Πέμπτη 25 Απριλίου 2013

Μιχάλης Παπαντωνόπουλος: Η εξέγερση ως μία εκ των καλών τεχνών

Ο Δεκέμβρης 2008 και η «ποιητική» οικειοποίησή του

Η γενιά πίσω από τον Δεκέμβρη, έχει τη δική της φωνή, τη δική της τέχνη, το θέατρο, τον κινηματογράφο και την ποίησή της. Μια τέχνη λιγότερο φωτογενή από τον ψευδή τηλεοπτικό θρήνο, λιγότερο εντυπωσιακή από έναν καμένο κάδο, λιγότερο φλύαρη από έναν εξοργισμένο ρεπόρτερ.
(Θωμάς Τσαλαπάτης: Η λογοτεχνία μιας γενιάς και το "εμείς" του Δεκέμβρη, Εφ. Εποχή, 12/12/2010)

Εδώ και κάτι περισσότερο από δύο χρόνια, το αισθητικό σημαινόμενο της έννοιας «εξέγερση» εξακολουθεί αφενός μεν να «τρέχει» τη φθορά του στη γλώσσα του έντυπου και ηλεκτρονικού Τύπου που το επικαλείται ως βία, αφετέρου δε να διεκδικεί τη δημόσια ύπαρξή του -σε τοπικές κινήσεις πολιτών, ανοιχτές συνελεύσεις και αυτοδιαχειριζόμενους χώρους, αλλά και απλές χειρονομίες αλληλεγγύης, π.χ. όταν αφήνεται ένα εισιτήριο σε ισχύ πάνω στο ακυρωτικό μηχάνημα του μετρό για τον επόμενο επιβάτη- ως μία πλήρης πράξη που παρεμβαίνει προς την επανάκτηση της λαϊκότητας του καθημερινού μας πολιτισμού∙ μιας λαϊκότητας, που «ενοχοποιήθηκε», με ασφυκτικές συνέπειες, από τα μέσα χρόνια της μεταπολιτευτικής περιόδου και ύστερα.

Το πρώτο μέρος αυτής της θέσης επιβάλλεται με την εξουσία τής βαθιά συντηρητικής διαλεκτικής του τρόμου που ασκεί ο κυρίαρχος Λόγος στην επιδίωξή του να καταστείλει την εξεγερτική διάθεση των πολιτών, αποδίδοντάς της χαρακτηριστικά απειλής έναντι στη φαντασιακή συναίνεση και συνοχή της κοινότητας για τη διασφάλιση των «εθνικών» συμφερόντων, τα οποία -παραδόξως!- δεν εγγυώνται καν την αξιοπρέπεια της ατομικότητας που καλείται να ταυτίσει τη θυσία της με την έπαρση της άρχουσας πολιτικής και οικονομικής κάστας. Η κοινωνική ανυπακοή προς αυτόν που εγκαλεί τους πολίτες για έλλειμμα νομιμοφροσύνης, μολονότι ο εγκαλών διατηρεί το μέρισμά του στη διαιώνιση τού εν λόγω προβλήματος και όχι στη λύση του, προβάλλεται ως μια κατάσταση «ανοιχτής» -όσον αφορά την αβεβαιότητα των συνεπειών που δύναται να προκαλέσει στην κοινωνία- εξέγερσης, πάνω στο παραμορφωτικό τζάμι που σηκώνουν τα μέσα ενημέρωσης και οι φορείς του δημόσιου βίου (σε επίπεδο οργάνων και θεσμών ή μεμονωμένων προσώπων), προκειμένου να αναγνωρίσουν την ενστικτώδη αντίδραση συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων ως τι «ξένο». Παροξυσμοί συνθηματολογικής κοπής, όπως η αναγγελία περί «επανάστασης του αυτονόητου», δεν είναι τίποτε άλλο από ακραίες αντικοινωνικές συμπεριφορές, οι οποίες στοχεύουν στην ένταση του αισθήματος αποξένωσης μεταξύ των πολιτών, μετερχόμενοι σημειολογικά είτε την ψυχική ροπή των τελευταίων να εξεγερθούν είτε τη συμπάθεια σημαντικής μερίδας του κόσμου προς ανάλογες κινητοποιήσεις και εκδηλώσεις, που εκφράστηκε συχνά μέσα στη τελευταία διετία έστω και στα όρια της ανοχής, ώστε συγχρόνως να τις ακυρώσουν.

