Πέμπτη 18 Νοεμβρίου 2010

Νικολάι Γκόγκολ: Το ημερολόγιο ενός τρελού [6, 8, 9 Νοεμβρίου]


6 Νοεμβρίου

Ο τμηματάρχης μας τρελάθηκε. Μόλις ήρθα σήμερα στη δουλειά, με φώναξε στο γραφείο του και άρχισε ως εξής: «Πείτε μου, φίλε μου, ποιες άγριες, ποιες παράφορες ιδέες βασανίζουν τη σκέψη σας;» «Ορίστε; Τι πράγμα; Καμία απολύτως!» απάντησα. «Αναλογιστείτε, φίλε μου: περάσατε ήδη τα σαράντα∙ είναι καιρός πλέον να λογικευτείτε. Τι φαντάζεστε; Νομίζετε πως δεν ξέρω για τα καμώματά σας; Δεν φλερτάρετε την κόρη του διευθυντή; Δείτε τα μούτρα σας στον καθρέφτη και συνειδητοποιήστε τη θέση σας! Ένα μηδενικό – τίποτα παραπάνω. Δεν θα ’δινα δεκάρα τσακιστή για σας. Δείτε καλά τα μούτρα σας στον καθρέφτη. Πώς τολμάει ένα κακέκτυπο του ανθρώπινου είδους να κάνει τέτοιες σκέψεις;» Που να τον πάρει ο διάβολος! Επειδή η μούρη του είναι σαν γυάλα φαρμακοτρίφτη, επειδή έχει πάνω στο κεφάλι του έναν σγουρό θάμνο μαλλιά, τον οποίο άλλοτε χτενίζει προς τα πίσω κι άλλοτε φροντίζει να τον κολλήσει στο κρανίο του με τους πιο περίεργους και ευφάνταστους τρόπους, νομίζει πως έχει την εξουσία να κάνει ό,τι θέλει. Γνωρίζω πολύ καλά γιατί είναι θυμωμένος μαζί μου. Ζηλεύει∙ θα παρατήρησε πιθανώς την προτίμηση που μου δείχνει εκείνη. Γιατί να ενοχληθώ από τη συμπεριφορά του; Ένας αυλικός! Τι ασήμαντο, τι ποταπό ζώο πραγματικά! Έχει περασμένο το ρολόι του σε μια χρυσή αλυσίδα, φοράει παπούτσια αξίας τριάντα ρουβλιών και κομπάζει. Να τον πάρει ο διάβολος! Τι νομίζει; Πως είμαι γιος κανενός ράφτη, πως είμαι ταπεινής καταγωγής; Ε, όχι! Είμαι ένας ευγενής! Κι εγώ μπορώ να ανελιχθώ στην καριέρα μου. Είμαι μόλις σαράντα δύο ετών – σ’ αυτήν την ηλικία ξεκινάει ουσιαστικά η επαγγελματική σταδιοδρομία ενός άντρα. Μισό λεπτό, φίλτατε! Κι εγώ μπορώ να πάρω τη θέση του τμηματάρχη∙ ή και του διευθυντή, αν το θέλει ο καλός και ελεήμων Θεός. Η φήμη του ονόματός μου θα υπερβεί κατά πολύ τη δική σας. Έχετε την εντύπωση πως δεν υπάρχουν άνθρωποι πιο ικανοί από σας; Το μόνο που χρειάζομαι είναι ένα μοντέρνο παλτό και μια γραβάτα σαν αυτή που φοράτε∙ και τότε, σας διαβεβαιώνω πως θα βρεθείτε ευθύς αμέσως στο περιθώριο. Όμως δεν έχω χρήματα – αυτό είναι το κακό!



8 Νοεμβρίου

Ήμουν στο θέατρο. Έπαιζαν Φιλάτκα. Γέλασα με την καρδιά μου. Παρουσίασαν κι ένα είδος μουσικής κωμωδίας το οποίο περιείχε αρκετές πετυχημένες μπηχτές για τους δικηγόρους και κυρίως για έναν μορφωμένο ληξίαρχο. Η γλώσσα της ήταν προκλητική∙ απορώ πως την επέτρεψε η λογοκρισία. Κατηγορούσε τους εμπόρους για κλεψιά και τους γιους τους για έκλυτο βίο και ασεβή συμπεριφορά προς την αριστοκρατία. Ούτε τους δημοσιογράφους δεν άφησε ασχολίαστους∙ ειπώθηκε πως το μονό που μπορούν να κάνουν είναι να καταλογίζουν ατέλειες, σφάλματα και μειονεκτήματα στους πάντες και στα πάντα. Γι’ αυτό και αναγκάζονται οι συγγραφείς να εκλιπαρούν το κοινό να τους προστατέψει. Είναι απολύτως βέβαιο πως οι σύγχρονοι θεατρικοί συγγραφείς γραφούν διασκεδαστικά έργα. Λατρεύω το θέατρο. Κάθε φορά που έχω μια δεκάρα στην τσέπη μου, εκεί πάω και την ξοδεύω. Η πλειονότητα των συναδέλφων μου στην υπηρεσία συνιστά ένα ακαλλιέργητο κοπάδι αγροίκων∙ δεν διαβαίνουν ποτέ την πόρτα μιας θεατρικής αίθουσας, εκτός και αν πέσουν πάνω στα κεφάλια τους –σαν μάννα εξ ουρανού– δωρεάν εισιτήρια. Μια ηθοποιός τραγούδησε θεσπέσια. Σκέφτηκα εκείνη… μα, διάβολε, ας μην πω άλλα καλυτέρα.



9 Νοεμβρίου

Σήμερα πήγα στο γραφείο κατά τις οκτώ. Ο τμηματάρχης προσποιήθηκε πως δεν αντιλήφθηκε την άφιξή μου. Του ανταπέδωσα την περιφρονητική συμπεριφορά – σαν να μην υπήρχε. Μελέτησα και αντιπαρέβαλα έγγραφα. Κατά τις τέσσερις έφυγα. Πέρασα έξω απ’ το σπίτι του διευθυντή, όμως δεν είδα κανέναν. Δείπνησα, ξάπλωσα στο κρεβάτι μου κι έμεινα εκεί σχεδόν όλη νύχτα.


ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ

Τρίτη 16 Νοεμβρίου 2010

Νικολάι Γκόγκολ: Το ημερολόγιο ενός τρέλου [4 Οκτωβρίου]


4 Οκτωβρίου

Σήμερα είναι Τετάρτη κι ως συνήθως βρισκόμουν στο γραφείο. Σκόπιμα πήγα πιο νωρίς και διόρθωσα όλες τις πένες της Αυτού Εξοχότητας. Ο διευθυντής μας φαίνεται άνθρωπος ευφυής. Το γραφείο του είναι γεμάτο ράφια και βιβλιοθήκες. Διάβασα τους τίτλους μερικών βιβλίων του∙ σοφά βιβλία, πέρα από τη νοητική αντίληψη των ανθρώπων της τάξης μου – όλα στα γαλλικά ή στα γερμανικά. Και πού να δείτε την όψη του! Τα μάτια του αστραφτούν από μεγαλοπρέπεια. Ποτέ μου δεν τον άκουσα να λέει μια περιττή κουβέντα∙ μόνο όταν του παραδίδεις έγγραφα, μπορεί να σε ρωτήσει: «Πώς είναι ο καιρός έξω;» «Υγρασία, Εξοχότατε». Όχι, δεν είναι άνθρωπος της τάξης μας∙ πρόκειται πραγματικά για ένα σημαίνον πολιτικό πρόσωπο. Έχω παρατηρήσει όμως πως δεν με συμπαθεί ιδιαίτερα. Ας έτρεφε η κόρη του τουλάχιστον κάποιο αβρό συναίσθημα για μένα! Τι ανόητη σκέψη! Ας πάψω καλυτέρα. Διάβασα τη Μέλισσα του Βορρά. Τι ηλίθιοι άνθρωποι αυτοί οι Γάλλοι! Κύριε των δυνάμεων! Με πόση ευχαρίστηση θα τους καταχέριζα! Διάβασα επίσης την εξαιρετική περιγραφή μιας χοροεσπερίδας που έγραψε ένας μεγαλοκτηματίας από το Κουρσκ. Οι μεγαλοκτηματίες της συγκεκριμένης περιοχής γραφούν καταπληκτικά. Ύστερα, αντιλήφθηκα πως ήταν ήδη δωδεκάμιση η ώρα και πως ο διευθυντής δεν είχε φύγει ακόμα από το γραφείο του. Όμως, γύρω στη μια και μισή συνέβη κάτι που καμία πένα δεν μπορεί να περιγράψει. Η πόρτα άνοιξε. Νόμισα πως ήταν ο διευθυντής και πετάχτηκα από την καρεκλά μου, κρατώντας στα χέρια ένα σωρό έγγραφα και χαρτιά. Μα ήταν εκείνη! Η ίδια εκείνη μπήκε στην αίθουσα. Μα όλους τους Αγίους! Τι έξοχα ντυμένη που ήταν! Το φόρεμά της πιο λευκό κι από το φτέρωμα κύκνου. Τι θεσπέσια ομορφιά! Ήλιος – ένας πραγματικός ήλιος! Με χαιρέτησε και είπε: «Δεν έχει έρθει ο πατέρας μου ακόμα;» Αχ, τι μελωδική, αιθέρια φωνή. Καναρίνι – σωστό καναρίνι! «Μεγαλειότατη», ήθελα να της απαντήσω, «μην διατάξετε την εκτέλεσή μου. Μα αν κρίνεται αμετάκλητη η καταδίκη μου, τότε σκοτώστε με, με τα ίδια σας τα χέρια, τ’ αγγελικά πλασμένα». Ένας Θεός ξέρει γιατί δεν ξεστόμισα αυτά τα λόγια και αρκέστηκα σε ένα: «Όχι».

Με κοίταξε κι υστέρα έστρεψε το βλέμμα στα βιβλία και άφησε το μαντήλι της να πέσει. Αμέσως έσπευσα να τη βοηθήσω, μα γλίστρησα στο καλογυαλισμένο πάτωμα –καταραμένο!– και κινδύνευσα να σπάσω τη μύτη μου. Εντούτοις, κατάφερα να σηκώσω το μαντήλι. Ω ουράνιοι άγγελοι, τι υπέροχο μαντήλι! Τόσο λείο και απαλό και το ύφασμα: αρίστης ποιότητας. Ανέδυε το άρωμα της ανώτερης κοινωνικής τάξης. Εκείνη μ’ ευχαρίστησε και μου χαμογέλασε με τόση προσήνεια ώστε λίγο έλειψε να λιώσουν τα ζαχαρένια χείλη της. Ύστερα αποχώρησε από την αίθουσα. Παρέμεινα στο γραφείο περίπου μία ώρα ακόμα. Ξάφνου μπήκε μέσα ένας υπηρέτης. «Μπορείτε να πηγαίνετε σπίτι σας, κύριε Ιβάνοβιτς», είπε. «Ο διευθυντής έχει φύγει εδώ και ώρα». Δεν αντέχω αυτούς τους υπηρέτες! Στέκονται πάντα στον προθάλαμο και δεν καταδέχονται να σκύψουν το κεφάλι τους και να χαιρετήσουν τους καλεσμένους. Ή, ακόμα χειρότερα: κάποτε ένας αχρείος απ’ την κάστα τους μου πρόσφερε την ταμπακέρα του, χωρίς καν να σηκωθεί απ’ την καρέκλα. «Δεν ξέρεις, ηλίθιε δούλε, πως είμαι δημόσιος υπάλληλος και αριστοκρατικής καταγωγής;» Πήρα ήσυχα ήσυχα το καπέλο μου και φόρεσα μόνος το παλτό μου. Αυτοί οι άνθρωποι δεν σε βοηθάνε ούτε το πανωφόρι σου να βάλεις. Πήγα σπίτι μου∙ έμεινα ξαπλωμένος στο κρεβάτι γι’ αρκετή ώρα κι έγραψα λίγους στίχους στο σημειωματάριό μου:

Είναι δεν είναι μια ώρα που σε είδα
και θέλω να σε ξαναδώ.
Χωρίς εσένα, αγάπη μου, δεν θέλω
πλέον να ζω.

Νομίζω πως είναι του Πούσκιν. Το βράδυ, τυλίχτηκα την κάπα μου και πήγα τρέχοντας στο σπίτι του διευθυντή μου. Περίμενα απέξω πολλή ώρα. Ήλπιζα να τη δω να βγαίνει από την πόρτα και να μπαίνει στην άμαξα. Ήθελα μόνο να τη δω, μα εκείνη δεν φάνηκε καθόλου.


ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ

Κυριακή 14 Νοεμβρίου 2010

Νικολάι Γκόγκολ: Το ημερολόγιο ενός τρελού [3 Οκτωβρίου]


3 Οκτωβρίου

Σήμερα συνέβη κάτι πραγματικά παράδοξο. Ξύπνησα αργά∙ όταν η Μαύρα μου έφερε τις καλογυαλισμένες μου μπότες, τη ρώτησα τι ώρα ήταν. Μόλις μου απάντησε πως ήταν περασμένες δέκα, πετάχτηκα όρθιος και ντύθηκα όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Για να είμαι ειλικρινής, θα προτιμούσα να μην πατήσω καν το πόδι μου στο γραφείο, καθότι γνώριζα πολύ καλά το ξινισμένο ύφος, με το οποίο θα με υποδεχόταν ο τμηματάρχης. Καιρό τώρα, μου επαναλαμβάνει καθημερινά το ίδιο τροπάρι: «Ακούστε, φίλε μου∙ κάτι δεν πάει καλά μες στο κεφάλι σας. Τρέχετε πέρα δώθε ασταμάτητα, σαν τρελός. Έχετε ανακατέψει όλα τα έγγραφα∙ ο διάβολος ο ίδιος δεν βρίσκει άκρη μαζί τους! Γράφετε τις επικεφαλίδες με πεζά και δεν σημειώνετε ούτε τις ημερομηνίες ούτε τον αριθμό πρωτοκόλλου». Το κάθαρμα! Είναι απολύτως βέβαιο πως με ζηλεύει, επειδή κάθομαι στο γραφείο του Διευθυντή και διορθώνω τις πένες της Αυτού Εξοχότητάς του. Εν ολίγοις, δεν θα πήγαινα στο γραφείο, αν δεν έτρεφα την ελπίδα να συναντήσω τον λογιστή∙ πιθανώς να τον πίεζα να μου καταβάλει μια μικρή προκαταβολή από τον πενιχρό ούτως ή άλλως μισθό μου. Τι απαίσιος άνθρωπος αυτός ο λογιστής! Τι σπάγκος! Να προκαταβάλλει το μηνιάτικο; Θα περιμένεις ως τη Δευτέρα Παρουσία! Δεν πα’ να τον παρακαλάς γονατιστός και να χτυπιέσαι∙ τίποτα αυτός! Ο γκριζομάλλης διάβολος! Δεκάρα δεν δίνει – δεν πα’ να βρίσκεσαι στο χείλος του γκρεμού. Συγχρόνως, είναι σε όλους γνωστό πως η οικονόμος του στο σπίτι τον δέρνει. Πραγματικά, δεν καταλαβαίνω ποια οφέλη απολαμβάνει ο εργαζόμενος στην υπηρεσία μας. Εδώ, δεν υπάρχουν κανενός είδους ευεργετήματα. Ασφαλώς, στα οικονομικά ή τα δικαστικά γραφεία, η κατάσταση είναι εντελώς διαφορετική. Εκεί, όλο και κάποιος άχαρος τύπος κάθεται σε μια γωνία και γράφει και γράφει ακατάπαυστα. Φοράει ένα φθαρμένο, ελεεινό παλτό και το πρόσωπό του είναι τόσο αποκρουστικό που ούτε για φτύσιμο δεν κάνει. Πρέπει να δεις όμως το υπέροχο, εξοχικό σπίτι που νοικιάζει! Δεν θα δεχόταν καν μια επίχρυση κούπα από πορσελάνη για δώρο. «Χαρίστε την στον οικογενειακό γιατρό σας», θα έλεγε. Τίποτα λιγότερο από ένα ζευγάρι καστανόχρωμα αλόγα, μια πολυτελή άμαξα ή ένα καστόρινο παλτό αξίας τριακοσίων ρουβλιών δεν θα τον ικανοποιούσε. Κι όμως: δείχνει τόσο πράος και γαλήνιος και, με εξαιρετική προσήνεια, σου λέει: «Μου δίνετε, σας παρακαλώ, το μαχαιράκι σας∙ θέλω να διορθώσω την πένα μου». Εν τούτοις, γνωρίζει πώς να χαράξει τον πελάτη ή τον αιτούντα μέχρι ν’ αφήσει ολόκληρη πληγή πάνω στο σώμα του. Οφείλω βέβαια να ομολογήσω πως τα πάντα στο γραφείο μας γίνονται με τον πλέον ενδεδειγμένο και ευπρεπή τρόπο∙ τέτοια καθαριότητα και καλαισθησία δεν βρίσκεις ούτε στα κυβερνητικά γραφεία.

