Ω πόσο στους Αγγέλους στοίχισε, που σε ψαλμούς δεν έσπευσαν καθώς κανείς ξεσπάζει σε λυγμούς, παρ' ότι γνώριζαν: τη νύχτα αυτή θα γεννηθεί Μητέρα για τον Γιο, τον Έναν, που σύντομα θα εμφανιστεί.
Σιωπηλοί ψηλά αιωρούνταν κι έδειχνε το χέρι τους εκεί που, απόμερη, βρισκόταν η αγροικία του Ιωακείμ - κι ένιωθαν εντός τους και στον χώρο να πυκνώνει κάτι αγνό, μα δεν έπρεπε κανείς να κατέλθει σε Αυτόν.
Γιατί είχε ήδη το ζευγάρι ταραχθεί από το γεγονός. Και μια γειτόνισσα ήλθε, κι έκανε πως ήξερε τα πάντα, και
δεν γνώριζε το πώς -
κι ο γέροντας, προσεκτικός, πήγε και έπαψε τον μυκηθμό μιας σκούρας αγελάδας. Αφού ποτέ κάτι παρόμοιο δεν είχε
Το 1847 στο Λονδίνο, μια ομάδα νεαρών θαυμαστών του Κητς συναντιόταν τακτικά και συζητούσε περί τέχνης. Ήταν αποφασισμένοι να επιφέρουν επανάσταση στην ποίηση και στην ζωγραφική. Κάτι τέτοιο σήμαινε πως θα έχαναν κάθε δικαίωμά τους ως πολίτες, στην Αγγλία. Διέθεταν όλες εκείνες τις αρετές που το Αγγλικό κοινό δεν συγχωρεί ποτέ: νιάτα, δύναμη και ενθουσιασμό. Η σάτιρα τούς απέτιε τον συνήθη φόρο τιμής, τον οποίο οι μετριότητες αποδίδουν στην μεγαλοφυΐα, τυφλώνοντας το Αγγλικό κοινό ως προς το ευγενές και το ωραίο, μην μπορώντας, ωστόσο, να βλάψει ούτε στο ελάχιστο τον καλλιτέχνη. Η πλήρης διαφωνία τους με τα τρία τέταρτα των Άγγλων συνιστούσε πρωταρχικό στοιχείο πνευματικής υγείας και βαθιά πηγή παρηγοριάς σε κάθε περίπτωση πνευματικής αμφιβολίας.
Αυτοί οι νέοι αυτοαποκλήθηκαν Προραφαηλίτες γιατί, εναντιωμένοι στις εύκολες αφαιρέσεις του Ραφαήλ,² πίστεψαν πως είχαν ανακαλύψει έναν ισχυρότερο ρεαλισμό φαντασίας, έναν πιο προσεγμένο ρεαλισμό τεχνικής, μια ατομικότητα πιο έντονη.
[Ο Ηλίανθος και ο Κρίνος]
Ακούσατε, φαντάζομαι, έστω λίγοι, για δύο λουλούδια που συνδέονται με το κίνημα του Αισθητισμού στην Αγγλία, τα οποία, όπως λέγεται, (εσφαλμένα, σας βεβαιώνω) συνιστούν την τροφή κάποιων αισθητικά καλλιεργημένων νέων. Επιτρέψτε μου, λοιπόν, να σας αποκαλύψω τον λόγο για τον οποίο αγαπάμε τον κρίνο και τον ηλίανθο: παρά τους ισχυρισμούς του κ. Γκίλμπερτ,³ δεν πρόκειται, σε καμία περίπτωση, για μόδα χορτοφαγίας· αυτά τα δύο υπέροχα λουλούδια συνιστούν στην Αγγλία τα τελειότερα πρότυπα σχεδίου, τα πλέον ενδεδειγμένα, κατά τρόπο φυσικό, για την διακοσμητική τέχνη – η φανταχτερή, λιονταρίσια ομορφιά του ενός και το πολύτιμο κάλλος του άλλου προσφέρουν στον καλλιτέχνη την πλήρη, την τέλεια απόλαυση. Όσο για εσάς: μην αφήνετε ούτε ένα άνθος στα λιβάδια σας που δεν τυλίγει με τους έλικες του τα μαξιλάρια σας, ούτε ένα φυλλαράκι στα τιτάνια δάση σας που δεν χαρίζει το σχήμα του στο διακοσμητικό σχέδιο, ούτε ένα κυρτό κλαδάκι αγριοτριανταφυλλιάς ή ρεικιού που δεν ζει για πάντα στην λαξεμένη αψίδα ή στο μαρμάρινο παράθυρο, ούτε ένα πουλί στον αέρα σας που δεν σκορπίζει το ιριδίζον θαύμα του χρώματός του, τις θεσπέσιες καμπύλες τροχιές των φτερούγων του κατά το πέταγμά του, για να καταστήσει ακόμη πιο πολύτιμη την πολυτιμότητα του λιτού διακόσμου.
