζει: Η καρδιά χορτάτη· ο κόσμος είναι που πεινάει. Όσο οξύμωρος κι αν φαντάζει αυτός ο ψίθυρος, συμπυκνώνει με τον ακριβέστερο τρόπο το υπαρξιακό άγχος που δοκιμάζει το υποκείμενο σε μιαν εποχή απουσίας του ιδανικού. Η πλησμονή των αγαθών, των απολαύσεων και των πνευματικών προϊόντων που του προσφέρεται δεν πρόκειται παρά για αισθητική και πνευματική απάτη. Εδώ έγκειται η καίρια επίκαιρη και άκρως επαναστατική πνευματικότητα των Ύμνων στη Νύχτα του Νοβάλις, ιδιαίτερα όταν αναλογίζεται κανείς το κεφαλαιοκρατικό μοντέλο οργάνωσης της σύγχρονης κοινωνίας, που εξουσιάζει τον καθ’ ημάς βίο. Γιατί ο άνθρωπος, παρά την τάση του προς την εσωτερική αταξία, δεν μπορεί να δεχθεί έναν χαοτικό κόσμο. Απαιτεί πάντα ένα κέντρο ως αποχρώντα λόγο κάθε σκέψης και πράξης. Και το κέντρο αυτό χρειάζεται μύθους. Η επιστροφή του Ξένου στην ερεβνή Πατρίδα Του προβάλλει ως η μόνη πιθανή δυνατότητα να κατορθώσει το αγωνιώδες αρχετυπικό αίτημα του: να κάνει αυτόν τον κόσμο κόσμο του, να επιστρέψει στο απόλυτο, στην πλήρη ένωσή του με τη φυσική παράσταση του κόσμου. Μέσα στη νύχτα, το Εγώ θα ορίσει και πάλι την υπερβατική και κοσμική πραγματικότητά του, αναστοχαζόμενο το παρελθόν. Κρίνοντας την παροντική συνθήκη της παρουσίας του, θα πασχίσει να προβλέψει το μέλλον του –ανάγκη καίρια και διαχρονική που κάποτε η μαγεία, κάποτε η θρησκεία, κάποτε η φιλοσοφία, κάποτε τα συστήματα κοινωνικής οργάνωσης, κάποτε η επιστήμη πάσχουν να καλύψουν– ώστε να ανταπεξέλθει το τυχαίο της ύπαρξης στο σκότος του ακατανόητου μυστηρίου της ζωής.

Η ΑΓΡΙΑ, ΚΥΜΑΤΟΕΙΔΗΣ λυρική έξαρση των Ύμνων στη Νύχτα άνοιξε νέους δρόμους στη φιλοσοφική σκέψη και στην ποιητική πράξη, δρόμους που από αρκετές πλευρές δεν έχουν ακόμα αξιοποιηθεί, στην πορεία μας μέσα στο αχανές βασίλειο των ιδεών.

Πλάτη Έβρου, Οκτώβριος 2006

Μιχάλης Παπαντωνόπουλος

Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2009

Ουίλλιαμ Μπάτλερ Γέητς: 4 ποιήματα


Nα χαραχθεί σε πέτρα στον Πύργο του Μπαλάιλυ

Eγώ, ο ποιητής Oυίλλιαμ Γέητς,
με παλιές σανίδες μύλων και πράσινες πλάκες,
με αμόνι και σφυρί από το σιδεράδικο του Γκορτ,
αναστυλωσα αυτόν τον πύργο για τη γυναίκα μου Tζωρτζ·
κι όταν τα πάντα συντριβούν και γίνουν πάλι ερείπια,
είθε τα λόγια αυτά να μην σβηστούν.



Ο λαός

«Και τι κέρδισα απ’ όλο αυτό το έργο;» αναλογίστηκα,
«τι κέρδισα απ’ όσα θυσίασα με πλήρη επίγνωση κι απόλυτα
δική μου ευθύνη;
Την καθημερινή εμπάθεια και το μίσος μιας πόλης βάρβαρης,
όπου κατασυκοφαντείται αυτός που πρόσφερε τα περισσότερα
και χάνει κάθε ίχνος της υπόληψής του…»
Κι ο φοίνικάς μου απάντησε αυστηρά:
«Οι μέθυσοι και οι άρπαγες του δημοσίου χρήματος
–κείνο τ’ αχρείο, ποταπό πλήθος που είχα απομακρύνει–
δοκίμασαν, μόλις η τύχη μου άλλαξε, να με κοιτάξουν καταπρόσωπο∙
και τότε εκείνοι που υπηρέτησα και κάποιοι που τους έθρεψα
σύρθηκαν μέσα απ’ το σκοτάδι και μου επιτέθηκαν.
Ωστόσο, δεν παραπονέθηκα –και ούτε θα παραπονεθώ– ποτέ
για τον λαό».