Τραπέζια φτιαγμένα από μαόνι, ενώ προϊστάμενοι, υπάλληλοι και κοινό απευθύνουν τον λόγο ο ένας στον άλλον σε άψογο πληθυντικό. Για να πω την αλήθεια, αν η εν λόγω τυπικότητα δεν συνιστούσε αναπόσπαστη συνθήκη του εργασιακού μου περιβάλλοντος, θα είχα υποβάλει την παραίτηση μου στη διεύθυνση εδώ και καιρό. Φόρεσα την παλιά, φθαρμένη κάπα μου και πήρα την ομπρελά, καθότι είχε πιάσει να βρέχει. Στους δρόμους: ψυχή. Ελάχιστες μόνο γυναίκες κυκλοφορούσαν καλά κουκουλωμένες. Πού και πού συναντούσα κανέναν αμαξά ή κάποιον έμπορο με ανοιχτή την ομπρέλα του. Από τις υψηλές κοινωνικές τάξεις μόνο ένας δημόσιος υπάλληλος έκοβε βόλτες εδώ κι εκεί. Μόλις τον είδα στη διασταύρωση, είπα μέσα μου: «Α, φίλε μου! Εσύ δεν πας στο γραφείο – εσύ ακολουθείς τη νεαρή δεσποινίδα που περπατάει μπροστά σου. Είσαι από κείνους τους δημόσιους υπαλλήλους που τρέχουν πίσω απ’ το πρώτο φουστάνι που θα βρουν στον δρόμο τους. Τι ελεεινός! Χειρότερος και από αξιωματικό! Έτοιμος να ριχτεί στο πρώτο θηλυκό που θα περάσει». Ενώ πάσχιζα ν’ ακολουθήσω τον ειρμό των σκέψεών μου, αντιλήφθηκα να σταματάει μιαν άμαξα μπροστά από ένα μαγαζί, την ίδια στιγμή που εγώ περνούσα έξω απ’ τη βιτρίνα του. Την αναγνώρισα αμέσως: ήταν η άμαξα του διευθυντή μας. «Μα τι δουλειά έχει αυτός στα καταστήματα;» αναρωτήθηκα μέσα μου. «Η κόρη του θα ’ναι». Έγειρα και ακούμπησα στον τοίχο. Ένας λακές άνοιξε την πόρτα κι εκείνη, όπως το φαντάστηκα, βγήκε έξω από την άμαξα πεταρίζοντας σαν πουλάκι. Ποσό περήφανα έστρεψε το βλέμμα της δεξιά και αριστερά! Πώς έσμιξε τα φρύδια της και άστραψαν κεραυνούς τα μάτια της! Κύριε των δυνάμεων! Είμαι χαμένος – είμαι αμετάκλητα χαμένος. Μα γιατί να βγει έξω με τόσο απαίσιο καιρό; Κι ύστερα λένε ότι οι γυναίκες είναι αρρωστημένα παθιασμένες με τα ακριβά, πολυτελή τους ρούχα! Δεν με αναγνώρισε. Βέβαια είχα καλυφθεί με την κάπα μου όσο καλυτέρα μπορούσα. Βρώμικη, παλιομοδίτικη∙ θα προτιμούσα να μην με δει να τη φοράω. Σήμερα οι κάπες σχεδιάζονται με μεγάλους γιακάδες∙ η δικιά μου είχε κοντούς, τον έναν πάνω στον άλλον, ενώ το ύφασμά της ήταν κακής ποιότητας. Η σκυλίτσα της νεαρής κοπέλας δεν επιτρεπόταν να μπει στο κατάστημα κι έτσι έμεινε έξω, στο πεζοδρόμιο. Την ξέρω αυτήν τη σκυλίτσα∙ το όνομά της είναι Μέτζη. Δεν προλαβαίνει να περάσει ένα λεπτό και ακούω μια φωνή να λέει: «Καλημέρα, Μέτζη!» Ποιος διάβολος μίλησε; Κοίταξα γύρω μου και είδα δύο κυρίες –η μια ήταν γριά κι η άλλη αρκετά νέα– να περπατάνε γρήγορα κάτω από μια ομπρέλα. Ήδη με είχαν προσπεράσει, όταν άκουσα ξανά την ίδια φωνή: «Αίσχος! Ντροπή σου, Μέτζη!» Τι διάβολο ήταν πάλι αυτό; Είδα τη Μέτζη να οσφραίνεται ένα άλλο σκυλί που ακολουθούσε τις δύο γυναίκες. Τι διάβολο! «Μεθυσμένος είμαι;» αναλογίστηκα. «Κάτι τέτοιο όμως σπάνια συμβαίνει». «Όχι, Φιντέλ, άδικα σκέπτεσαι για τον εαυτό σου έτσι», άκουσα ξεκάθαρα τη Μέτζη να μου απαντάει. «Ήμουν βαριά –γαβ– ήμουν βαριά –γαβ, γαβ– βαριά άρρωστη». Τι ασυνήθιστη σκυλίτσα! Οφείλω να ομολογήσω πως εξεπλάγην πραγματικά όταν την άκουσα να μιλάει με ανθρώπινη λαλιά. Μόλις, όμως, σκέφτηκα το ζήτημα καλυτέρα, η κατάπληξη μου χάθηκε οριστικά. Για να λέμε την αλήθεια, παρόμοια γεγονότα συμβαίνουν ανά την υφήλιο συχνά. Φημολογείται πως στην Αγγλία κάποτε ένα ψάρι έβγαλε το κεφάλι του από το νερό και ξεστόμισε δυο τρεις λέξεις σε μια τόσο παράξενη κι ανοίκεια γλώσσα, ώστε και οι πιο σοφοί άνθρωποι του κόσμου δεν μπόρεσαν μέχρι σήμερα να τις ερμηνεύσουν, μολονότι έχουν καταπιαστεί με το εν λόγω εγχείρημα εδώ και τρία χρόνια. Επίσης, διάβασα στην εφημερίδα για δύο αγελάδες που μπήκαν σε ένα κατάστημα και ζήτησαν μια λίβρα τσάι. Στο μεταξύ, η Μέτζη μού είπε κάτι ακόμα πιο εντυπωσιακό: «Σου έγραψα, Φιντέλ, προσφάτως∙ φαίνεται πως ο Πολκάν δεν σου παρέδωσε ποτέ το γράμμα!» Δεν είχα ξανακούσει στη ζωή μου για σκυλί που μπορεί να γράφει! Τ’ ορκίζομαι∙ να χάσω τον μισθό ενός μήνα, αν λέω ψέματα. Μόνο οι ευγενείς γράφουν σωστά. Η γραφή των εμπόρων και των κατώτερων λαϊκών στρωμάτων είναι μάλλον μηχανική: ούτε κόμματα, ούτε τελείες, ούτε συντακτικό.

Σάστισα. Τον τελευταίο καιρό βλέπω και ακούω πράγματα που οι άλλοι άνθρωποι δεν βλέπουν ούτε ακούν. «Θα ακολουθήσω», σκέφτηκα, «αυτό το σκυλί για να καταλάβω τι ακριβώς συμβαίνει». Άνοιξα, λοιπόν, την ομπρέλα μου και πήρα από κοντά τις δύο κυρίες.

Κατηφόρισαν την οδό Μπιζελιών, έστριψαν στην οδό Μικροαστών κι ύστερα μπήκαν στην Ξυλουργών. Σταμάτησαν πριν τη Γέφυρα Κοκούσκιν και στάθηκαν μπροστά σε ένα τεράστιο σπίτι. «Το γνωρίζω αυτό το σπίτι. Είναι του Σβερκόφ. Τι κτήνος! Τι σόι άνθρωποι ζουν εκεί μέσα! Και πόσοι μάγειρες, πόσοι ύποπτοι φιλοξενούμενοι! Ακόμη και συνάδελφοι, δημόσιοι υπάλληλοι δηλαδή, βρίσκονται σ’ αυτό το σπίτι – παστωμένοι σαν σαρδέλες ο ένας πάνω στον άλλον. Υπάρχει κι ένας φίλος μου ανάμεσά τους – εξαιρετικός κορνετίστας». Οι κυρίες ανέβηκαν στον πέμπτο όροφο. «Πάει καλά», σκέφτηκα. «Θα σημειώσω διεύθυνση και αριθμό και θα ερευνήσω το ζήτημα με την πρώτη ευκαιρία».

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ

Τρίτη 7 Σεπτεμβρίου 2010

Να αφήσουμε τον νέο ποιητή στην ησυχία του;


Νίκος Βιολάρης, Αχτίδες νυχτόβιες, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2009, σελ. 38

Η αναγνωστική συνείδηση εθίζεται αναπόφευκτα, σχεδόν λατρευτικά, στους δύο κύριους –ετερόκλιτους ως προς τη σύλληψη και διαχείριση της καλλιτεχνικής διάνοιας– άξονες της αισθητικής δημιουργίας: στη μία περίπτωση, το έργο ανθίσταται έξω από τη βιωμένη επικράτεια του δράματος που χρεώνεται ο άνθρωπος και ορίζεται ζωή. Εν ολίγοις, αναφέρομαι στον συγγραφικό κόσμο που υπόκειται σε απολύτως αυτόνομους, νομοτελειακούς κανόνες και δεσμούς· μία ερμητική προέκταση του λόγου που ορθώνεται –παραδόξως(;)– μέσα στον λόγο.

