Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2009

Ουίλλιαμ Μπάτλερ Γέητς: 4 ποιήματα


Nα χαραχθεί σε πέτρα στον Πύργο του Μπαλάιλυ

Eγώ, ο ποιητής Oυίλλιαμ Γέητς,
με παλιές σανίδες μύλων και πράσινες πλάκες,
με αμόνι και σφυρί από το σιδεράδικο του Γκορτ,
αναστυλωσα αυτόν τον πύργο για τη γυναίκα μου Tζωρτζ·
κι όταν τα πάντα συντριβούν και γίνουν πάλι ερείπια,
είθε τα λόγια αυτά να μην σβηστούν.



Ο λαός

«Και τι κέρδισα απ’ όλο αυτό το έργο;» αναλογίστηκα,
«τι κέρδισα απ’ όσα θυσίασα με πλήρη επίγνωση κι απόλυτα
δική μου ευθύνη;
Την καθημερινή εμπάθεια και το μίσος μιας πόλης βάρβαρης,
όπου κατασυκοφαντείται αυτός που πρόσφερε τα περισσότερα
και χάνει κάθε ίχνος της υπόληψής του…»
Κι ο φοίνικάς μου απάντησε αυστηρά:
«Οι μέθυσοι και οι άρπαγες του δημοσίου χρήματος
–κείνο τ’ αχρείο, ποταπό πλήθος που είχα απομακρύνει–
δοκίμασαν, μόλις η τύχη μου άλλαξε, να με κοιτάξουν καταπρόσωπο∙
και τότε εκείνοι που υπηρέτησα και κάποιοι που τους έθρεψα
σύρθηκαν μέσα απ’ το σκοτάδι και μου επιτέθηκαν.
Ωστόσο, δεν παραπονέθηκα –και ούτε θα παραπονεθώ– ποτέ
για τον λαό».



Μην αγαπάς για πολύ καιρό

Μην αγαπάς, γλυκιά μου, για πολύ καιρό:
εγώ γέρασα –χρόνια και χρόνια– αγαπώντας
και κατάντησα εκτός μόδας,
σαν τραγούδι παλιό.

Τα χρόνια της νιότης, κανένας μας
δεν ξεχώριζε τη σκέψη του
από του άλλου τη σκέψη∙
κοινή και αδιαίρετη η ύπαρξή μας κρινόταν.

Μα κάτι σ’ εκείνη άλλαξε ξαφνικά –
μην αγαπάς για πολύ καιρό,
ειδάλλως καταντάς –γερνώντας–
εκτός μόδας, σαν τραγούδι παλιό.


Tο κλεμμένο παιδί

Kατ’ όπου σκάζει κύμα το φεγγάρι
και με φως τη σκοτεινη άμμο σκεπάζει,
–ακτή ακτές μακριά από το Pόουζες–
σέρνουμε γόνατα, σέρνουμε πέλματα,
και πανάρχαιους χορούς υφαίνουμε
πλέκοντας δάχτυλα, πλεκοντας βλέμματα,
μέχρι να δύσει η μέρα το φεγγάρι· χορεύουμε, χορεύουμε
και κυνηγάμε τ’ αφρισμένα κύματα,
ενώ στον ύπνο του ο κόσμος
κοιμάται άγχος και διλήμματα.
Σήκω, παιδί, ακολούθησέ με!
Aκολούθησέ με στ’ άγρια νερά,
τα νεραϊδένια· πιάσε με απ’ το χέρι:
καν δεν φαντάζεσαι τι θρήνος είναι ο κόσμος.


WILLIAM BUTLER YEATS [1865-1939]
Ιρλανδός ποιητής

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ

Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2009

Όσκαρ Ουάιλντ: Η ψυχή του ανθρώπου στον Σοσιαλισμό [Αποφθέγματα και αφορισμοί]