Μην αγαπάς για πολύ καιρό

Μην αγαπάς, γλυκιά μου, για πολύ καιρό:
εγώ γέρασα –χρόνια και χρόνια– αγαπώντας
και κατάντησα εκτός μόδας,
σαν τραγούδι παλιό.

Τα χρόνια της νιότης, κανένας μας
δεν ξεχώριζε τη σκέψη του
από του άλλου τη σκέψη∙
κοινή και αδιαίρετη η ύπαρξή μας κρινόταν.

Μα κάτι σ’ εκείνη άλλαξε ξαφνικά –
μην αγαπάς για πολύ καιρό,
ειδάλλως καταντάς –γερνώντας–
εκτός μόδας, σαν τραγούδι παλιό.


Tο κλεμμένο παιδί

Kατ’ όπου σκάζει κύμα το φεγγάρι
και με φως τη σκοτεινη άμμο σκεπάζει,
–ακτή ακτές μακριά από το Pόουζες–
σέρνουμε γόνατα, σέρνουμε πέλματα,
και πανάρχαιους χορούς υφαίνουμε
πλέκοντας δάχτυλα, πλεκοντας βλέμματα,
μέχρι να δύσει η μέρα το φεγγάρι· χορεύουμε, χορεύουμε
και κυνηγάμε τ’ αφρισμένα κύματα,
ενώ στον ύπνο του ο κόσμος
κοιμάται άγχος και διλήμματα.
Σήκω, παιδί, ακολούθησέ με!
Aκολούθησέ με στ’ άγρια νερά,
τα νεραϊδένια· πιάσε με απ’ το χέρι:
καν δεν φαντάζεσαι τι θρήνος είναι ο κόσμος.


WILLIAM BUTLER YEATS [1865-1939]
Ιρλανδός ποιητής

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ

Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2009

Όσκαρ Ουάιλντ: Η ψυχή του ανθρώπου στον Σοσιαλισμό [Αποφθέγματα και αφορισμοί]