Προφανώς, το λογοτεχνικό προϊόν της παραπάνω επιλογής απειλείται άμεσα με την έκπτωσή του σε άκρατη φιλολογία. Και όχι μόνο: εγγενής είναι ο κίνδυνος περιθωριοποίησης του Υψηλού και ο εν τέλει δυσλειτουργικός, ακόμη και ανενεργός, χαρακτήρας του κειμένου, εφόσον ο ορίζοντας προσδοκίας του δημιουργού είναι συχνά αδύνατον να συναντηθεί με τον ορίζοντα αναμονής του αναγνώστη, τουλάχιστον στη χρονική έκταση που θα διανυθεί μέχρι τον βιολογικό θάνατο του πρώτου. Ο άλλος άξονας, κατ' αρχάς, προϋποθέτει το στοιχειώδες όραμα εκ μέρους του συγγραφέα. Κατόπιν, αναζητείται η ευτυχής συγκυρία, όπου τέχνη και ζωή -παθολογικά αποκομμένες μεταξύ τους ως «άκρα»- ταυτοποιούνται στο ανέγνωρο εύρημα, τη λυρική εικόνα, τον παράφορο στίχο ή τη στοχαστική πνοή.

Κι όμως, η διάθεση αμεσότητας –εκβιασμένης ή μη, αναλόγως τον βαθμό ειλικρίνειας– μπορεί και να τυφλώνει ανέκκλητα: φως πάνω σε φως, που εντός του λουφάζει το σκουλήκι του «αξιοπρεπούς» ποιήματος· από αυτά που, σε μια μεγάλη πληθυσμιακά χώρα –όπως η Αγγλία, για παράδειγμα– υποβάλλονται καθημερινά κατά δεκάδες σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς πανεπιστημίων και κάθε λογής φορέων και ιδρυμάτων ανά κομητεία. [Ενδεχομένως, ο αναγνώστης να εκλάβει την τελευταία πρόταση ως υπερβολή. Εν τούτοις, ας μην αποπροσανατολιστεί: στην παρούσα περίοδο, η ελληνική γραμματεία χρειάζεται οπωσδήποτε να διαγνώσει το «κακό» ποίημα.]

Υπό κανονικές συνθήκες –εφόσον δεχθούμε ορθολογικά τον παροξυσμό αυτής της φράσης σε καλλιτεχνικό επίπεδο–, η αναγνώριση των προαναφερθέντων συστημικών τάσεων, που εξουσιάζουν τη ψυχική διάθεση των παραγωγικών δυνάμεων της λογοτεχνίας, οδηγεί τον δημιουργό σε ένα οριακά χαμένο κέντρο, μέσα στα όρια της ίδιας της δημιουργίας του. Σε αυτό ακριβώς το αιχμηρό σημείο ανασαίνει ο Νίκος Βιολάρης, με τη δημοσίευση της δεύτερης ποιητικής συλλογής του.

Και εξηγώ: προηγήθηκε το βιβλίο Πέρα απ' τη μέρα (Γαβριηλίδης, 2005). Εδώ, οι αρετές του Βιολάρη υπήρξαν αξιοθαύμαστα κατακτημένες –μεταξύ άλλων: άρτια οικονομία του ποιήματος, συμπαγές νόημα και εξπρεσιονιστική εικονοποιία διαρθρωμένη σε σκληρούς λυρικούς αρμούς, όπου το ανάλογο μέγεθός της ανιχνεύεται ίσως μόνο στο θαμπό όραμα του Μπουζιάνη. Ωστόσο, η ροπή προς τη σύνθεση που πάσχιζαν τα απομονωμένα ποιήματα έδειχνε να μην αξιώνει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα.

Πιθανώς, σε αυτό συνετέλεσε η μετέωρη επανάληψη συγκεκριμένων μοτίβων και συμβόλων, τα οποία δεν εντάσσονταν οργανικά στον παραδειγματικό άξονα του σημαινόμενου. Συνεπώς, επιτακτική προέβαλε η απαίτηση να δοκιμάσει ο Βιολάρης το εύρος της γραφής του έξω από τις παραμέτρους που με έντονο –ομολογουμένως, και όχι άδικα– αίσθημα γενναιοδωρίας τού έθεσε η κριτική τόσο νωρίς.

Φαινομενικά, ο Βιολάρης δεν συμμορφώθηκε· ουσιαστικά, ακολούθησε μία διορθωτική κατεύθυνση. Γνωρίζοντας πως η δημιουργική συνείδηση δεν διεκδικείται –από ποιον και τι;–, προέβη στην επικύρωσή της δια της επιβολής. Συνέταξε ένα έργο πάνω σε κανόνες εσωτερικής συνοχής, νοούμενης με όρους μουσικής σύνθεσης· συγχρόνως, απέρριψε νεο-φορμαλιστικές ιδεοληψίες (ακόμη και η επιλεκτική ρίμα του φαίνεται να ξεσπάζει κατ' ευθείαν από την ίδια πηγή παραφοράς -στην κόψη της επιθετικότητας, πάντα- που διαπνέει και τους υπόλοιπους στίχους) και μεταχειρίστηκε στον λόγο του σχήματα της αναλυτικής σκέψης. Και όλα αυτά υπό τη σκέπη μιας ιδιαίτερης πίστης: πως η παράσταση του αισθητού κόσμου συνιστά πλέον τη μόνη οδό από την οποία ο δημιουργός μπορεί να διανύσει τη μέσα απόσταση του ποιήματος. Και όχι αντιστρόφως. Κατ' ουσίαν, βρέθηκε –συνειδητά ή ασυνείδητα– να εργάζεται στο χάσμα που διακρίνει τον Σκοπό από το Χρέος· και εργάστηκε ιδανικά:

Κυκλικό τείχος βροχής/ βαθιά τα δάση προστατεύει./ Μα απ' την καρδιά τους φυσικά/ απ' τα κλαδιά τους.// Κανείς δεν τα επισκέπτεται/ τα δάση τούτα πια./ Και ξημερώνοντας αυτά/ ξυλοκοπούν αχτίδες// –έχουν διαπράξει/ από τους ήλιους/ θαυμαστή αποστασία/ σύννεφα δεν επαίτησαν/ μιαν άλλη προστασία–// Μα απόψε/ ψάλλουν κυκλικά.

("Χαμένου δάσους ύμνος")

Προτείνοντας τον χαρακτηρισμό «ιδανικά», δεν αρνούμαι τις ατέλειες: τα κατάλοιπα μιας περιττής –εκφραστικά– ρητορικότητας μόνο παράταιρη ηχώ αισθητισμού γεννούν μέσα στην αυστηρή δομή των ποιημάτων. Η αυτιστική εμμονή σε μέτρα, εικόνες και σύμβολα μπορεί να διαβαστεί –όπως τη διαβάζω– ως ίδιον μιας αναγνωρίσιμης –τόσο πρώιμα!– γραφής, μπορεί και ως το αντεστραμμένο είδωλό της: μανιερισμός, δηλαδή.

