Οι Εκδόσεις Ακτίς, σε συνεργασία με το ΚΑΝΑΛΙ 6 και το Ίδρυμα «Πανίκος Μαυρέλλης», διοργανώνουν το 1ο Λογοτεχνικό Συνέδριο «Ακτίς», Σάββατο, 3 Μαρτίου 2012, 5 μ.μ., στο Κέντρο Τεχνών του Ιδρύματος «Πανίκος Μαυρέλλης» στη Λεμεσό (Ειρήνης 71).
ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ Γιάννης Ιωάννου, «Σύντομη αναφορά στις ιδιαιτερότητες της ποιητικής γενιάς του ’74» Λευτέρης Παπαλεοντίου, «Για τη συγγραφή μιας Ιστορίας της νεότερης κυπριακής λογοτεχνίας: Προβλήματα και προβληματισμοί»
ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ Γιώργος Πήττας, «Λόγος Περι-Ποιητικός» Γιώργος Μύαρης, «Τα λογοτεχνικά περιοδικά της Κύπρου. Μια αποτίμηση»
Ο Δρ Χ. Γκ. Κ. έσκαβε έναν λάκκο για να ρίξει το ψοφίμι ενός αλόγου, όταν ρώτησε στα γερμανικά: «Γνωρίζετε τον Χαίλντερλιν;»
«Ποιος είν’ αυτός;» γρύλισε ο Γερμανός φύλακας.
«Ο συγγραφέας του “Υπερίωνα”», απάντησε ο Δρ Χ. Γκ. Κ., ο οποίος είχε την τάση –πιθανώς, σε βαθμό πάθους– να δίνει εξηγήσεις. «Η σπουδαιότερη μορφή του Γερμανικού Ρομαντισμού. Τον Χάινε, μήπως;» προσπάθησε πάλι.
«Ποιοι ’ν’ όλοι αυτοί;» γρύλισε ο φύλακας, πιο δυνατά από πριν.
«Ποιητές», απάντησε ο Δρ Χ. Γκ. Κ.. «Τον Σίλλερ; Δεν μπορεί, κάποτε κάπου κάτι θα ακούσατε για τον Σίλλερ!»
«Για τον Σίλλερ… Και βέβαια», έγνεψε καταφατικά ο Γερμανός φύλακας.
«Για τον Ρίλκε;» επέμεινε ο Δρ Χ. Γκ. Κ.
«Ασφαλώς, και γι’ αυτόν», αποκρίθηκε ο Γερμανός φύλακας· αμέσως έγινε κόκκινος σαν πάπρικα και πυροβόλησε τον Δρα Χ. Γκ. Κ. στο πίσω μέρος του κεφαλιού.
Στις 22 Μαρτίου 1972, έβρεξε όλη μέρα· κι εγώ πήρα σχήμα σε ένα πολύ όμορφο μέρος. Μπορώ να σας δώσω και την ακριβή τοποθεσία: μπροστά από το κτίριο στην οδό Ντράβα, αρ. 7, Βουδαπέστη, 13ο διαμέρισμα – εκεί που έχει μια τρύπα στο πεζοδρόμιο.
Ε, ναι, λοιπόν, αυτό ήταν το σπίτι μου και πλήθος εκείνοι που πατούσαν μέσα μου, κι ύστερα στρέφανε πίσω το βλέμμα και μ’ έβριζαν και με βλαστήμαγαν με λόγια που δεν τολμώ καν να επαναλάβω. Για δύο μέρες ήμουν ένα νερόλακκος που δεχόταν κάθε προσβολή. Όλοι γνωρίζουν πως ο ήλιος έλαμψε πάλι στις 24 του μήνα. Αχ, τα παράδοξα της ζωής. Δενπρόλαβενακάνειλιακάδακιαμέσωςστέγνωσα!