Υπάρχουν τρεις τύποι δυνάστη. Αυτός που τυραννάει το σώμα, αυτός που τυραννάει την ψυχή και αυτός που τυραννάει και τα δύο. Ο πρώτος λέγεται Πρίγκιπας. Ο δεύτερος: Πάπας. Ο τρίτος: λαός.
Δεν υπάρχει ούτε ένας αληθινός ποιητής ή πεζογράφος αυτού του αιώνα στον οποίον να μην έχουν απονεμηθεί επισήμως από το βρετανικό κοινό τίτλοι ανηθικότητας. Πρακτικά, αυτοί οι τίτλοι μάς συνοδεύουν πάντα -στη Γαλλία, αντιστοιχούν με την επίσημη αναγνώριση από την Ακαδημία των Γραμμάτων- και ευτυχώς καθιστούν την ίδρυση ενός τέτοιου ιδρύματος στην Αγγλία, εντελώς περιττή.
Είναι ανήθικο να ξοδεύεις την ιδιωτική περιουσία σου για να απαλύνεις τα φρικτά δεινά που απορρέουν από αυτόν τον θεσμό.
Εγωισμός δεν είναι να ζεις όπως εσύ επιθυμείς, αλλά να ζητάς από τους άλλους να ζουν σύμφωνα με τη δική σου βούληση.
Στην Αμερική, ο Πρόεδρος κυβερνάει για τέσσερα χρόνια και η Δημοσιογραφία, για πάντα. Ευτυχώς, η δεύτερη έχει εξωθήσει την άσκηση της εξουσίας της στα πιο αποκρουστικά και κτηνώδη άκρα και δεν αντιμετωπίζεται πλέον με σοβαρότητα.
Ένας αυτοκράτορας ή βασιλιάς μπορεί να σκύψει για να σηκώσει το πινέλο ενός ζωγράφου - η δημοκρατία σκύβει μόνο για να λασπολογήσει.
Ο υπερβολικός και ανθυγιεινός αλτρουισμός καταστρέφει τις ζωές των περισσότερων ανθρώπων.
Μία Κοινωνία αποκτηνώνεται πολύ περισσότερο από τη συνήθη πρακτική της ποινής παρά από το περιστασιακό φαινόμενο του εγκλήματος.
Η ανυπακοή στο βλέμμα κάποιου που έχει διαβάσει ιστορία συνιστά πρωταρχική αρετή. Η πρόοδος επιτυγχάνεται μέσα από την ανυπακοή και την επανάσταση.
Όμοιο βίο με του Χριστού διάγει αυτός που είναι απολύτως πιστός στον εαυτό του. Μπορεί να πρόκειται για έναν μεγάλο ποιητή, ή έναν σπουδαίο επιστήμονα, ή έναν νέο φοιτητή, ή κάποιον που παρατηρεί τα πρόβατα στην άγονη τυρφώδη γη, ή έναν δραματουργό σαν τον Σαίξπηρ, ή έναν θρησκευτικό στοχαστή σαν τον Σπινόζα, ή ένα παιδί που παίζει στον κήπο, ή έναν ψαρά που ρίχνει τα δίχτυα του στη θάλασσα. Δεν έχει σημασία, εφόσον έχει συνειδητοποιήσει την τελειότητα της ψυχής που κρύβει εντός του.
Μόνο μία κοινωνική τάξη σκέφτεται τα χρήματα περισσότερο απ' όσο οι πλούσιοι: οι φτωχοί. Δεν μπορούν να σκεφτούν τίποτε άλλο. Αυτή είναι η δυστυχία τους.
Ο Ατομικισμός σε κυριεύει δίχως απαιτήσεις. Ξεσπάει ξαφνικά και αναπόφευκτα. Είναι το σημείο προς το οποίο ρέπει κάθε ανάπτυξη. Είναι η διαφοροποίηση βάση της οποίας αναπτύσσονται όλοι οι οργανισμοί. Είναι η εγγενής τελειότητα κάθε τρόπου ζωής, προς την οποίαν σπεύδει κάθε τρόπος ζωής. Ο Ατομικισμός δεν εξαναγκάζει τον άνθρωπο. Αντιθέτως, του λέει πως δεν πρέπει να ανέχεται την επιβολή κανενός καταναγκασμού. Δεν προσπαθεί να επιβάλλει στους ανθρώπους το Καλό. Γνωρίζει πως οι άνθρωποι είναι καλοί όταν απομονώνονται. Να ρωτάς αν ο Ατομικισμός είναι πρακτικός είναι σαν να ρωτάς αν η Εξέλιξη είναι πρακτική. Η Εξέλιξη είναι ο νόμος της ζωής και μόνο προς τον Ατομικισμό μπορεί να κατευθυνθεί.
Να αποκαλείς νοσηρό έναν καλλιτέχνη επειδή στο έργο του πραγματεύεται το θέμα της νοσηρότητας είναι τόσο ηλίθιο όσο να αποκαλείς τρελό τον Σαίξπηρ επειδή έγραψε τον Βασιλιά Ληρ.
Για αρχή, είναι ασφαλέστερο να επαιτείς παρά να αρπάζεις - το αντίστροφο, ωστόσο, είναι πιο απολαυστικό.
Ένας παγκόσμιος χάρτης που δεν περιλαμβάνει την Ουτοπία δεν αξίζει ούτε ματιά, καθώς παραλείπει τη μόνη χώρα όπου η Ανθρωπότητα αποβιβάζεται πάντα. Και τότε ατενίζει και, διακρίνοντας μία καλύτερη χώρα, ανοίγει πανιά. Πρόοδος είναι η πραγμάτωση των Ουτοπιών.
Τίποτε δεν είναι ικανό να σε βλάψει εκτός από τον ίδιο τον εαυτό σου. Τίποτε δεν μπορεί να σε ληστέψει. Ό,τι σου ανήκει πραγματικά βρίσκεται εντός σου. Ό,τι είναι εκτός είναι ασήματο.
Το κοινό πάντα γαλουχείται άσχημα, σε κάθε εποχή. Ζητάει διαρκώς από την τέχνη να ικανοποιεί τις αισθητικές απαιτήσεις του, να κολακεύει την παράλογη ματαιοδοξία του, να του δείχνει από τι πρέπει να είναι δυσαρεστημένο και να το αποσπάει από τις σκέψεις του όταν έχει κουραστεί από την ίδια την ηλιθιότητά του. Η τέχνη πλέον δεν οφείλει να γίνει προσιτή. Το κοινό πρέπει να καταστεί φιλότεχνο.
Το κοινό διαθέτει μιαν αχόρταγη περιέργεια να μάθει τα πάντα, εκτός απ' ό,τι πραγματικά αξίζει να μάθει.
Ο άνθρωπος δεν αναζητάει ούτε τον πόνο ούτε την ηδονή, αναζητάει απλώς τη Ζωή - την έντονη, την τέλεια, τη γεμάτη. Όταν πετυχαίνει τον σκοπό του χωρίς να περιορίζει τους άλλους ή να τους κάνει να υποφέρουν και οι πράξεις του, συγχρόνως, του προκαλούν ευχαρίστηση, θα γίνει πιο λογικός και υγιής, πιο πολιτισμένος, πιο πολύ ο εαυτός του. Η ηδονή είναι δοκιμασία της φύσης, σημάδι αποδοχής της. Όταν είσαι ευτυχισμένος βρίσκεσαι σε αρμονία τόσο με τον εαυτό σου όσο και με το περιβάλλον.
Έργο τέχνης είναι το μοναδικό αποτέλεσμα μίας απαράμιλλης καλλιτεχνικής φύσης. Η ομορφιά του πηγάζει από αυτόν καθαυτόν τον συγγραφέα του. Δεν έχει να κάνει με την επιθυμία των άλλων. Τη στιγμή που ο καλλιτέχνης λαμβάνει υπόψη του τι επιθυμούν οι άλλοι και προσπαθεί να ικανοποιήσεις τις απαιτήσεις τους, παύει να είναι καλλιτέχνης και μετατρέπεται σε έναν πληκτικό ή διασκεδαστικό δεξιοτέχνη, έναν έντιμο ή ανέντιμο λιανέμπορο. Η Τέχνη είναι ο πιο ισχυρός τύπος ατομικισμού που γνώρισε ποτέ ο κόσμος.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ

Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2009

Όσκαρ Ουάιλντ: Οσκαριάνα [Απόφθέγματα και αφορισμοί]

Τα βραδινά φορέματα σε ένα εμπορικό του Λονδίνου θυμίζουν δερμάτινο κάλυμμα βιβλίου μαγειρικής ή σχάρα σόμπας.

Πίστωση είναι το κεφάλαιο του μικρογιού που του επιτρέπει να ζει διασκεδάζοντας.

Για να επιστρέψεις στα νιάτα σου πρέπει απλώς να επαναλάβεις τις τρέλες σου.

Στις μέρες μας, οι περισσότεροι άνθρωποι πεθαίνουν από ένα είδος υφέρπουσας κοινής λογικής και ανακαλύπτουν, όταν πια είναι πολύ αργά, πως μόνο για τα λάθη του δεν μετανιώνει ποτέ κάποιος.

Κανένας πολιτισμένος άνθρωπος δεν νιώθει τύψεις για μια ηδονή που απόλαυσε - ο απολίτιστος δεν γνωρίζει καν τι είναι απόλαυση.

Αν αντιμετωπίζεις τη ζωή καλλιτεχνικά, το μυαλό σου βρίσκεται μέσα στην καρδιά σου.

Η ηδονή είναι δοκιμασία της φύσης, σημάδι αποδοχής της. Όταν είμαστε ευτυχισμένοι, είμαστε πάντα καλοί - το αντίστροφο, όμως, δεν ισχύει πάντα.

Πολλοί χρεωκόπησαν έχοντας επενδύσει τα πάντα στην πρόζα της ζωής. Να σε φαλιρίσει όμως η ποίηση είναι τιμή σου.

Τι βάσανο να είσαι αντικείμενο λατρείας! Οι γυναίκες μάς φέρονται όπως η Ανθρωπότητα στους θεούς της. Μας λατρεύουν και μας παιδεύουν πάντα να κάνουμε κάτι γι' αυτές.

Το μόνο απαίσιο πράγμα στον κόσμο είναι l' ennui[1] - η μόνη αμαρτία που δεν συγχωρείται.

Δεν υπάρχουν οιωνοί. Η μοίρα δεν μας στέλνει αγγελιοφόρους. Είναι υπερβολικά σοφή ή άσπλαχνη για να προβεί σε μία τέτοια πράξη.

Πόσο τρελαίνει τις γυναίκες η αίσθηση του κινδύνου! Είναι μια αρετή τους που ζηλεύω. Μια γυναίκα θα φλερτάρει με τον οποιονδήποτε όσο οι άλλοι την παρακολουθούν.

Ριζοσπάστης είναι αυτός που δεν καλείται ποτέ σε δείπνο. Συντηρητικός: ένα "κύριος" που δεν σκέπτεται ποτέ.

Ο κόσμος φτιάχτηκε από ηλίθιους για να τον κατοικήσουν σοφοί.

1. η πλήξη (γαλλικά)

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ

Κυριακή 19 Ιουλίου 2009

Μιχάλης Παπαντωνόπουλος: Δ, εκδ. Ερατώ, 2006


Δ


Άνοιγε κόκκινο στη μνήμη:
μία ρωγμή στο τρυφερό
κουφάρι ενός κορυδαλλού.


α'

Δεν ήθελα να ξέρω τ' όνομά της-
χαμογελούσε κ' έπεφταν
στο πάτωμα τα δόντια
μιλούσε και το στόμα της μάτωνε λάθη.

Ένα κορίτσι στην κόλαση,
κάποτε μού συστήθηκε. Φορούσε
κάτασπρη τη γλώσσα και κρατούσε
το χέρι μου στο χέρι.

Έψαχνα στα τυφλά
τον δρόμο για την επομένη.


β'

Λίγο τα πριν μεσάνυχτα
και πίσω απ' την κουρτίνα
ντυνότανε χοντρό κόκκινο δέρμα,
χτένιζε τα μαλλιά
κι άνοιγε το παράθυρο στο μέσα σπίτι
κ' έτρεχε νύχτα.
"Τίποτα δεν είναι τυχαίο", μονολογούσα,
"τίποτα", και σηκωνόμουν το πρωί
με πόνους στο σαγόνι.