Εν τούτοις, η οικειότητα του Βιολάρη με τους δύο κυρίαρχους μηχανισμούς της καλλιτεχνικής δημιουργίας, τους οποίους εξέθεσα συνοπτικά στο πρώτο μέρος του κειμένου, είναι αδιαμφισβήτητη. Μόνο που το συγκεκριμένο φαινόμενο δεν έχει λειτουργήσει συντριπτικά –ως είθισται– αλλά εξισορροπητικά: παρέχοντας στον Βιολάρη τη δυνατότητα να επικαλεστεί τον κίνδυνο ανάμεσα στην ουσία και τη φόρμα, ανάμεσα στο αντικείμενο επιδίωξης και εκείνο της ανάγκης, με τον κατάδικό του –εξ ου και ιδανικό– στοχαστικό ρυθμό.

Πιθανώς, το αίτημα για δοκιμή του Βιολάρη έξω από το λογοτεχνικό Έξω που του καταλογίζεται να υφίσταται ακόμη. Υπενθυμίζω –δεν αντιπαραβάλλω– την προτροπή του Ε. Πάουντ «να αφήσουμε τον νέο ποιητή στην ησυχία του»· κι αν αυτή η συνθήκη δεν είναι πρακτικά εφικτή, ελπίζω ο Βιολάρης να την επινοήσει.


«Η Αυγή», 25/10/09

Κυριακή 22 Αυγούστου 2010

"Ποιητική Βραδιά με Πανσέληνο"

Το περιοδικό Λογοτεχνίας και Κριτικής «Ακτή» και ο Δήμος Στροβόλου οργανώνουν «Ποιητική Βραδιά με Πανσέληνο» την Τετάρτη, 25 Αυγούστου 2010 και ώρα 9:00μ.μ., στο Θεατράκι του Πάρκου Αγίου Δημητρίου (δίπλα από το Αθλητικό Κέντρο του Δήμου Στροβόλου).

Ποιήματά τους θα διαβάσουν οι:
Βάκης Λοϊζίδης
Γιώργος Μπλάνας
Μιχάλης Παπαντωνόπουλος

Συντονίζει ο Γιώργος Μύαρης
Μουσική: Γιώργος Γεωργίου (κλαρίνο), Άρτεμις Αϊφωτίτη (πιάνο)

Τετάρτη 2 Ιουνίου 2010

Αντρέι Βοζνεσένσκι: 1987


1987

10
Μα τι ’ναι αυτό; Δες! Πετά από πάνω σου.
Αρχίζεις απ’ το δέκα και τελειώνεις με το ένα;
Επτά, έξι, πέντε, τέσσερα, τρία, δύο…
Ξεκινάμε; Εκτόξευση;

9
Στρέφεται πίσω η Βηθλεέμ;
Και το πάθος – γίνεται σκόνη;
Εννιά, οκτώ, εφτά, έξι, τέσσερα, τρία…
Ξεκινάμε; Εκτόξευση;

8
Η αντίστροφη μέτρηση ξεκινά απ’ το δέκα…
Ανάβεις τον αντιστροφομετρητή.
Φόρμαν, Πούσκιν, Βούδας, Ζεν.
Μπήκαμε στην εποχή των πιθήκων;

7
Στάλιν. Πέτρος. Κι αντιστρόφως.
Το ταξίμετρο γράφει.
Μέχρι να εκχριστιανιστεί η Ρωσία
με τη θέλησή της: ένας χρόνος.

6
Κάποιος στο «Σύννεφο με παντελόνια» –
παλαιομοδίτης∙ και μετρά:«Οκτώ, εννιά, δέκα».
Μέτρα σωστά!«Εννιά, οκτώ, εφτά».
Όπως στην εκτόξευση.

5
Μαυσωλεία – οι αρχαίοι Έλληνες ήταν ξύπνιοι.
Ο Νίτσε λέει: «Στον Θεό που πιστεύουμε!»
Ποιος ξεκινά;
Ποιος εκτοξεύεται;

4
Χάθα Γιόγκα. Αναλγητικά.
Δεν υπάρχει αλληλογραφία.
Μόνο «Γκαίτε-Έκκερμαν»
και «Αστάφιεβ-Έιντελμαν».

3
Τρόμος το «Αν» στον ουρανό∙
πετά και προσπερνάει.
Μέτρα αντίστροφα: εννιά, οκτώ, εφτά
έξι, πέντε, τέσσερα. Ξεκινάμε; Εκτόξευση;

2
Συγγνώμη για το ανόητο πνεύμα μας –
εποχή της εικόνας και των βίντεο-κλιπ.
Συγγνώμη για τα παιδιά
των δέκα, εννιά, οκτώ, επτά.

1
Εκτοξεύουμε ό,τι απαγορεύουν∙
όπως τον «Ζιβάγκο»: συναρπαστικό!
Υπάρχουν πολλά ονόματα διαθέσιμα;
Εννιά… Οκτώ… Εφτά… Πέντε… Τέσσερα…

0
Αργά, μες στο χαμό,
στη θύελλα, η ελευθερία προχωράει –
σαν πινακίδα∙ στον δρόμο, δεξιά:
«9», «8», «7» κ.λπ.

1
Γιατί έχουμε Κίττυ, Λέβιν,
Μαρξ, Βούδα-Ζεν, Χριστό;
Μέτρα: εννιά, οκτώ, εφτά…
Τελειώνεις με μηδέν, αρχίζεις απ’ το δέκα…


Андрéй Андрéевич Вознесéнский [1933-2010]
Ρώσος ποιητής

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ

Τρίτη 11 Μαΐου 2010

Παρουσίαση βιβλίου στη Λευκωσία


O δήμος Λευκωσίας και το Ίδρυμα Πιερίδη
σας προσκαλούν στην παρουσίαση του βιβλίου
του Βάκη Λοϊζίδη

«ΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΩΔΗ», Εκδόσεις Γαβριηλίδης 2009,

που θα πραγματοποιηθεί
στην αυλή του Δημοτικού Κέντρου Τεχνών
την Παρασκευή 14 Μαΐου 2010 και ώρα 7:30 μ.μ.