Καθένας μας ξοδεύει τις ημέρες του αναζητώντας το μυστικό της ζωής. Λοιπόν, το μυστικό της ζωής βρίσκεται στην τέχνη.
[Το Μυθιστόρημα και το Δράμα]
Το μυθιστόρημα δεν σκότωσε το θέατρο, όπως πασχίζουν να μας πείσουν κάποιοι κριτικοί. Η ρομαντική περίοδος της Γαλλίας καταδεικνύει πως τα έργα των Μπαλζάκ⁴ και Ουγκό⁵ μεγάλωσαν μαζί, δίπλα δίπλα – ή, μάλλον, συμπληρωματικά το ένα με το άλλο, μολονότι κανένας από τους δύο δημιουργούς δεν το αντιλήφθηκε. Το δράμα είναι το σημείο συνάντησης τέχνης και ζωής· πραγματεύεται, όπως είπε ο Ματσίνι,⁶ όχι απλώς τον άνθρωπο, αλλά τον κοινωνικό άνθρωπο, τον άνθρωπο σε σχέση με τον Θεό και με την ανθρωπότητα. Συνιστά προϊόν μίας περιόδου σπουδαίας εθνικής, συμπαγούς ενέργειας. Είναι ανέφικτο χωρίς το εξευγενισμένο κοινό, και ανήκει σε εποχές όπως εκείνη της Ελισάβετ στο Λονδίνο και του Περικλή στην Αθήνα. Είναι κομμάτι ενός τόσο μεγαλοπρεπούς, ηθικού και πνευματικού πάθους, σαν αυτό που ανέκυψε στην Ελλάδα μετά την συντριβή του Περσικού στόλου και στους Άγγλους μετά το ναυάγιο της Ισπανικής αρμάδας.
Ο Σέλλεϋ⁷ αισθάνθηκε πόσο ελλιπές ήταν το κίνημά μας από αυτήν την άποψη, και έδειξε σε μία σπουδαία τραγωδία πώς θα καθήρε την εποχή μας «δι’ ελέους και φόβου»· καίτοι, σε πείσμα των «Τσέντσι»,⁸ το δράμα παραμένει μία από τις καλλιτεχνικές μορφές, μέσα από τις οποίες η διάνοια της Αγγλίας, μάταια, αναζητάει διέξοδο και έκφραση.