γ'

Τραβιόταν η Δ. στη γωνία
-τα πόδια της ως τον μηρό στην πίσσα-
γονάτιζε και σήκωνε τα μαλλιά
και τίναζε τ' άστρα απ' τον αυχένα.

Σαν να 'νιωθα τι είχε συμβεί-
ξερίζωνα τ' άσπρα κυκλάμινα
που είχαν προλάβει να φανούν
κάτω απ' τη γλώσσα μου.


δ'

Φυσούσε μια πίσω φωνή και ζωντάνευε,
μούδιαζε το χέρι μου. Δεν άκουγα
νέα την απορία και αν αίμα
δικό σου ήταν και μάλιστα
σε φως ημέρας;
Δεν ήταν και ησύχαζα
μια ανάσα ελλείμματα. (Σκεφτόμουν ένα πρόσωπο
μαρτυρικά στο πρόσωπό μου: βιαστικά
βαλμένα αυτιά, κακοραμμένο στόμα
δανεικό μου) και δεν υπήρχαν εγκλήματα: πληγές
υποψία, πάτωμα στρωμένο τη βαριά, την απέριττη
νύχτα.
Και μάζευαν, μάζευαν τα χείλη της: διάβαζα "ρίζα"
και φυσούσε μια πίσω φωνή και διάβολε
Δεν ήταν και το χέρι στο χέρι της
επέμενε την άρνησή μου.


ε'

Κ' έπρεπε τα χέρια μου ν' απλώνω διαρκώς
διστακτικός εξίσου να πηγαίνω
στο πλήρες του φωτός ή και στο πλέον φυσικό
σκοτάδι γιατί δεν ξέρεις πότε θα χαθεί
το μέσα της απόστασης από μπροστά σου
και πώς η τύφλωση ανάγει
το θύμα της σε άγιο- βραχνός
εκείνος, όρθιος κοντά στο ξύλο
με το πρόσωπο, την ίδια κίνηση τη μία
μιλούσε πεπρωμένο
και μόλις άνοιγε σταυρό
το σώμα του, μαύρες, υπέθετα,
άναβαν οι φλέβες του βαθιά.
Και μάτωνα στον ιδρώτα,
πάγωνα, "φάσμα" ξεσπούσα
"φ ά σ μ α" τη φωνή μου
κι όπως το μέρος του παράφορος ερχόμουν:
ο τοίχος, ο κρυφός διάδρομός του-
βήματα κι άλλα βήματα ανέβαιναν,
έπαιρναν το κεφάλι.
[Το κρεμασμένο στόμα του,
που τύφλωση επανέλαβε
και χαμογέλασε τα δόντια μια σειρά,
κρατούσε τώρα έναν ρυθμό μεταλλικό
κ' έγραφε σχήματα πουλιά
στον πυρετό ουρανό: το λιγοστό ταβάνι.]


στ'

Φαινόταν
η γυναίκα στον ξενώνα κ' έλεγες μοιραζόταν
δύσκολη μεταμέλεια: καθώς
σε όνειρο τα χέρια της κινούσε-
γύριζε τους δείχτες,
έριχνε κόκκινα σκοινιά στις τέσσερις γωνίες
και μου περνούσε το παλτό
στους ώμους, άσπρα δάχτυλα, μαλλιά-
(πάντα απορούσα εκείνο
ένα άδειο κάθισμα με δύο
πράσινα, στον ίσκιο του κεφάλια)
- κ' έδειχνε πάνω τη μισοφαγωμένη λάμπα.


ζ'

Κ' έβγαινε πέτρινος ο λαιμός κ' έβγαινε
κόκκινα σκοτεινό το στήθος-

ά ν ο ι γ ε κίτρινη βροχή
να πλύνει από το χέρι μου
το αίμα κ' ένας άρρωστος
τόπος έκαιγε με τους σπασμούς
και τα σημάδια του

πώς εκείνο το φθινόπωρο: ξυπνώντας
σ' ένα πυκνά τετράγωνα ύφασμα
και δίπλα στη γυναίκα-
τα δάχτυλά μου είχαν απότομα γεράσει
κ' έπεφταν βαθιά στα μαλλιά της,
κ' έτρεμαν και πήγαιναν ψηλαφητά ωσότου
μία τεντωμένη φλέβα

κι όλο σκεφτόμουν πέτρα
και δύσκολο ν' αντιμάχεσαι την επιθυμία-
γιατί αυτό που θέλει με ψυχή το εξαγοράζει.
Κ' έλειπε ξάφνου το άλλο σώμα.
Και πλέον ό,τι πάλευα στα μάτια μου να κλείσω:
μαύρα καρφιά και δέρμα
κ' ένα βαθύ νερό στ' αυλάκια της παλάμης.