Για το βιβλίο θα μιλήσουν οι:
Γιώργος Πρεβεδουράκης και Μιχάλης Παπαντωνόπουλος

Πέμπτη 22 Απριλίου 2010

Καρλ Βίλχελμ Φρήντριχ φον Σλέγκελ: Κριτικά Αποσπάσματα [επιλογή], "Lyceum", 1797


[4] Στις μέρες μας, παρατηρείται πληθώρα ποιητικής παραγωγής˙ κι όμως, τίποτε δεν είναι πιο σπάνιο από ένα ποιητικό έργο! Σε αυτό το συμπέρασμα μάς οδηγεί η αφθονία ποιητικών σχεδιασμάτων, μελετών, αφορισμών, τάσεων, θραυσμάτων και πρωτογενών υλικών.

[11] Τίποτε πραγματικά πειστικό –έμπλεο σχολαστικής επιμέλειας, δημιουργικού σφρίγους και συγγραφικής επιδεξιότητας– δεν έχει γραφτεί ακόμη κατά των Αρχαίων˙ και ιδιαίτερα, κατά της ποίησής τους.

[21] Στην ουσία, το αγόρι πρόκειται για ένα πλάσμα που αδημονεί να γίνει άντρας. Αντίστοιχα, το ποίημα επιθυμεί διακαώς να μετατραπεί από φυσικό αντικείμενο σε καλλιτεχνικό.

[23] Σ' ένα καλό ποίημα, τα πάντα είναι Μελέτη και Ενστικτο, συγχρόνως. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος για να κατασκευαστεί το ιδεώδες ποίημα.

[61] Αυστηρά μιλώντας, η ιδέα του επιστημονικού ποιήματος είναι πιθανώς εξίσου ανόητη με εκείνη της ποιητικής επιστήμης.

[84] Πώς θα εξελιχθεί η ποίηση, το μαθαίνουμε από τις επιθυμίες των συγχρόνων μας˙ πώς πρέπει να είναι, από τα έργα των Αρχαίων.

[87] Εφόσον η αξία της είναι ουσιαστικά ανεκτίμητη, δεν καταλαβαίνω γιατί η ποίηση θα πρέπει να θεωρείται πιο χρήσιμη από τα υπόλοιπα αντικείμενα ανάλογης αξίας. Οσο απίθανη και αν φαντάζει η ακόλουθη πρόταση, υπάρχουν καλλιτέχνες, οι οποίοι πιθανώς δεν τρέφουν καν ιδιαίτερη εκτίμηση στην τέχνη˙ κι όμως, παραμένουν όσο ανελεύθεροι χρειάζεται για να μην ξεπεράσουν ποτέ τα όριά τους.

[93] Στην ποίηση των Αρχαίων διακρίνουμε την τελειότητα του Γράμματος: στη σύγχρονη, διαισθανόμαστε την εξέλιξη του Πνεύματος.

[100] Η ποίηση του ενός φιλοσοφεί, του άλλου φιλολογίζει, του τρίτου συνιστά ρητορικό σχήμα, και ούτω κάθε εξής. Τελικά, ποιος γράφει ποιήματα;

[115] Η ιστορία της σύγχρονης ποίησης εδράζεται στη διαρκή ερμηνευτική προσέγγιση ευσύνοπτων φιλοσοφικών κειμένων: κάθε μορφή τέχνης πρέπει να γίνει επιστήμη και κάθε κλάδος επιστήμης πρέπει να γίνει τέχνη˙ ποίηση και φιλοσοφία πρέπει να γίνουν ένα.

[117] Κριτική στην ποίηση ασκείται μόνο δια της ποίησης. Κριτικό σημείωμα που δεν συνιστά αυτούσιο έργο τέχνης –είτε επειδή καταπιάνεται με την επιβεβλημένη αίσθηση κατά τη δημιουργική διαδικασία γραφής του κειμένου, είτε λόγω της έξοχης δομής και του χαλαρού, πέρα από τα όρια του ανεκτού, ύφους του, στο πνεύμα της παλαιάς ρωμαϊκής σάτιρας– δεν δικαιούται να πολιτογραφηθεί στο βασίλειο της Τέχνης.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
Poema, τχ. 10

Τρίτη 6 Απριλίου 2010

Οκτάυ Ριφάτ: Το ψωμί στο γόνατό μου και άλλα ποιήματα


ΣTPATIΩTIKO NEKPOTAΦEIO

I

Υπηρετώ στο Ναυτικό –
τα ψάρια έφαγαν τα μάτια μου.
Tέρμα πια βλέμματα και δάκρυα.
Ήμουν ψηλός εν ζωή –
δείτε τα ρούχα μου,
αν δεν πιστεύετε.

Και κάποιος: κι εγώ υπηρετώ –
δεν διαφέρω από τον άλλον νεκρό.
Κάποτε ζούσαμε στο σπίτι μας.
Σήμερα ζούμε έξω απ’ αυτό·
διασχίσαμε τον τοίχο μας.

Κι άλλος: η μνήμη
κατά μήκος των χεριών μου·
κι ο ίδιος πονοκέφαλος – φρικτός.

Kι ο τελευταίος:
μην τους πιστεύετε –
δεν υπάρχουμε·
όλοι λεν ψέματα.

II

Για να τους δεχθώ, παίρνουν μορφή
νεκρού· συνήθως συγγενή.
Κοιτάζω: είναι θείος ή αδελφός.
Κοιτάζω: είναι λοχίας· Πολωνός.
Kι ευθύς:

είχα μια κόρη πέντε ετών.
Νεκρή πια· ζούμε μαζί εδώ.
Κι είναι συνέχεια λυπημένη:
δεν παίζει με το τσέρκι της·
ξέχασε στη Βαρσοβία τα χέρια της.

Και μια φωνή:
εδώ δεν σκάβεις, δεν βγάζεις
πατάτες απ’ τη γη·
δεν σπάζεις πέτρες
και δεν φορτώνεις για την αγορά –
έχει ησυχία εδώ.

Κάποιος ανησυχεί για τη γυναίκα του.
Ζητάει να μάθει νέα της.

Όταν πέθανα,
μου πήρανε το αμπέχονο.
Κρυώνω –
κι έχουμε μπροστά χειμώνα.

Μιλούν όλοι μαζί εν χορώ.

III

«Τα βράδια στο τραπέζι τρώμε όλοι μαζί.
Από το ίδιο ποτήρι πίνουμε νερό –
κάποιος έχει ερωτευθεί την αγαπημένη μας,
κάποιος θέλει να τον θρέψει η μητέρα μας».

Παν κι έρχονται στις βάρκες τους τυφλά.
Ανακατεύονται μαζί μας μες στο τραμ.
Δεν μας εγκαταλείπουν. Θέλουν ξανά να ζήσουν·
και να μακροημερεύσουν ετούτη τη φορά.

ΠAIΔI

Πέθανε –
και δεν το ξέρει:
δυο χέρια κολλημένα στα πλευρά.
Τον πάνε σηκωτό
και δεν μπορεί να αντιδράσει,
να πει: «Δεν έρχομαι!»
ή έστω ένα «ευχαριστώ»
στους φίλους που βαστούν το φέρετρό του.