Μέσα σε αυτή την εξουσιαστική συνθήκη του Λόγου, αναπτύσσεται όμως και ο δεύτερος όρος της θέσης που σημείωσα στην αρχική παράγραφο: μια «ανοιχτή» -σε επίπεδο συμμετοχής και χωροχρονικού πεδίου- εξέγερση πολιτών που συμβαίνει ως πραγματικότητα, αν και χωρίς πραγματιστικό τέλος. Δεν θα επεκταθώ στην αναφορά συγκεκριμένων κινήσεων και πρωτοβουλιών της εν λόγω δράσης∙ εν τούτοις, πρέπει να επισημανθεί πως αυτή η «ανοιχτή» κατάσταση υπάρχει περισσότερο ως αναγκαιότητα που αυτό-οργανώνεται ενστικτωδώς κόντρα στην αισθητική ενός φθαρμένου πολιτικού, πολιτιστικού και οικονομικού μοντέλου, παρά ως εκτίμηση των δυνατοτήτων της με την ανάλογη αξιοποίηση αυτών, αναδεικνύοντας την αυτοδιάθεση της ίδιας της ζωής, καθώς η σχέση κράτους-πολίτη μοιάζει να στηρίζεται πλέον στην αρχή του «τίποτε δεν είναι συμφωνημένο»∙ αναδεικνύοντας την αγάπη για τη ζωή, καθώς η εξέγερση φύσει μοιράζεται και ενώνει υπερβαίνοντας άτομα και συλλογικότητες, δίχως να συμφέρεται ποτέ σε ένα κοινό άθροισμα.

Η προβολή της παραπάνω κατάστασης στο καλλιτεχνικό πεδίο, και δη και στην ποιητική τέχνη, με επαναφέρει στο κείμενο του Θ. Τσαλαπάτη, απ' όπου το δάνειο εισαγωγικό παράθεμα. Θεωρώντας καταχρηστικό τον όρο «γενιά» -μέρισμα ενός ούτως ή άλλως φθαρμένου Λόγου που ασκεί την εξουσία του φιλολογικά- και νοώντας τον σε επίπεδο καλλιτεχνικών ατομικοτήτων που νέμονται τον ίδιο βιωμένο κόσμο -σε χρονική εγγύτητα και μόνο-, διατείνομαι πως η νεοελληνική κοινωνία (και η πολιτισμική της διάνοια) βρίσκεται πλέον μπροστά σε ένα «ανοιχτό» ποίημα. Η παράμετρος που θέλει ορισμένους από τους φορείς αυτής της σύνθεσης να έχουν εμφανιστεί στο δημόσιο χώρο της λογοτεχνίας πριν τον Δεκέμβρη του 2008, προβαίνει ως παραδοξότητα μέσα στην μικροαστική αντίληψη που καλλιέργησε -με φρικιαστική επιμέλεια- ο καπιταλιστικός φιλελευθερισμός των τελευταίων δεκαετιών∙ καθώς, η σύγχρονη κοινωνία έμαθε να αγνοεί το βάραθρο της αλήθειας της, εκτός κι αν αυτό παρουσιαστεί ως βία και γεγονός - και συνήθως για όσο το επιτρέπει ο διαφημιστικός χρόνος. Ως εκ τούτου, η πρόσφατη και νεότερη ομάδα ποιητών (προφανώς δεν αναφέρομαι μόνο σε όσους δημοσίευσαν εργασίες τους πριν τον Δεκέμβρη του 2008, αλλά και στη «σπορά» αυτής της εξέγερσης) καλείται να διαχειριστεί το ιστορικό επεισόδιο ως πολιτισμική και καλλιτεχνική προοπτική∙ καλείται να προσδιορίσει τη φαινομενολογία της «ανοιχτής» εξέγερσης κι όχι να στήσει τη λογοτεχνική παρουσία της επινοώντας -ενδεχομένως- την καταβολή και την ταυτότητά της. Αφοριστικά μιλώντας, είναι η εξέγερση του Δεκέμβρη που έχει ανάγκη τους ποιητές της∙ και όχι αντιστρόφως. Και σε αυτόν ακριβώς τον πυρήνα αναγνωρίζεται η έννοια του «ανοιχτού» ποιήματος.