Τι να πω; Έτσι δεν έπρεπε να κάνω; Μήπως γελάστηκα; Μήπως είχα υπερβολικές προσδοκίες από τους ανθρώπους της οδού Ντράβα στον αρ. 7; Όχι πως έχει καμιά σημασία πλέον, αλλά καλό θα ήταν να ξέρω· εξάλλου, νερόλακκοι δεν θα πάψουν ποτέ να σχηματίζονται σ’ εκείνο το σημείο. Τι κι αν χάνεται, κι αν φεύγει η ζωή στο άψε-σβήσε, κι οι μέρες μας είναι μετρημένες – όσο ήμουν κει κάτω, μια νέα γενιά ξεμύτισε, ολοζώντανη κι έτοιμη για δράση: φιλόδοξοι νερόλακκοι, νερόλακκοι με δυνατότητες, που με βομβάρδισαν ανελέητα με ερωτήσεις, π.χ. «Τι να περιμένουμε απ’ αυτή την πολλά υποσχόμενη τρύπα;»
Όμως, λίμνασα μόλις δυο μέρες· τι περισσότερο μπορώ να ξέρω για τη ζωή παρά πως είναι βάναυση· πως στη οδό Ντράβα φυσάει δαιμονισμένα· πως ο ήλιος λάμπει εκεί που δεν τον σπέρνουν – τουλάχιστον, σε αυτή την περίπτωση δεν στάζει η υδρορροή. Αχ φίλοι μου, τι τρύπες, τι κατάθλιψη! Χείμαρροιοισωλήνες! Σακουλιασμένοι δρόμοι! Σπουδαίαπράγματατησήμερονημέρα! Νέοιμου, ακούστε: ΓραμμήγιατηΝτράβα!
Ξεφυλλίστε ή "κατεβάστε" ελεύθερα το βιβλίο στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://www.vakxikon.gr/content/view/1035/4676/lang,el/
Δωρεάν
Ζούμε δωρεάν∙ τ’ οξυγόνο είναι δωρεάν∙ τα σύννεφα, επίσης. Λόφοι, κοιλάδες: δωρεάν∙ βροχή και λάσπη: δωρεάν. Το αμάξωμα του αυτοκινήτου, η είσοδος στον κινηματογράφο, οι βιτρίνες, όλα είναι δωρεάν∙ δυστυχώς, δεν ισχύει το ίδιο για το ψωμί και το τυρί. Όμως, το θαλασσινό νερό είναι δωρεάν∙ η ελευθερία κοστίζει τη ζωή σου, μα η σκλαβιά είναι δωρεάν∙ ζούμε δωρεάν, δ ω ρ ε ά ν.
Aυτές οι ωραίες μέρες με κατέστρεψαν. Mια τέτοια μέρα παραιτήθηκα από τη δουλειά μου στο «Eυαγές Ίδρυμα». Mια τέτοια μέρα άρχισα το κάπνισμα. Mια τέτοια μέρα ερωτεύτηκα. Mια τέτοια μέρα ξέχασα να φέρω αλάτι και ψωμί στο σπίτι. Mια τέτοια μέρα επιδεινώθηκε η κατάστασή μου κι άρχισα να γράφω στίχους. Aυτές οι ωραίες μέρες με κατέστρεψαν.
Από το βιβλίο Ορχάν Βελί Κανίκ: "Ο δρόμος μου είναι πλατεία", μτφρ.: Μ.Π., "Βακχικον" - υπό έκδοση Δεκέμβριος 2011
Ό,τι αισθάνθηκαν τότε: δεν είναι γλυκό πέρα από κάθε μυστήριο και πάντα ακόμη επίγειο: όταν Αυτός, κάπως χλωμός ακόμη απ' τον τάφο, ελαφρύς, καθώς εκπλήρωσε το Χρέος, ήλθε κοντά της: παντού επί γης Αναστημένος. Ω, κοντά της πρώτα. Τι απερίγραπτη ίαση βρήκαν κι οι δύο. Σίγουρα, ίαση ήταν. Και δεν χρειάστηκε καν με δύναμη ν' αγγιχτούν. Για μια στιγμή και μόνο το χέρι Του, που εντός ολίγου έβαινε στην αιωνιότητα, ακούμπησε στον γυναικείο ώμο. Και άρχισαν γαλήνιοι, καθώς την άνοιξη τα δέντρα, κι αιώνιοι συγχρόνως, την εποχής της έσχατης Κοινωνίας τους.
Τώρα η δυστυχία μου πληρούται κι ανέκφραστη με κατακλύζει. Κοκαλώνω όπως η πέτρα μες στην καρδιά της κοκαλώνει. Κι έτσι σκληρή, γνωρίζω μόνο ένα: μεγάλωσες – ...... και μεγαλώνεις για να γίνεις μεγαλύτερος ακόμη πόνος απ' αυτόν που μπορεί η καρδιά μας ν' αντέξει. Κείτεσαι τώρα πάνω στην κοιλιά μου˙ και πλέον δεν μπορώ να σε γεννήσω.