[Όπου δεν γίνεται Λόγος περί Ηθικής]
Στα έθνη, όπως και στα άτομα, αν το πάθος για δημιουργία δεν συνοδεύεται από την κριτική, την αισθητική ικανότητα, είναι βέβαιο πως θα αποδυναμωθεί. Η λογοτεχνία σας δεν χρειάζεται μιαν αυξημένη αίσθηση ή εποπτεία ηθικής. Δεν πρέπει να μιλάμε για ηθικό ή ανήθικο ποίημα. Τα ποιήματα είναι ή καλογραμμένα ή κακογραμμένα· αυτό είναι όλο. Κάθε στοιχείο ηθικής τάξης ή υπαινικτικής αναφοράς σε ένα πρότυπο Καλού ή Κακού στην τέχνη συχνά είναι σημάδι ενός ατελούς οράματος. Κάθε καλό έργο στοχεύει σε μία αμιγώς καλλιτεχνική επίδραση. Μα όπως στις πόλεις σας, έτσι και στην λογοτεχνία απουσιάζει η αυξημένη ευαισθησία προς το ωραίο. Κάθε υψηλό έργο δεν είναι απλώς εθνικό, μα παγκόσμιο. Η πνευματική ελευθερία θα σας δώσει απλόχερα ζωή κι αέρα να ανασάνετε. Από εμάς θα μάθετε τα κλασικά όρια της μορφής. Αγαπήστε την τέχνη για την τέχνη και τότε ό,τι χρειάζεστε θα σας δοθεί. Αυτή η αφοσίωση στην ομορφιά, στην δημιουργία του ωραίου, είναι η δοκιμασία όλων των σπουδαίων πολιτισμών· αυτή καθιστά την ζωή κάθε πολίτη Μυστήριο και όχι εικασία. Γιατί ο χρόνος μόνο το Ωραίο δεν μπορεί να φθείρει. Οι φιλοσοφικές θεωρίες χάνονται, σκορπάνε σαν την άμμο, οι θρησκευτικές πεποιθήσεις διαδέχονται η μία την άλλη, όμως το ωραίο είναι χαρά σε κάθε εποχή και κτήμα της αιωνιότητας.
[Να συμπληρώσει η Αμερική το Κίνημα]
Πιθανώς θα απευθυνθούμε σε εσάς για να συμπληρώσουμε και να τελειοποιήσουμε το σπουδαίο κίνημα μας· γιατί υπάρχει κάτι το Ελληνικό στον αέρα και στον κόσμο σας, κάτι πιο μεγαλόπνοο στην Ελισαβετιανή χαρά και δύναμη του από αυτό που ο αρχαίος μας πολιτισμός μπορεί να μας προσφέρει. Γιατί εσείς, τουλάχιστον, είστε νέοι· δεν σας ποδοπατούν πεινασμένες γενεές και το παρελθόν δεν σας χλευάζει με τα ερείπια μιας ομορφιάς, της οποίας το μυστικό της δημιουργίας της έχετε απωλέσει. Αυτή η πλήρης απουσία παράδοσης, για την οποία ο Ράσκιν⁹ πίστευε πως θα λεηλατήσει απ’ τα ποτάμια σας το γέλιο και από τα λουλούδια σας το φως, μπορεί να συνιστά την πηγή της ελευθερίας και της δύναμής σας. Να μιλάς, στην λογοτεχνία, με το τέλειο ήθος των ζωικών κινήσεων και το άμεμπτο συναίσθημα των δέντρων και της χλόης δίπλα στον δρόμο, ορίστηκε από έναν δικό σας μεγάλο ποιητή¹⁰ ως ο απόλυτος θρίαμβος της τέχνης· θρίαμβο, τον οποίον μόνο εσείς είστε προορισμένοι ανάμεσα στα έθνη να πετύχετε. Γιατί οι φωνές που κατοικούν στην θάλασσα και στα βουνά δεν είναι μόνο η περιούσια μουσική της ελευθερίας. Άλλα μηνύματα κρύβονται στο θαύμα των ανεμόδαρτων κορυφών και στην επιβλητικότητα των βουβών βαράθρων – μηνύματα που, αν τα αφουγκραστείτε με προσοχή, μπορεί να σας αποδώσουν το μεγαλείο κάποιας καινούργιας φαντασίας, το θαύμα κάποιας καινούργιας ομορφιάς.
Σημειώσεις: 1. Τζον Κητς [John Keats, 1795-1821]: από τους σημαντικότερους ποιητές του Αγγλικού Ρομαντικού κινήματος.
2. Ραφαήλ ή Ραφαέλ Σάντσιο [Raffaello Sanzio, 1483-1520]: Ιταλός ζωγράφος και αρχιτέκτονας της ύστερης Αναγέννησης.