η'

Και άσπριζε φοβερά
το χέρι της στο πρόσωπό μου
(στο μάτι ανάμεσα και την παλιά σπασμένη
ρυτίδα: ό,τι του δέρματος βρίσκοντας πέτρα)
- κ' έτσι κρεμόταν κ' έτριζε
και κάθε που έκανε απ' το μέτωπο να φύγει τα μαλλιά
μου
θυμόμουν τοίχους πίσω: καθόταν
ήσυχη η γυναίκα στην καρέκλα της
και μέτραγε στα δάχτυλα σταυρούς, όταν
ξύλο κοκκίνισε στο σκοτάδι της πόρτας-
αμέσως τίναξε το χώμα από τα γόνατα,
σηκώθηκε από μνήμης κι άρχισε
να σέρνει δύο πόδια στίγματα
ρίζα βαθιά, ρίζα επιμένοντας, επαλη-
θεύοντας κατά την έξοδο εξόδους.


θ'

Κ' έβγαινε πέτρινος ο λαιμός κ' έβγαινε
κόκκινα σκοτεινό το στήθος.

Εγώ τη σάρκα σώπαινα σε μόλις μορφασμούς-
έστρεφα βλέμμα στην εικόνα:
κορυδαλλοί μαύρα λευκά φτερά
έπεφταν ένα γύρο και λογιζόμουν
νέφος το σώμα ηδονών- πυγμαίο φως
- θα με συντρίψει.


ι'

"Βάφτισε δέντρο το κορμί μου", ψιθύριζε, "και δίχως
ενοχή
σκαρφάλωσε και κόψε
με δόντια τα κλαδιά ζωσμένα μίσχους,
λουλούδια και καρπούς.
Κι αν βρεις αγκάθια στα κλαδιά μου,
φωλιές εντόμων, ή και φίδια, να ξέρεις:
αυτά στον έρωτα χαρίζουνε μιαν αίσθηση κινδύνου".

Ποτέ μου δεν την άκουσα κι ας την ποθούσα-

ήθελα νύχτα σαν την αποψινή
-το σώμα της μην έχοντας
πλάι στο δικό μου- να μπορώ
τον ίσκιο της να θυμηθώ.


ια'

Μες στον διπλο κύκλο γονάτιζες
και σήκωνες τα μαλλιά και κάλυπτες
ύφασμα μαύρο το κεφάλι-

ώσπου με βρήκες -νύχτα- παγωμένο:
να 'χω τραβήξει τον ορό από τη φλέβα
να 'χει φουσκώσει μες στα μάτια μου το αίμα.

[Αν προσευχήθηκες αργότερα για μένα
-από συμπόνοια ή έστω από συνήθεια-
δεν έμαθα ποτέ.]


ιβ'

Είχε πληθύνει το δωμάτιο ρωγμές και δείξει
κόκκινα στον τοίχο τα καρφιά-

σήκωνε -ελαφρά- τα βλέφαρά της: επιστροφή
(εκείνη μνήμη
δίχως αρχή) συνόψιζε σ' ελάχιστη πράξη-

φθινόπωρο- βροχερό πρωινό στα τέλη Νοέμβρη -
να 'χω τα μάτια της κτερίσματα

στη μέσα τσέπη του παλτού και άσπρα
τα χέρια μου για τον χειμώνα.


ιγ'

Στήθος μεσόκοπο και ζαρωμένο

το γάλα σου φτάνει γλυκό
στα χείλη μου και δίνει φως
στο μελανό μου σώμα

η μυρωδιά σου: εθισμός

ελεύθερα κυλά στις φλέβες μου
τριγμούς και ανάσες της θηλής σου

[Στόμα που μ ά ζ ε ψ ε κ' έδειχνε λίγα τα δόντια
μιλούσε στη γυναίκα σκληρή την προσευχή.]


κ' έσταζε
μαύρη λευκή φτερούγα του
στης πέτρας τις ραγάδες -



Παρασκευή 26 Ιουνίου 2009

Ράινερ Μαρία Ρίλκε: Η γέννηση του Χριστού

Η γέννηση του Χριστού

Αν δεν υπήρξες πάντα απλή, πώς από πάνω σου θα ερχόταν
ό,τι τη Νύχτα φωτίζει τώρα;
Δες: ο Θεός που πάνω από τα σύννεφα το μένος Του
βροντούσε,
μαλακώνει κι έρχεται επί γης εντός σου.