«Βέβαια», σημειώνει ο Αντονέν Αρτώ σε ένα από τα Επαναστατικά Μηνύματά του, «όλοι οι καλλιτέχνες δεν είναι ικανοί να κατακτήσουν εκείνο το είδος της μαγικής ταυτοποίησης των δικών τους συναισθημάτων με τις συλλογικές μανίες και αγωνίες του ανθρώπου». Το «ανοιχτό» ποίημα μπορεί να προσμένει συμπληρωματικά κι άλλες φωνές, αναζητώντας το σύμβολό του στο κάτεργο του ενός ποιήματος, ωστόσο δεν πρόκειται για μια αφομοιωτική διαδικασία που θα ανακαλύψει εκλεκτικές συγγένειες και συγκλίνουσες ιδεολογικές και κοινωνικές ενατενίσεις εκεί που δεν υπάρχουν - πόσω μάλλον να επινοήσει την ποιητική διάνοια κατ' όπου αυτή εκλείπει. Είναι προφανές πως οι δημιουργοί του «ανοιχτού» ποιήματος ενώνονται σε κείμενα με «ξένες» ρίζες, ένταση και προοπτική στον μεταξύ τους συσχετισμό, με την καλλιτεχνική ανισότητα να προβάλλει ως εγγενές χαρακτηριστικό του εγχειρήματος.

Εξίσου εγγενής είναι ο κίνδυνος της παρανόησης, που ισχυρίζεται μετά βεβαιότητας πως ό,τι ομοιάζει τη μορφή του ποιήματος, συντηρώντας τον «ανοιχτό» του χαρακτήρα στην άρνηση της αισθητικής αναζήτησης -σε επίπεδο γλώσσας, σύλληψης, ποιητικής ανθρωπολογίας κ.ο.κ.-, νέμεται αυτόχρημα και την αντιεξουσιαστική συνθήκη της ποιητικής ηθικής ή ανάγεται σε εξεγερσιακή πράξη, δίκην ενός άκρατου λεκτικού υπερθεματισμού. Εφόσον η αίσθηση και η αισθητική της εξέγερσης και του «ανοιχτού» ποιήματος γίνονται αντιληπτές με τέτοιους περιορισμούς, σε μια περίοδο παραφοράς και απόγνωσης, όπου διακυβεύεται η ισορροπία της νεοελληνικής κοινωνίας, οι νεότεροι ποιητές, εάν ξεσπάσουν εαυτούς σε ένα ποίημα απλώς αντιδραστικό, ενδεχομένως να «εξαφανιστούν», δίχως αυτή η εξέλιξη να σημάνει κάποια ουσιαστική απώλεια για την ίδια την ποίηση ή την εποχή τους.

Εν τούτοις, είναι ευρέως αποδεκτό πως η νεότερη ηλικιακά ομάδα ποιητών [σημ.: η «ονοματολογία» δεν αποφεύγεται από διάθεση υποχώρησης μπροστά στη διαλεκτική σύγκρουση∙ ενδεικτικά παραπέμπω τον αναγνώστη στο άρθρο της «Εποχής», απόλυτα βέβαιος πως η αναγνωστική συνείδηση του καθενός -όπως και του υποφαινόμενου- θα αφαιρέσει ή/και προσθέσει ονόματα στη σχετική «λίστα»], η νεότερη ηλικιακά, λοιπόν, ομάδα ποιητών διαθέτει εκείνα τα καλλιτεχνικά και πνευματικά σύνεργα που της επιτρέπουν να μην εκπέσει από τις αισθητικές αξιώσεις της ποιητικής τέχνης στην προχειρότητα και τη συνθηματολογία, δίνοντας φωνή και υπόσταση στην ίδια την αισθητική της εξέγερσης∙ κοινωνώντας την έννοια της αυτοδιάθεσης στο έργο της ακόμα και σε επίπεδο μηχανισμών έκδοσης, προώθησης και διαμεσολάβησης της λογοτεχνικής αγοράς. Διότι η αισθητική της «ανοιχτής» εξέγερσης στρέφεται πρωτίστως ενάντια στην ατομικότητά μας, και συνεπακόλουθα σε κάθε είδους εξουσία που ασφυκτικά επιχειρεί να την ορίσει. Διότι, σήμερα, η αισθητική της «ανοιχτής» εξέγερσης είναι αδιανόητο να ταυτίζεται με την εικονική πραγματικότητα της αστικής παρατήρησης. Διότι το «ανοιχτό ποίημα» γράφεται στο αισθητικό χάσμα που αναπτύσσεται ανάμεσα στην εξεγερμένη ποιητική διάνοια και τον φθαρμένο Λόγο, προσβλέποντας μάλλον στην ανάδειξη του ρήγματος παρά σε έναν απλό επαναπροσδιορισμό του περιθωρίου. Η εξέγερση ως μία εκ των καλών τεχνών προβάλλει ως το μόνο πρόταγμα της ποίησης, αν θέλουμε πλέον να πάψουμε να μιλάμε για παράλληλες ατομικότητες και ίσκιους που βαδίζουν μελαγχολικά τη Μεσολογγίου.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Αυγή", φ. 30/1/2011