3. Άλφρεντ Γκίλμπερτ [Sir Alfred Gilbert, 1854-1934]: Άγγλος καινοτόμος γλύπτης που συμμετείχε στο κίνημα της Νέας Γλυπτικής [The New Sculpture] στην Βρετανία, κατά τα τέλη του 19ου αιώνα.
4. Ονορέ ντε Μπαλζάκ [Honorι de Balzac, 1799-1850]: Γάλλος μυθιστοριογράφος και θεατρικός συγγραφέας.
5. Βίκτορ Ουγκό [Victor-Marie Hugo, 1802-1885]: Γάλλος δραματουργός, μυθιστοριογράφος και ποιητής. Η σημαντικότερη, ίσως, μορφή του Γαλλικού Ρομαντισμού.
6. Τζιούζεπε Ματσίνι [Giuseppe Mazzini, 1805-1872]: Ιταλός φιλόσοφος και πολιτικός.
7. Πέρσυ Μπης Σέλλεϋ [Percy Bysshe Shelley, 1792-1822]: από τους σημαντικότερους Άγγλους Ρομαντικούς ποιητές.
8. Οι Τσέντσι [The Cenci]: δράμα, γραμμένο σε στίχους, το καλοκαίρι του 1819, εμπνευσμένο από την ομώνυμη –υπαρκτή– ιταλική οικογένεια. Το έργο, ωστόσο, δεν ανέβηκε εξαιτίας του θέματος της αιμομιξίας που πραγματεύεται. Εν τέλει παρουσιάστηκε στο κοινό του Λονδίνου, το 1922.
9. Τζον Ράσκιν [John Ruskin, 1819-1900]: Άγγλος συγγραφέας, ζωγράφος και κριτικός τέχνης.
10. Αναφορά πιθανότατα στον Αμερικανό ποιητή Ουόλτ Ουίτμαν [Walt Whitman, 1819-1892].
Χούφταλα χορτασμένα, πώς ξεπουλήσατε μια ολόκληρη ζωή, πώς υπήρξατε κάτι διαφορετικό απ' ό,τι είχατε ονειρευτεί; Εγώ απελπίζομαι τρεις φορές τη μέρα: βλαστημώ και καταριέμαι τους πάντες· ακόμη κι εμένα. Ο Ναπολέων εκστρατεύει κατά της Ρωσίας. Δες πώς μαραίνονται τα κόκκινα τριαντάφυλλα του φθινοπώρου. Τι; Δεν πας όπου φυσάει ο άνεμος; Μα είσαι ηλίθιος; Αυτό είναι το αληθινό πρόσωπο του ανθρώπου: καθαρό σαν ήλιο φθινοπώρου που καθρεφτίζεται σε μάτια βουρκωμένα. (Τα δάκρυα είναι σαν τα νομίσματα!) Εκείνος –μαύρος βασιλιάς στην σκακιέρα– αναζητάει τον σωσία του. Πρωί πρωί ξεκινάει για το Παρίσι.
Στο θέατρο ''Αγορά'', Καραϊσκάκη 149, Πάτρα. Έναρξη παραστάσεων: 24/25-1-09 Οι παραστάσεις θα συνεχιστούν: 29/30/31-1-09 και 1-2-09 5/6/7/8-2-09 12/13/14/15-2-09 και πάντα στις 21.30.