Υπάρχουν τρεις τύποι δυνάστη. Αυτός που τυραννάει το σώμα, αυτός που τυραννάει την ψυχή και αυτός που τυραννάει και τα δύο. Ο πρώτος λέγεται Πρίγκιπας. Ο δεύτερος: Πάπας. Ο τρίτος: λαός.
●
Δεν υπάρχει ούτε ένας αληθινός ποιητής ή πεζογράφος αυτού του αιώνα στον οποίον να μην έχουν απονεμηθεί επισήμως από το βρετανικό κοινό τίτλοι ανηθικότητας. Πρακτικά, αυτοί οι τίτλοι μάς συνοδεύουν πάντα -στη Γαλλία, αντιστοιχούν με την επίσημη αναγνώριση από την Ακαδημία των Γραμμάτων- και ευτυχώς καθιστούν την ίδρυση ενός τέτοιου ιδρύματος στην Αγγλία, εντελώς περιττή.
●
Είναι ανήθικο να ξοδεύεις την ιδιωτική περιουσία σου για να απαλύνεις τα φρικτά δεινά που απορρέουν από αυτόν τον θεσμό.
●
Εγωισμός δεν είναι να ζεις όπως εσύ επιθυμείς, αλλά να ζητάς από τους άλλους να ζουν σύμφωνα με τη δική σου βούληση.
●
Στην Αμερική, ο Πρόεδρος κυβερνάει για τέσσερα χρόνια και η Δημοσιογραφία, για πάντα. Ευτυχώς, η δεύτερη έχει εξωθήσει την άσκηση της εξουσίας της στα πιο αποκρουστικά και κτηνώδη άκρα και δεν αντιμετωπίζεται πλέον με σοβαρότητα.
●
Ένας αυτοκράτορας ή βασιλιάς μπορεί να σκύψει για να σηκώσει το πινέλο ενός ζωγράφου - η δημοκρατία σκύβει μόνο για να λασπολογήσει.
●
Ο υπερβολικός και ανθυγιεινός αλτρουισμός καταστρέφει τις ζωές των περισσότερων ανθρώπων.
●
Μία Κοινωνία αποκτηνώνεται πολύ περισσότερο από τη συνήθη πρακτική της ποινής παρά από το περιστασιακό φαινόμενο του εγκλήματος.
●
Η ανυπακοή στο βλέμμα κάποιου που έχει διαβάσει ιστορία συνιστά πρωταρχική αρετή. Η πρόοδος επιτυγχάνεται μέσα από την ανυπακοή και την επανάσταση.
●
Όμοιο βίο με του Χριστού διάγει αυτός που είναι απολύτως πιστός στον εαυτό του. Μπορεί να πρόκειται για έναν μεγάλο ποιητή, ή έναν σπουδαίο επιστήμονα, ή έναν νέο φοιτητή, ή κάποιον που παρατηρεί τα πρόβατα στην άγονη τυρφώδη γη, ή έναν δραματουργό σαν τον Σαίξπηρ, ή έναν θρησκευτικό στοχαστή σαν τον Σπινόζα, ή ένα παιδί που παίζει στον κήπο, ή έναν ψαρά που ρίχνει τα δίχτυα του στη θάλασσα. Δεν έχει σημασία, εφόσον έχει συνειδητοποιήσει την τελειότητα της ψυχής που κρύβει εντός του.
●
Μόνο μία κοινωνική τάξη σκέφτεται τα χρήματα περισσότερο απ' όσο οι πλούσιοι: οι φτωχοί. Δεν μπορούν να σκεφτούν τίποτε άλλο. Αυτή είναι η δυστυχία τους.
●
Ο Ατομικισμός σε κυριεύει δίχως απαιτήσεις. Ξεσπάει ξαφνικά και αναπόφευκτα. Είναι το σημείο προς το οποίο ρέπει κάθε ανάπτυξη. Είναι η διαφοροποίηση βάση της οποίας αναπτύσσονται όλοι οι οργανισμοί. Είναι η εγγενής τελειότητα κάθε τρόπου ζωής, προς την οποίαν σπεύδει κάθε τρόπος ζωής. Ο Ατομικισμός δεν εξαναγκάζει τον άνθρωπο. Αντιθέτως, του λέει πως δεν πρέπει να ανέχεται την επιβολή κανενός καταναγκασμού. Δεν προσπαθεί να επιβάλλει στους ανθρώπους το Καλό. Γνωρίζει πως οι άνθρωποι είναι καλοί όταν απομονώνονται. Να ρωτάς αν ο Ατομικισμός είναι πρακτικός είναι σαν να ρωτάς αν η Εξέλιξη είναι πρακτική. Η Εξέλιξη είναι ο νόμος της ζωής και μόνο προς τον Ατομικισμό μπορεί να κατευθυνθεί.
●
Να αποκαλείς νοσηρό έναν καλλιτέχνη επειδή στο έργο του πραγματεύεται το θέμα της νοσηρότητας είναι τόσο ηλίθιο όσο να αποκαλείς τρελό τον Σαίξπηρ επειδή έγραψε τον Βασιλιά Ληρ.
●
Για αρχή, είναι ασφαλέστερο να επαιτείς παρά να αρπάζεις - το αντίστροφο, ωστόσο, είναι πιο απολαυστικό.
●
Ένας παγκόσμιος χάρτης που δεν περιλαμβάνει την Ουτοπία δεν αξίζει ούτε ματιά, καθώς παραλείπει τη μόνη χώρα όπου η Ανθρωπότητα αποβιβάζεται πάντα. Και τότε ατενίζει και, διακρίνοντας μία καλύτερη χώρα, ανοίγει πανιά. Πρόοδος είναι η πραγμάτωση των Ουτοπιών.
●
Τίποτε δεν είναι ικανό να σε βλάψει εκτός από τον ίδιο τον εαυτό σου. Τίποτε δεν μπορεί να σε ληστέψει. Ό,τι σου ανήκει πραγματικά βρίσκεται εντός σου. Ό,τι είναι εκτός είναι ασήματο.
●
Το κοινό πάντα γαλουχείται άσχημα, σε κάθε εποχή. Ζητάει διαρκώς από την τέχνη να ικανοποιεί τις αισθητικές απαιτήσεις του, να κολακεύει την παράλογη ματαιοδοξία του, να του δείχνει από τι πρέπει να είναι δυσαρεστημένο και να το αποσπάει από τις σκέψεις του όταν έχει κουραστεί από την ίδια την ηλιθιότητά του. Η τέχνη πλέον δεν οφείλει να γίνει προσιτή. Το κοινό πρέπει να καταστεί φιλότεχνο.
●
Το κοινό διαθέτει μιαν αχόρταγη περιέργεια να μάθει τα πάντα, εκτός απ' ό,τι πραγματικά αξίζει να μάθει.
●
Ο άνθρωπος δεν αναζητάει ούτε τον πόνο ούτε την ηδονή, αναζητάει απλώς τη Ζωή - την έντονη, την τέλεια, τη γεμάτη. Όταν πετυχαίνει τον σκοπό του χωρίς να περιορίζει τους άλλους ή να τους κάνει να υποφέρουν και οι πράξεις του, συγχρόνως, του προκαλούν ευχαρίστηση, θα γίνει πιο λογικός και υγιής, πιο πολιτισμένος, πιο πολύ ο εαυτός του. Η ηδονή είναι δοκιμασία της φύσης, σημάδι αποδοχής της. Όταν είσαι ευτυχισμένος βρίσκεσαι σε αρμονία τόσο με τον εαυτό σου όσο και με το περιβάλλον.
●
Έργο τέχνης είναι το μοναδικό αποτέλεσμα μίας απαράμιλλης καλλιτεχνικής φύσης. Η ομορφιά του πηγάζει από αυτόν καθαυτόν τον συγγραφέα του. Δεν έχει να κάνει με την επιθυμία των άλλων. Τη στιγμή που ο καλλιτέχνης λαμβάνει υπόψη του τι επιθυμούν οι άλλοι και προσπαθεί να ικανοποιήσεις τις απαιτήσεις τους, παύει να είναι καλλιτέχνης και μετατρέπεται σε έναν πληκτικό ή διασκεδαστικό δεξιοτέχνη, έναν έντιμο ή ανέντιμο λιανέμπορο. Η Τέχνη είναι ο πιο ισχυρός τύπος ατομικισμού που γνώρισε ποτέ ο κόσμος.
●
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ

Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2009

Όσκαρ Ουάιλντ: Οσκαριάνα [Απόφθέγματα και αφορισμοί]

Τα βραδινά φορέματα σε ένα εμπορικό του Λονδίνου θυμίζουν δερμάτινο κάλυμμα βιβλίου μαγειρικής ή σχάρα σόμπας.

Πίστωση είναι το κεφάλαιο του μικρογιού που του επιτρέπει να ζει διασκεδάζοντας.

Για να επιστρέψεις στα νιάτα σου πρέπει απλώς να επαναλάβεις τις τρέλες σου.

Στις μέρες μας, οι περισσότεροι άνθρωποι πεθαίνουν από ένα είδος υφέρπουσας κοινής λογικής και ανακαλύπτουν, όταν πια είναι πολύ αργά, πως μόνο για τα λάθη του δεν μετανιώνει ποτέ κάποιος.

Κανένας πολιτισμένος άνθρωπος δεν νιώθει τύψεις για μια ηδονή που απόλαυσε - ο απολίτιστος δεν γνωρίζει καν τι είναι απόλαυση.

Αν αντιμετωπίζεις τη ζωή καλλιτεχνικά, το μυαλό σου βρίσκεται μέσα στην καρδιά σου.

Η ηδονή είναι δοκιμασία της φύσης, σημάδι αποδοχής της. Όταν είμαστε ευτυχισμένοι, είμαστε πάντα καλοί - το αντίστροφο, όμως, δεν ισχύει πάντα.

Πολλοί χρεωκόπησαν έχοντας επενδύσει τα πάντα στην πρόζα της ζωής. Να σε φαλιρίσει όμως η ποίηση είναι τιμή σου.