Παρασκευή 8 Μαρτίου 2013

Κύπρου Λόγος (.poema..) τχ. 18



Γιώργος Καλοζώης, Το μάθημα της περίληψης, Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2011

Στην έκτη ποιητική συλλογή του Γιώργου Καλοζώη, κάθε ποίημα ανοίγεται ως χάσμα -κάθετο και βαθύ- στην ανθρώπινη συνείδηση. Η οντολογία του ποιητή -με τα αλλόκοτα πλάσματά της που υφίστανται αλλεπάλληλες μεταμορφώσεις και κινούνται ως μηχανικά «αυτόματα»- δεν αποκαλύπτεται συγχρονικά με τη ροή της οικείας πραγματικότητας, ούτε και έξω απ' αυτήν: σχεδόν φασματικά. Η ανθρώπινη συνείδηση στήνει τους δικούς της διανοητικούς θύλακες για να αντεπεξέλθει στην παραφροσύνη της καθημερινότητας, τέμνοντας τον ατελή και ακατανόητο κόσμο όπως μας δόθηκε μέσω οποιασδήποτε «διδασκαλίας» - κοινωνικής, πολιτικής, ακόμη και γλωσσολογικής. Για τον Καλοζώη αυτός ο κόσμος είναι μια διαρκής μεταφορά. Γράφεται ως ένα σχήμα που μετατοπίζει την ουσία των πραγμάτων από τη συμφωνημένη -σε επίπεδο κοινότητας- λειτουργία τους σε μια πιο αυθαίρετη ερμηνεία, η οποία δηλώνει εγγενώς πως δεν κατέχει την αλήθεια. Ετσι, ο Καλοζώης συνθέτει κατά παράταξη σπαράγματα της ανθρώπινης διανοίας, που καλούνται να προσδιοριστούν μέσα στην απορία για την υπόσταση της κοινωνίας ή και της ίδιας της ποίησης. Οι «ερωτήσεις» του Καλοζώη γίνονται υπό καθεστώς κριτικής αφέλειας, μιας στάσης που φέρνει τον άνθρωπο εγγύτερα στο αρχέτυπο της ύπαρξής του, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο κόσμος γίνεται λιγότερο ξένος. Ο κόσμος -στην περίληψή του που είναι το βλέμμα- δεν καταλήγει πουθενά: η οδυνηρή αυτή συνειδητοποίηση αποφορτίζεται στην «παιδικότητα» με την οποία εκφέρονται οι ερωτήσεις του ποιητικού υποκειμένου. Ουσιαστικά, με αυτό το τέχνασμα ο άνθρωπος συνεχίζει να διερωτάται και ν' αναζητά: για να μην πεθάνει πριν πεθάνει. Σε αυτόν τον χαμένο παράδεισο της «παιδικής μωρίας» δοκιμάζει να επιστρέψει ο δημιουργός ως αυτός που αγνοεί κι όχι ως Ξένος που πρέπει να θανατωθεί για να συνεχιστεί απαράλλακτη η φθορά των πραγμάτων. Κι εκεί ανασαίνει η ποίηση του Καλοζώη, ισορροπώντας μεταξύ ονείρου και ρεαλισμού, στον πνευματικό καθρέφτη που ορθώνει κάθε ποίημα απέναντι στο υποκείμενό του για να αντικρίσει την τρομώδη ομορφιά ενός κόσμου που πάσχει να επιβιώσει.