Ντουρς Γκρύνμπαϊν: Του χιονιού ή ο Ντεκάρτ στη Γερμανία [Μτφρ. Γιώργος Λίλλης, Θωμάς Πούτας, Εκδ. Κέδρος, 2007]
Το τραγούδι –η λυρική εκφορά του λόγου που απηύθυνε ως προσευχή και επίκληση ο άνθρωπος προς τις ακατάληπτες για τη νόησή του δυνάμεις ενός ανώτερου Όντος, για να αξιώσει την εύνοια του περιβάλλοντος χώρου καθώς και τη θεραπεία του σώματος ή της ψυχής του (στο πέρασμα του χρόνου μάς έδωσε εκείνη την υποβλητική εικόνα της φωτιάς, γύρω από την οποία συναθροίζεται η μικρή κοινωνική ομάδα και τραγουδάει την συναισθηματική διάθεση που δοκιμάζει μέσα από τα συλλογικά βιώματα και τις ατομικές εμπειρίες κάθε μέλους της)– το τραγούδι και η αφήγηση του Μύθου συνιστούν τις αρχέγονες λειτουργίες της ποίησης και, πιθανώς, τις μόνες που παραμένουν αμετάκλητα δραστικές ως σήμερα. Μολονότι, «θεωρητικές» φωνές κραυγάζουν πως, σε μια γκρεμισμένη κοινωνική πραγματικότητα μέσα στον ίδιο της τον εαυτό, απ’ όπου απουσιάζει κάθε αίσθηση Ιδανικού και η σύλληψη υψηλών Ιδεών που θα ανακινήσουν την σκέψη εντός του πολιτιστικού, κοινωνικού και πολιτικού βίου, η κτίση μιας ποιητικής σύνθεσης φαντάζει –επιεικώς– ανεπίκαιρη, αφηγηματικές –ενίοτε και επικές, τουλάχιστον ως προς το σχέδιο και την στόχευσή τους– συνθέσεις συνεχίζουν να γράφονται∙ άλλωστε δεν έπαψαν ποτέ. Και συνιστούν συνήθως το στίγμα αναφοράς μας σε έναν ποιητή. [Πώς θα αντιλαμβανόμασταν την ποίηση του Εγγονόπουλου, λόγου χάρην, αν δεν είχε συνθέσει τον «Μπολιβάρ»; Πλήθος τα παραδείγματα.]
Αλλάζει μόνο η μορφή τους: εκκινώντας από το σπάραγμα και καταλήγοντας στην μακροσκελή, πεζολογικού ή ακόμη και δοκιμιακού ύφους, αφήγηση. Στην παραδοχή της παραπάνω ήττας που σημείωσα, όμως, θεμελιώνεται ακαριαία, σαν φυσικό επακόλουθο, το αίτημα ανάπλασης των παλαιών Μύθων ή της δημιουργίας καινούργιων. Γιατί ο κόσμος χρειάζεται πάντοτε τους Μύθους του για να υπάρξει. Γιατί ακόμη και ένας χαοτικός κόσμος πρέπει να έχει το κέντρο του. Ας είναι και μια ευθεία γραμμή, σχεδιασμένη μέσα σε ένα πλήθος αναρίθμητων, άναρχα διεσπαρμένων, μαύρων κουκκίδων στο λευκό χαρτί. Οι Μύθοι πρέπει να καταβαραθρώνονται μόνο και μόνο για να δημιουργηθεί ο ζωτικός χώρος για τους επόμενους. Όπως ακριβώς αγωνιζόμαστε να σκοτώσουμε την εικόνα του πατέρα εντός μας για να μας κατατρύχει το φάσμα του με μεγαλύτερη ακόμη σφοδρότητα.
Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται η ποιητική σύνθεση Του χιονιού ή ο Ντεκάρτ στη Γερμανία (2003) του Ανατολικογερμανού –πιθανώς ανήκει στους τελευταίους λογοτέχνες της γερμανόφωνης αυτής επικράτειας στον οποίο έχει νόημα να μην αποδώσουμε την εθνικότητά του απλώς ως γερμανική– ποιητή Ντουρς Γκρύνμπαϊν (γεν. 1962). Στο αφηγηματικό –μυθιστορηματικού χαρακτήρα– ποίημα του, δομημένο με όρους αυστηρούς μορφικά (42 Κεφάλαια –ή Άσματα κατά Πάουντ– αποτελούμενο το καθένα από επτά δεκάστιχες