Ξαφνιάστηκες; Τον είχες φανταστεί πιο μεγαλειώδη;

Και τι νοείται μεγαλείο; Ό,τι υπερβαίνει κάθε μέτρο
το διατρέχει αυστηρά το πεπρωμένο του.
Άστρο δεν κατορθώνει τέτοια πορεία.
Βλέπεις; Αυτοί είναι οι Μεγάλοι Βασιλείς

και σέρνουν μπρος στα γόνατά σου

θησαυρούς, ό,τι λαμπρότερο απ' αυτούς,
κι ίσως κι εσύ να σάστισες με αυτή την προσφορά τους:
ωστόσο, δες μες στου μανδύα σου τις πτυχές
πως τώρα Αυτός τα πάντα υπερβαίνει:

το κεχριμπάρι, που με καράβια παίρνουν σε τόπους
μακρινούς,

το χρυσάφι, και το μύρο
που σκορπάει στον αγέρα και ζαλίζει τις αισθήσεις:
εκείνα όλα τα εφήμερα που φεύγουν στη στιγμή
κι όταν χαθούν λυπάσαι.

Ωστόσο (όπως θα δεις): Εκείνος νιώθει αγαλλίαση.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ

Πέμπτη 18 Ιουνίου 2009

Α-PARTY-Α

Γιορτάζοντας τα τρία χρόνια λειτουργίας του στο Dasein το Poetry Now σας προσκαλεί στην ΠΟΙΗΤΙΚΗ A-PARTY-A.
Ποιητές γλωσσοκεντρικοί, περφόρμερ, ρομαντικοί. Ποιήματα από στήθους, ηχογραφημένα, μελοποιημένα. Νέοι Έλληνες και Ελληνίδες δημιουργοί με το μικρόφωνο στο χέρι ή την επιλογήτους στα deck, ανεβασμένοι στο τραπέζι ή βυθισμένοι στον καναπέ ζωντανεύουν στίχους αγαπημένων τους ποιητών (του εαυτού τους, ομοίως) σε μία βραδιά που η ποίηση θα βγει... εκτός εαυτού.
Μεταξύ άλλων ποιητών και μη θα διαβάσουν, θα θεατρικοποιήσουν ή απλώς θα επιλέξουν ποιήματα στα deck, οι: Γιώργος Χαντζής, Μαρία Τοπάλη, Κατερίνα Ηλιοπούλου, Δούκας Καπάνταης, Πατρίσια Κολαϊτη, Γιάννης Στίγκας, Δημήτρης Άλλος, Γιάννα Μπούκοβα, Βασίλης Κάρδαρης, Ιορδάνης Παπαδόπουλος, Αλέξανδρος Απέργης, Δήμητρα Κωτούλα, Σταμάτης Πολενάκης, Γιάννης Ευθυμιάδης, Μιχάλης Παπαντωνόπουλος...
Τα ποιήματα κυκλοφορούν ανάμεσά μας και οποιοσδήποτε μπορεί να κλέψει την παράσταση. Εσύ;
Κυριακή 21 Ιουνίου, 9 μ.μ. - Dasein, Σολωμού 12, Εξάρχεια.

Σάββατο 13 Ιουνίου 2009

Δυνατότητες χρήσης του προσωπείου

Aγγελική Σιγούρου: Αράς, Εκδόσεις Hλέκτρα, 2008.

Γυναικεία ποίηση; Σωματική γραφή; Όχι, όχι... Διαβάζοντας τους έξι δραματικούς μονολόγους που απαρτίζουν το ποιητικό βιβλίο Aράς της Aγγελικής Σιγούρου, (Xιονάτη, Iωσηφ-ίνα, Πασιφάη, Tειρεσία-ς, Tζούλια, Mαρία), το ερώτημα είναι εντελώς διαφορετικό από τα ήδη συνηθισμένα, σχεδόν ''θεσμοθετημένα", στην ελληνική ποίηση: Kαι τo προσωπείo, τι χρειάζεται σε ένα σύγχρονο ποίημα; Στη φαινομενικά εξορθολογισμένη συγκαιρινή μας κοινωνία -και μεταμοντέρνα τέχνη- όπου ο Mύθος ως συλλογικός τρόπος σύλληψης και παράστασης του κόσμου, με ρίζες ως την πέτρα ενός κοινού ασυνείδητου, αγνοείται, παρακάμπτεται ή δρέπει -τουλάχιστον- αμηχανία, καθιστώντας τον άνθρωπο δέσμιο της κακώς νοούμενης ατομικότητάς του και τον αναγνώστη δέσμιο της πληθώρας "αξιοπρεπών", συμβατικά φιλολογώντας, έργων, έρχεται το προσωπείο να αντλήσει τη φωνή του από έναν αρχέγονο λεκτικό πυρήνα επικοινωνίας και να εφεύρει εκ νέου μια μυθολογική γλώσσα - τίποτα περισσότερο, αλλά και τίποτα σημαντικότερο, από μια συμφωνημένη γλώσσα με κώδικες τους οποίους όλοι αναγνωρίζουμε, ακόμη και στην αντεστραμμένη μορφή τους. H χρήση του προσωπείου προβάλλει την κοινωνία της γλώσσας -και του έργου τέχνης, ευρύτερα- πριν και πάνω απ' όλα ως αισθητική επιλογή και αντίληψη, και δεν μπορεί παρά να βρει την καταγωγή της στη λαϊκή τέχνη. Eφόσον δεχόμαστε πως το ιστορικό πρόσωπο υπάρχει ως ένα πλέγμα ιστορικών προσδιορισμών, πως καθορίζει την Iστορία, αλλά και ετεροκαθορίζεται απ' αυτήν, κι εφόσον αναγνωρίζουμε πως η μυθολογία, η λαογραφία και η λογοτεχνία, μεταξύ άλλων, συνιστούν αναπόσπαστες πραγματικότητες της ανθρώπινης Iστορίας, η εμμονή του ποιητή που κρύβεται πίσω από το προσωπείο είναι αυτή που θα διαχειριστεί τους σημειολογικούς και ιστορικούς κώδικες, τόσο της εποχής του όσο και εκείνης στην οποία ανήκει το προσωπείο που επιλέγει να "φορέσει", και αυτή είναι που θα κατευθύνει το ιστορικό πρόσωπο κατά πού επιθυμεί -ακόμη και στην πλήρη αποδόμησή του.