Πάμπος Κουζάλης, Eνα, Εκδόσεις Παράκεντρο, 2011
Από την αδυναμία -ή αδυνατότητα- της κυπριακής διαλέκτου να εκφράσει το εύρος της καλλιτεχνικής διανοίας και των συναισθηματικών τόνων που δοκιμάζει το ποιητικό υποκείμενο, μέχρι τη σχεδόν προγραμματική και επιβαλλόμενη -έξωθεν του κειμένου- χρήση του ιδιώματος, κάποιος επιλέγει -με αποφατικό τρόπο- να πει ότι η γλώσσα του ποιήματος ακυρώνει, αναιρεί, σαρώνει˙ ότι η γλώσσα του ποιήματος ακυρώνεται, αναιρείται, σαρώνεται˙ ότι η γλώσσα του ποιήματος ομοιάζει με το πένθος: είναι καθαρά ιδιωτική υπόθεση. Ετσι, το Ενα του Κουζάλη εκφέρει τη δική του προοπτική για τη γλώσσα του ποιήματος συνδέοντας αρμονικά τύπους της κυπριακής καθημερινής συναλλαγής με την «επίσημη» νεοελληνική, με διάσπαρτες λέξεις της διαλέκτου ενσωματωμένες στη «μητροπολιτική» γλώσσα ή με δύο εκ των καταληκτικών ποιημάτων της συλλογής γραμμένα εξ ολοκλήρου στο κυπριακό ιδίωμα. Αποκεί και πέρα, ο Κουζάλης αρθρώνει λυρικά έναν έκπτωτο τόπο όπου οι πρωταγωνιστές των ποιημάτων, στην πλειονότητά τους εγκάτοικοι ή κληρονόμοι κάποιου παλαιού αστικού οίκου ή της ζωής στην κυπριακή ύπαιθρο, κινούνται φασματικά. Το πεπερασμένο συμπυκνώνεται σε ένα ανεπαίσθητο κίνημα του χεριού ή του σώματος, στη θέαση ενός προσφιλούς ή «αγνώστου» αντικειμένου που θυμίζει την κάποτε αίγλη και ευμάρεια. Ωστόσο, η μνήμη της γλώσσας δεν θρηνεί την πτώση˙ αλλού τραγουδάει την απολεσθείσα αρχοντιά του αστικού βίου κι αλλού τον ιδιότυπο ηρωισμό των πρωταγωνιστών της είτε στους μικρούς θανάτους που αφορούν την ερωτική τους επιθυμία, είτε στην τραγωδία των αγνοουμένων με την τουρκική εισβολή του '74 είτε στην καθημερινότητα ενός μετανάστη στην Κύπρο του σήμερα. Σε κάθε περίπτωση, αυτή η μνήμη προφέρεται γυμνή -μες στην ειρωνεία και τον σαρκασμό της, ναι- μα γυμνή όσον αφορά την καθαρότητα με την οποία μεταδίδεται στον αναγνώστη, δίχως ρητορικές εκπτώσεις. Κι αυτή η μνήμη κλιμακώνεται από ποίημα σε ποίημα, με τον Κουζάλη να έχει «χτίσει» μια ποιητική συλλογή με ισχυρούς συναισθηματικούς αρμούς, σαν να πρόκειται το Ενα για μια ενιαία καλλιτεχνική σύνθεση που προεκτείνει σε ετερόκλιτες νοηματικά ενότητες τα μέλη της.


Για περισσότερα: http://www.poema.gr/dokimio.php?id=326

Σάββατο 26 Ιανουαρίου 2013

Οι Δώδεκα: Μια ημιτελής συμφωνία


Αν ήμουν ερωτευμένος
δεν θα περίμενα μισόν αιώνα ψέματα
[…]
γυμνός στο δρόμο θα ’βγαινα να διαδηλώσω την καρδιά μου
Ζ. Δ. Αϊναλής


Αλεξάνδρας – η λεωφόρος. Μπαλκόνι: επέκταση πορείας. Πιο πέρα, τ’ όρος: όπου σπηλιά γέρνει βαθύτερα κεφάλι – ζαρωμένο τη γαλήνη στο ύψος μάτια. Κάποιος σκεπάζει βλέφαρα το πλήθος. Ανδρέας:

Εδώ η τρέλα επινοεί μια κόγχη έρημο:
σκοτάδι μαύρο τρωκτικό – και γύρω,
πείνα κόκαλο ως το βαθύ ψοφίμι.