στροφές), ο Γκρύνμπαϊν ανασύροντας από το φιλοσοφικό πεδίο τη διαμεσολαβητική μορφή του Ντεκάρτ και από το ιστορικό την παραμονή του Γάλλου φιλοσόφου σε μια μικρή πόλη της Γερμανίας τον χειμώνα του 1619, ενώ οι συγκρούσεις του Τριαντακονταετούς Πολέμου έχουν ήδη ξεσπάσει από τον προηγούμενο χρόνο, δεν ξετυλίγει απλώς το νήμα ενός ελκυστικού Μύθου, ούτε προβαίνει στον κριτικό σχολιασμό του∙ ο Γκρύνμπαϊν συνθέτει εκ νέου ένα πρόσωπο ιστορικό αυστηρά και μόνο μέσα στο γλωσσικό πλαίσιο της ποίησής του. Χρησιμοποιώντας στον παραδειγματικό και συνταγματικό άξονα της σύνθεσης στοιχεία από τα πλέον τετριμμένα της καθομιλουμένης ως τα σαφώς ανοίκεια που θρέφουν τις ρίζες τους στην αρχαία γερμανική, ενσωματώνοντας στον λόγο του την ειρωνεία και την επιτήδευση –επιτήδευση προς χάρην της οποίας θυσιάζεται ενίοτε το κείμενο προκειμένου να ανταποκριθεί στους αυστηρούς νόμους «αρχιτεκτονικής» που επιβάλλει ο Γκρύμπαϊν–, αλλά και στηριζόμενος σε εκφραστικές δυνατότητες που του προσφέρουν η πεζογραφία, το δοκίμιο, ο δραματικός μονόλογος και διάλογος, ο Ανατολικογερμανός ποιητής ανοίγει τους δικούς του δρόμους στην ποιητική πράξη και την ανάπλαση του Μύθου∙ συνθήκες μέσα από τις οποίες δημιουργεί και, συγχρόνως, πασχίζει να τις ορίσει και πάλι. Ακόμα και οι γνωστές θέσεις του Ρενέ Ντεκάρτ του Γιοακίμ μοιάζουν να χάνουν την κεκτημένη υπόσταση τους στη σφαίρα του φιλοσοφικού στοχασμού και να αναδεικνύονται σε δημιουργική διαδικασία στοχασμού του Ρενέ Ντεκάρτ, γεννήματος της μυθοπλαστικής ικανότητας του Ντουρς Γκρύνμπαϊν. Το σημαντικότερο επίτευγμα, ωστόσο, του εν λόγω ποιήματος παραμένει η διαυγής εικόνα ενός ανθρώπου ο οποίος στοχάζεται, δρα και αναπτύσσει τη δική του ανθρωπολογία. Είναι απολύτως βέβαιο πως το ποίημα Του χιονιού συνιστά την προσωπική σπουδή του Γκρύνμπαϊν πάνω στο ανθρώπινο ον. Συνθήκη αναφαίρετη κάθε σπουδαίου έργου τέχνης ή –πέρα από ατομικές αισθητικές εκτιμήσεις– κάθε έργου που φιλοδοξεί να κομίσει μια καινούργια προοπτική στην τέχνη του.
Το εγχείρημα των μεταφραστών έθεσε ως προτεραιότητα την μεταφορά στα ελληνικά του μεγαλόπνοου δημιουργικού σχεδίου του Γκρύνμπαϊν και των μεθόδων που χρησιμοποίησε για να το επιτύχει. Κάπου εκεί θυσιάστηκε ο ιδιαίτερος ρυθμός του πρωτοτύπου ο οποίος θα αξίωνε πιθανώς την εκ μέρους τους στρέβλωση των πολλών και διαφορετικών στοιχείων που απαρτίζουν το συγκεκριμένο ποίημα. Πέραν αυτού: είναι σημαντικό πως προτείνουν στα καθ’ ημάς έναν σύγχρονο Ευρωπαίο ποιητή και μάλιστα σε μια μετάφραση, η οποία πληρεί τον ουσιαστικότερο στόχο αυτής της υποτιμημένης –συχνά– τέχνης: να αποτελέσει πηγή άντλησης υλικού για τους δημιουργούς που γράφουν στην γλώσσα όπου μεταγράφεται το πρωτότυπο. Εξάλλου, η εργασία τους τονίζει το αυτονόητο: κάθε νέα λογοτεχνική γενιά δοκιμάζεται –και ανδρώνεται– και μέσω της μετάφρασης.
ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
[Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στην Αυγή, στις 27 Ιανουαρίου του 2008]
Στην Ινσταμπούλ, στον Βόσπορο, είμαι ο φτωχός Ορχάν Βελή· ο γιος του Βελή με την ακατανόητη μελαγχολία. Κάθομαι στο Ρούμελι, στην ακτή, και μουρμουρίζω ένα τραγούδι:
«Οι μαρμαρένιοι λόφοι της Ινσταμπούλ, βαραίνουν το κεφάλι μου, αχ, οι γλάροι· δάκρυα, δάκρυα καυτά για την πατρίδα πλημμυρίζουν τα μάτια μου· Έντα, πεπρωμένο μου, γεμάτη-άδεια, είσαι πάντα η αλμυρή πηγή των δακρύων μου.
Στο κέντρο της Ινσταμπούλ άνοιξαν κινηματογράφοι· η μητέρα δεν θα μάθει ποτέ για την εξορία μου. Άλλοι φιλιούνται, συζητούν και κάνουν έρωτα· σημαίνει κάτι αυτό για μένα; Αγάπη μου, τρέλα μου, αχ, εσύ, βουβωνικέ ποταμέ μου».
Στην Ινσταμπούλ, στον Βόσπορο, είμαι ο φτωχός Ορχάν Βελή· ο γιος του Βελή με την ακατανόητη μελαγχολία.
Όμως η ανάγνωση του Τρακλ μιλάει με την πειστική δύναμη μιας ιδιόμορφης πνευματικής προσωπικότητας. Δυστυχώς ο ποιητής διάβαζε τόσο αδύναμα, σαν μέσα από τα βάθη του σκότους των περασμένων ή των μελλούμενων, ώστε ν’ αργεί κανείς ν’ αναγνωρίσει, στον μονότονο, σαν προσευχή, κερματισμένο λόγο της απολύτως ιδιόρρυθμης αυτής φυσιογνωμίας, λέξεις και φράσεις κι έπειτα ρυθμούς κι εικόνες που συνθέτουν τη φουτουριστική ποίηση του Τρακλ. Μέσα του όλα γίνονται εικόνα και αλληγορία, μεταλλάσσονται στην ψυχή του σε διάφορες εκφραστικές δυνατότητες, δύσκολες για τους ανθρώπους του σήμερα· όμως ο πειστικός τρόπος με τον οποίο εκφέρονται, σε αναγκάζει να πιστέψεις στη δυνατότητά τους. Πότε θα ’ρθει ο καιρός αυτού του ποιητή; Γιατί αυτός ο ήρεμος, σίγουρος άνθρωπος, που μεταλλάσσει τα πάντα μέσα του, είναι δίχως αμφιβολία ποιητής· κάθε του ποίημα πείθει γι’ αυτό και λειτουργεί σαν αποκάλυψη. Όμως το σημερινό και το αυριανό κοινό, δε θα τον καταλάβει για πολύ καιρό ακόμη, και ειδικά οι πληρωμένοι χειροκροτητές, που τόσο δυνατά τον χειροκρότησαν.
Ηεφημερίδα Allgemeiner Tiroler Anzeiger,
φ. 286, 13/ 12/ 1913.
Ο Γκέοργκ Τρακλ απέσπασε το θερμό χειροκρότημα του ακροατηρίου με τα πνευματώδη ποιήματά του (Η νεαρή υπηρέτρια, Ο Σεβαστιανός στο όνειρο, Βραδινή μούσα, Έλις, Σόνια, Άφρα, Το τραγούδι του Κάσπαρ Χάουζερ, Ελιάν) αν και ο τρόπος με τον οποίο διάβαζε ήταν καταλληλότερος για έναν ολιγάριθμο, οικείο κύκλο ανθρώπων παρά για το κοινό μιας τεράστιας αίθουσας· διάβαζε τόσο χαμηλόφωνα, ώστε η φωνή του μόλις που ακουγόταν. Η βραδιά αποτέλεσε λογοτεχνικό γεγονός για το Ίνσμπρουκ, και οι διοργανωτές θα λάβουν οπωσδήποτε τις πιο θερμές ευχαριστίες των ειδημόνων.