Aχ, ο θάνατός του δεν θυμίζει τον θάνατο κανένος.

AΣTPA

Δίπλα στο βιβλίο το τετράδιο
δίπλα στο τετράδιο το ποτήρι
δίπλα στο ποτήρι το παιδί
στο χέρι του παιδιού μια γάτα.
Και πέρα μακριά: άστρα, αμέτρητα άστρα

MOIPA

σκληρή με βασανίζει:
δουλεύω ως λογιστής
μα δεν σκαμπάζω από μαθηματικά·
δεν ξέρω να κάνω μια πρόσθεση απλή.
Αγαπημένο μου φαγητό είναι η μελιτζάνα –
κι ας μην συμμερίζεται το γούστο μου κανείς.
Γνωρίζω ένα κορίτσι με φακίδες:
την αγαπώ, μα αυτή
δεν δίνει για μένα ούτε δεκάρα.

XPEOΣ

Πιο μαύρο από σταφύλι,
πιο λεπτό κι από βελόνα:
πώς σκαρφαλώνει το μυρμήγκι
τις πλαγιές με το φορτίο του για τον χειμώνα;

Δες την κατάσταση αυτού του κόσμου,
δες την αντεστραμμένη τάξη:
χθες βγήκε από τ’ αυγό,
σήμερα: το περιστέρι και τα πάθη.

Σπιθίζει, αστράφτει το μάτι:
χιμάει στα χελιδόνια το γεράκι.
Στην όχθη: αγρίμι –τέρας–
κι η γαζέλα μες στο αίμα.

Eγώ σηκώνω τον δυσβάστακτο αχθό.
Eγώ πρέπει για κείνους –έναν προς έναν– να σκεφτώ:
για κείνους που έρχονται στον κόσμο –ζουν, δε ζουν–
και τον αγνοούν.

O ήλιος βγαίνει στην Ανατολή
– βέβαιο. Καμία έκπληξη.
Εγώ είμαι αυτός που ανησυχεί,
όταν η μέλισσα κεντρίζει το παιδί.

Ματωμένο το πόδι της αλεπούς –
κάτι συνέβη στον αμνό.
Ποιο το νόημα, Οκτάυ,
να ζωγραφίσεις τον λύκο και το πτηνό;

MIA ΦOPA KI ENAN KAIPO

προβάλατε πίσω από κάθε δέντρο,
στρατιές στρατιές, κι ένιωθα ολομόναχος.
Χειρονομούσατε άγριες, παράφορες ριπές
και τσακιζόταν το κατάρτι μου, χανόταν πέρα, κατά το
φρούριο.

Σας συναντούσα στον δρόμο, στη γωνιά·
και μου λείπατε τόσο πολύ, τόσο βαθιά, και ξέσπαγα σε λυγμούς
που έχανα τα μάτια μου.
Στα σύννεφα, αρχαίες θάλασσες επέπλεαν
βράχους που κατάτρωγε το αίμα σας.

Αλίμονο! Χαθήκατε στρατιές στρατιές
σαν να γεμίζατε μια εποχή που δεν υπήρξε ποτέ.
Kι έσκυβα και σήκωνα τον ουρανό απ’ τη γη:
τον ουρανό που τόσο, μα τόσο, απρόσεκτα σάς γλίστραγε απ’
τα χέρια.

YΠANAΠTYKTOΣ

Nα μένεις πίσω: στην επιστήμη, στην τέχνη, άνανθος
την άνοιξη και δίχως φύλλα· να σφαδάζεις σαν άστρο
χαραγμένο πάνω απ’ τα φρύδια.

Nα μένεις πίσω: κατάδικος· ποινή: το ξύλινο άροτρο,
ενώ μπορείς κάτι φτιαγμένο από ατσάλι να το κόψεις
σαν χαρτί φτηνό και πολυκαιρισμένο.

Nα μένεις πίσω: θαμμένος στο σπήλαιο της θρησκείας,
τα χέρια στα πλευρά και πεινασμένος, ενάντια στον χείμαρρο
και στον συνάνθρωπο ταγμένος.

Nα μένεις πίσω: ίδιος τσακάλι ο γείτονας – να τον φοβάσαι!
Μπορείς να ζεις μαζί του μονοιασμένος, όμως εσύ καλύτερα
να ρίχνεις φίδια στην αυλή του.

Nα μένεις πίσω: αδαής, γεμάτος ψείρες· να σπας
–τόξο τεντωμένο σε βαθιά, σε σκοτεινή χαράδρα–
να σπας από τη δύναμη, να σπας!

POZ ΣΠΙΤΙ ΣTON BOΣΠΟΡΟ

Υπάρχουν κορίτσια τραγανά σαν το μαρούλι·
στόμα στρογγυλό και ζαρωμένη μύτη.
Κάθονται στο κατάστρωμα σταυροπόδι –
φυσάει κι όπως τους ρίχνεις ματιές στα κλεφτά,
νιώθεις την καρδιά σου να σφυροκοπάει.

Aχ, Ιστανμπούλ, τι γερο-διάολος που είσαι!
Κάτω, στο Φιντικλί, βόλτες και παιδιαρίσματα.
Στο χέρι μου ένας σπάγκος με εκατό αγκίστρια.
Βουτώ απ’ το καΐκι του καπετάν-Tουργκούτ
ανάμεσα στους τόνους.

Δεν επισκέφτηκα ποτέ τον τάφο του Oρχάν
στο Ρούμελι Χισάρ –
και ούτε θέλω.
Μια φέτα φρέσκο ψωμί, ένα κομμάτι λευκό τυρί·
θα είναι εκεί – ποιος ξέρει!
Θ’ ατενίζει τη θάλασσα και θα πίνει ρακή.

Δίνω ένα σάλτο από την προκυμαία στο νερό –
ψάρια από κάτω,
σύννεφα πάνω.
Κύμα το κύμα ανοίγει ο Βόσπορος το στόμα του να με
καταπιεί·
κι εγώ ακόμη κολυμπώ προς το ροζ σπίτι στην ακτή.

TO ΨΩΜΙ ΣTO ΓONATO MOY

Tο ψωμί στο γόνατό μου·
και οι πέτρες μακριά – πολύ μακριά.
Τρώω το ψωμί, ενώ παρατηρώ τις πέτρες,
και είμαι τόσο βαθιά στις σκέψεις μου χαμένος
που ακόμη κι εγώ τρελαίνομαι καμιά φορά
κι εκτός απ’ το ψωμί καταβροχθίζω πέτρες.

OKTAY RIFAT HOROZCU [1914-1988]
Τούρκος ποιητής

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