– Αυτή την έξοδο φαντάστηκες Λαό;

Δες: έρχονται από πού το κτήνος μαίνεται
ένδεια και κραυγή την υπερούσια χώρα
– χιλιάδες νύκτες βήματα κατά το χέρι
που υπολείπεται θεό στην προσφορά του.

Κι’ ένας γυρίζει μάτια στη σκιά   Και ξεχωρίζει
σπλάχνα θηλαστικό να τρίζουν άσπρη άσπιλη φωτιά
τα δόντια στην καρδιά του   Κι’ άλλος
υψώνει δώδεκα δάχτυλα φωνή στον πυρετό ουρανό
– και κάτι ξένο ματώνει ο λόγος ακατάληπτα.

Πώς επιμένεις βράχους; Ότι πληθαίνουν άνθρωποι
στα χάσματά τους   Ότι προφέρουν –Κύριος– τ’ άθροισμά σου
και γονατίζουν και συμφέρονται ένα μέρισμα κοινό;

Κι’ αν χρεωθείς την ύστερη απαντοχή του πνεύματος:
δεν θα σημαίνεις του θανάτου; Ιδού: ασάλευτος
βουβός   μετέωρος   στην έκσταση του ζώου ανάμεσα
και τον φρικτό σπασμό – εσύ: πέτρα και σάρκα και σπαθί•
εσύ: ο χαλκός απ’ τις πληγές και η απότομη στροφή
του αγέρα και η παραφορά
που κομματιάζει ρίγη σκοτεινό το μέτωπο – δεν βλέπεις;

Πέντε άζυμα ψωμί και δυο αγκίστρια λέπι   Τώρα
ποιο πλάσμα ζωντανό ποια ζάλη εντός
δεν σέρνει δαίμονα βοή τα πέλματα στην άμμο;

– καν δεν γνωρίζεις τι σφαγή είν’ ένας λάκκος άνδρες.

Τετάρτη 2 Ιανουαρίου 2013

Σεμιόν Κιρσάνοβ: Όνειρο μέσα σε όνειρο




Όνειρο μέσα σε όνειρο

1.
Ούρλιαζα όλη νύχτα.
Κανείς δεν άκουσε,
κανείς δεν ήρθε.
Και πέθανα.

2.
Πέθανα.
Κανείς δεν ήρθε,
κανείς δεν άκουσε.
Ούρλιαζα όλη νύχτα.

3.
Πέθανα
κι ούρλιαζα όλη νύχτα.
Κανείς δεν άκουσε,
κανείς δεν ήρθε.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ

Κυριακή 2 Δεκεμβρίου 2012

Οι Δώδεκα: Μια ημιτελής συμφωνία


Je ne sais pas d'autre bombe, qu'un livre.

Stéphane Mallarmé


Αθήνα. Κέντρο βαθιά: κατ’ όπου αγέλη. Κι’ ήλιος φτερούγα δεν αρκεί – νυκτώνει δυο σκιές έξω απ’ τον άνεμο: στην πέτρα και τα πράσινα ερπετά του. Κι’ η πρώτη: δράμει χέρι δύσλυτο – κάτι λιγνό σαρκός και ρούχο τρίχινο• ως που και χάνεται αλάτι γη σε δάχτυλα άνθρωπο νεκρά. Κι’ η δεύτερη ταράσσει ανέγνωρη, βραχνή λαλιά στην κλήση: Ναθαναήλ

: Πότ’ έθρεψε κάτι αγαθό στα σπλάχνα της
αυτή η πόλη – πότ’ έδωσε κρίνο ανθό τη γέννηση
πάνω σε κόψη αγκάθια; Και τώρα
πώς γέρνει το σκούρο βυζί της σε στόμα προφήτη;

Χθες, μόλις:
έμποροι και αυλικοί κι’ ιερείς και πατριώτες
μετρούσαν νόμισμα χαλκό τη ράτσα των παιδιών τους
στον πάγκο ενός θεού ενεχυροδανειστή.