Kαι οι ποιητικοί μονόλογοι της Σιγούρου, σ' αυτή τη διαρκή απόδραση απ' την κατάρα του Mύθου και το ορθολογικό βίωμα της Iστορίας, δομούνται. O ρεαλιστικός ζωτικός χώρος μέσα στον οποίο πάσχουν να υπάρξουν τα προσωπεία του Aράς, υιοθετείται μόνο και μόνο για να απορριφθεί τελικά -συνειδητά ή ασυνείδητα- από τους ίδιους τους πρωταγωνιστές. H ανοίκεια αίσθηση που δημιουργεί στον αναγνώστη ο λόγος τον οποίον εκφέρει η Ιωσηφ-ίνα, για παράδειγμα, αποκτά συμβολική διάσταση σ' έναν καινό κόσμο, ο οποίος αναδημιουργείται ή επανεφευρίσκεται στον συγκερασμό ιστορικών ή φανταστικών γεγονότων, ετερόκλιτων αν και αλληλοσυμπληρωματικών γλωσσικών στοιχείων και τρόπων ποιητικής. Ωστόσο, στο Aράς, το ένα προσωπείο έχει απόλυτη ανάγκη το άλλο για να υπάρξει. H Μαρία αναγνωρίζεται στη Xιονάτη, η Πασιφάη στην Tζούλια και ούτω καθ' εξής, με αποτέλεσμα τον σχηματισμό ενός δαιδαλώδους οικοδομήματος, μέσα στο οποίο τα προσωπεία ακολουθούν καθένα τον δικό του δρόμο, για να συνενωθούν τελικά σε ένα. Kαι τότε: επί σκηνής του κόσμου ο άνθρωπος να υποδύεται τον ρόλο Άνθρωπος. Bρισκόμαστε, λοιπόν, μπροστά στην πρωτογενή ανάγκη του ατόμου να παραστήσει τον εαυτό του - μπροστά στη λύση που προσφέρει το Προσωπείο στο Σώμα, όταν το τελευταίο δυσκολεύεται να κοινωνήσει τις επιθυμίες και τους τρόμους του, να μετατρέψει την ψυχική του αγωνία σε Mύθο. Συνέπεια, ίσως, της εν λόγω λειτουργίας είναι η φατική "καθυστέρηση" που διέπει το κείμενο και των έξι ηρωίδων του Aράς, εκφρασμένη ανέκκλητα στην ένταση του Προσωπείου και στο λόγο του Σώματος: ο άνθρωπος Iωσηφίνα δεν προλαβαίνει ποτέ να είναι ο ρόλος Ιωσηφ-ίνα. Kι εδώ ακριβώς έγκειται η τραγική ουσία του ατόμου, ως χωροχρονική συνθήκη της Iστορίας: στην προσπάθειά του όχι μόνο να διαμορφώσει την προσωπική ιστορική του συνείδηση και να ορίσει τον εαυτό του εντός του πλαισίου αυτής, αλλά να κατακτήσει το μέρισμά του στην ιστορική συνείδηση των άλλων.

Σημειώνοντας, το μυθικό πλάσμα Άνθρωπος που κατοικεί τους δραματικούς μονολόγους του Aράς βιώνει την κατάρα του προσωπείου: να υπάρχει και ύστερα από την ιστορική πραγματικότητα του προσώπου - να διατηρεί την υπόστασή του και μετά την ερμηνεία του ρόλου. Kαι πολύ πιθανώς την ίδια "κατάρα" να δοκιμάσουν και τα ποιήματα αυτά καθαυτά της Σιγούρου.

ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ

[Το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Αυγή, στις 20 Ιουλίου του 2008]