Σ Κ Υ Λ Ι Α  Φ Υ Λ Α Τ Ε  Τ’ Α Φ Ε Ν Τ Ι Κ Α  Σ Α Σ

: Η οφειλή του κτήνους σε άνθρωπο και τη ξεθάβουν
χώμα κόκαλο στο πτώμα Ελλάδα.

Ύστερα πληρώνεις πορφύρα αμέθυστο
για ένα γυαλί σκοτάδι: κανένας δεν εγείρει άρνηση
στον έμπορο παροξυσμό μίας τέτοιας πράξης.

Ας είναι Δεν διατίθεμαι
να σύρω το Κακό από το πνεύμα Του.

Μόνο ποιος χόρτασε βυθό τα πάθη ως την τρέλα
γνωρίζει –φάσμα– τον τυφλό θόρυβο της ψυχής:
γλώσσα κομμένη πυρετός σ’ ένα πηγάδι νύκτα
κι’ έρημος νύχια κοφτερά σπαρακτική.

Στάσου! Ακόμη διεκδικώ το μέρισμα
σε δύο σίδερα καρφί – το λιγότερο, σπορά•
θέλω να πω Κάποτε κι’ ο βωμός
σηκώνει τους νεκρούς στον ουρανό του.

Τετάρτη 21 Νοεμβρίου 2012

Mihàlis Papandonòpoulos: "D" (1-6), traduction: Michel Volkovitch


Le rouge s'ouvrait dans la mémoire:
une fissure dans le tendre corps
d'une alouette morte


1

Je ne voulais pas savoir son nom —
elle souriait et les dents
tombaient par terre
elle parlait sa bouche saignait d'erreurs.

Une fille en enfer,
on me l'a présentée un jour. Elle portait
sa langue toute blanche et tenait
ma main dans sa main.

Je cherchais à l'aveuglette
le chemin vers la suivante.


2

Peu avant minuit
et derrière le rideau
elle revêtait une peau rouge épaisse,
coiffait ses cheveux
ouvrait la fenêtre dans la maison intérieure
et la nuit affluait.
"Rien ne se fait par hazard", me disais-je,
"rien", et je me levais le matin
la mâchoire douloureuse.


3

D. se retirait dans le coin
— les jambes dans la poix jusqu'aux cuisses —
s'agenouillait relevait ses cheveux
et secouait les étoiles de sa nuque.

Il me semblait sentir ce qui s'était passé —
je déracinais les blancs cyclamens
qui avaient réussi à paraître
sous ma langue.


4

Une voix derrière soufflait et s'animait,
mon bras s'engourdissait. Je n'entendais pas
la nouvelle question et si c'était
ton sang à toi et de plus
à la lumière du jour ?
Mais non et je calmais
un souffle en déficit. (Je pensais à un visage
sur mon visage un martyre : oreilles
posées en hâte, bouche mal cousue
empruntée à moi) et pas de crimes: blessures
soupçon, sol tapissé par la nuit lourde et dépouillée.
Et ses lèvres se pinçaient, se pinçaient: je lisais "racine"
et une voix derrière soufflait et diable
Il n'y avait pas seulement la main dans sa main
elle persistait dans mon refus.


5

Et je devais tendre les bras sans cesse
aller tout aussi hésitant
dans le plein de la lumière ou dans l'obscurité
la plus naturelle car on ne sait jamais quand tes yeux
ne verront plus l'intérieur de la distance
ni comment l'aveuglement
fait de sa victime un saint — enroué
debout près du tas de bois
par le visage, le seul et unique geste
parlait destin
et dès que son corps s'ouvrait
en croix, noires, supposais-je
s'allumaient ses veines au plus profond.
Et je saignais de sueur,
glacé, "spectre" m'écriais-je
"s p e c t r e" par ma voix
et comme son côté j'arrivais en furie:
le mur, son couloir secret —
des pas et d'autres pas montaient
emportaient la tête.
[Sa bouche suspendue
qui avait répété aveuglement
et souri toutes dents dehors,
tenait à présent un rythme métallique
écrivant des formes des oiseaux
sur la fièvre ciel: étroit plafond.]


6

On voyait
la femme dans l'auberge elle semblait partager
un difficile repentir: tandis
qu'en rêve elle agitait les bras —
elle tournait les aiguilles,
jetait des cordes rouges aux quatre coins
et posait mon manteau
sur mes épaules, doigts blancs, cheveux —
(Cela m'étonnait toujours
un siège vide et dans son ombre
deux têtes vertes)
— et montrait dessus à demi rongée la lampe.

Τετάρτη 24 Οκτωβρίου 2012

Ουίλιαμ Μπάτλερ Γέητς: "Ποιήματα", Εκδ. Εκάτη

Όχι άλλη Τροία

Tι φταίει αυτή που γέμισε τις μέρες μου
με θλίψη, τι φταίει αυτή που –τώρα τελευταία–
δίδαξε στους αδαείς τούς πιο βάναυσους τρόπους
και τα στενά να παίρνουν για λεωφόρους, τι φταίει
αν δεν έδεσε αρμονικά το θάρρος τους με την επιθυμία;
Tι άλλο θα της χάριζε γαλήνη; Δεν εξάγνιζε
η ευγένεια το μυαλό της σαν άσπιλη φωτιά•
δεν ήταν όμορφη σαν τόξο τεντωμένο,
πράγμα παράξενο, αφύσικο σ’ αυτήν την ηλικία•
δεν έδειχνε αυστηρή, απόμακρη και αριστοκρατική;
Tι άλλο να ’κανε τέτοια που ήταν;
Mήπως υπήρχε –να την κάψει– κι άλλη Tροία;

(Το πράσινο κράνος και άλλα ποιήματα, 1910)
Μτφρ.: Μ.Π.

Τρίτη 9 Οκτωβρίου 2012

Παρασκευή 5 Οκτωβρίου 2012

Mihális Papantonópoulos: From "D" (Translation: Yánnis Goúmas)


V

And I had to keep my arms spread out all the time
and equally hesitant to walk into
the full light or yet the most natural
darkness, for you never know when inner distance
will disappear from sight
and how blindness makes
a saint of its victim; hoarse
he, standing by the framed
face, with the same one motion
he spoke of destiny
and the moment his body
stretched to a cross, I imagined his veins
burning black deep inside.
And I sweated blood,
I froze, ‘’ghost’’ I burst out,
     ‘’ghost’’ I bawled
and as I came frenziedly towards him:
the wall, his secret passage;
footsteps and more footsteps mounted up,
taking the head.
[His beetled mouth,
which repeated blindness
and smiled a row of teeth,
now kept a metallic rhythm
and inscribed shapes-cum-birds
in the feverish sky: the scanty ceiling.]


VI

The woman
could be seen in the guests’ room and you think she shared
an arduous repentance, as she moved
her arms in a dream;
she turned the hands of the clock,
she threw red ropes in all four corners
and she covered my shoulders
with an overcoat, white fingers, hair;
(I always wondered
at that empty seat, in its shadow
two green heads)
– and she pointed up to the dilapidated lamp.


VII

And the neck protruded stony
and the breast protruded crimson;

yellow rain fell
to wash the blood
off my hand and a sick
place burnt with its spasms
and scars

as that autumn: waking up
on a square-patterned fabric
        and next to the woman;
my fingers had aged abruptly
and fell deeply in her hair,
shaking and fumbling onto
                       a taut vein

and I was always thinking stone
and how hard it is to resist desire;
because what it wants, it buys with the soul.
And suddenly the other body went missing.
And what I now strived to close in my eyes:
black nails and skin
and deep water in the furrows of my hands.


VIII

And her hand whitened
terribly on my face
(between the eye and that old broken
wrinkle: whatever stony she found on ths skin)
– and thus it hang and creaked
and whenever it made to push aside the hair from my brow
I remembered walls behind: the woman
sat quietly on her chair
counting crosses on her fingers, when
wood reddened on the door’s darkness;
she instantly shook the dust off her knees,
got up from memory, and started
dragging two sigmatized feet
deep root, root she insisted, confirming
exits as she exited.


IX

And the neck protruded stony and the breast
protruded crimson.

I quietened the flesh in mere grimaces;
I fixed my gaze on the icon:
larks black white feathers
fell all around and the sensual body
I regarded as a cloud; an all-powerful light
will crush me.