Τι βάσανο να είσαι αντικείμενο λατρείας! Οι γυναίκες μάς φέρονται όπως η Ανθρωπότητα στους θεούς της. Μας λατρεύουν και μας παιδεύουν πάντα να κάνουμε κάτι γι' αυτές.

Το μόνο απαίσιο πράγμα στον κόσμο είναι l' ennui[1] - η μόνη αμαρτία που δεν συγχωρείται.

Δεν υπάρχουν οιωνοί. Η μοίρα δεν μας στέλνει αγγελιοφόρους. Είναι υπερβολικά σοφή ή άσπλαχνη για να προβεί σε μία τέτοια πράξη.

Πόσο τρελαίνει τις γυναίκες η αίσθηση του κινδύνου! Είναι μια αρετή τους που ζηλεύω. Μια γυναίκα θα φλερτάρει με τον οποιονδήποτε όσο οι άλλοι την παρακολουθούν.

Ριζοσπάστης είναι αυτός που δεν καλείται ποτέ σε δείπνο. Συντηρητικός: ένα "κύριος" που δεν σκέπτεται ποτέ.

Ο κόσμος φτιάχτηκε από ηλίθιους για να τον κατοικήσουν σοφοί.

1. η πλήξη (γαλλικά)

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ

Κυριακή 19 Ιουλίου 2009

Μιχάλης Παπαντωνόπουλος: Δ, εκδ. Ερατώ, 2006


Δ


Άνοιγε κόκκινο στη μνήμη:
μία ρωγμή στο τρυφερό
κουφάρι ενός κορυδαλλού.


α'

Δεν ήθελα να ξέρω τ' όνομά της-
χαμογελούσε κ' έπεφταν
στο πάτωμα τα δόντια
μιλούσε και το στόμα της μάτωνε λάθη.

Ένα κορίτσι στην κόλαση,
κάποτε μού συστήθηκε. Φορούσε
κάτασπρη τη γλώσσα και κρατούσε
το χέρι μου στο χέρι.

Έψαχνα στα τυφλά
τον δρόμο για την επομένη.


β'

Λίγο τα πριν μεσάνυχτα
και πίσω απ' την κουρτίνα
ντυνότανε χοντρό κόκκινο δέρμα,
χτένιζε τα μαλλιά
κι άνοιγε το παράθυρο στο μέσα σπίτι
κ' έτρεχε νύχτα.
"Τίποτα δεν είναι τυχαίο", μονολογούσα,
"τίποτα", και σηκωνόμουν το πρωί
με πόνους στο σαγόνι.


γ'

Τραβιόταν η Δ. στη γωνία
-τα πόδια της ως τον μηρό στην πίσσα-
γονάτιζε και σήκωνε τα μαλλιά
και τίναζε τ' άστρα απ' τον αυχένα.

Σαν να 'νιωθα τι είχε συμβεί-
ξερίζωνα τ' άσπρα κυκλάμινα
που είχαν προλάβει να φανούν
κάτω απ' τη γλώσσα μου.


δ'

Φυσούσε μια πίσω φωνή και ζωντάνευε,
μούδιαζε το χέρι μου. Δεν άκουγα
νέα την απορία και αν αίμα
δικό σου ήταν και μάλιστα
σε φως ημέρας;
Δεν ήταν και ησύχαζα
μια ανάσα ελλείμματα. (Σκεφτόμουν ένα πρόσωπο
μαρτυρικά στο πρόσωπό μου: βιαστικά
βαλμένα αυτιά, κακοραμμένο στόμα
δανεικό μου) και δεν υπήρχαν εγκλήματα: πληγές
υποψία, πάτωμα στρωμένο τη βαριά, την απέριττη
νύχτα.
Και μάζευαν, μάζευαν τα χείλη της: διάβαζα "ρίζα"
και φυσούσε μια πίσω φωνή και διάβολε
Δεν ήταν και το χέρι στο χέρι της
επέμενε την άρνησή μου.


ε'

Κ' έπρεπε τα χέρια μου ν' απλώνω διαρκώς
διστακτικός εξίσου να πηγαίνω
στο πλήρες του φωτός ή και στο πλέον φυσικό
σκοτάδι γιατί δεν ξέρεις πότε θα χαθεί
το μέσα της απόστασης από μπροστά σου
και πώς η τύφλωση ανάγει
το θύμα της σε άγιο- βραχνός
εκείνος, όρθιος κοντά στο ξύλο
με το πρόσωπο, την ίδια κίνηση τη μία
μιλούσε πεπρωμένο
και μόλις άνοιγε σταυρό
το σώμα του, μαύρες, υπέθετα,
άναβαν οι φλέβες του βαθιά.
Και μάτωνα στον ιδρώτα,
πάγωνα, "φάσμα" ξεσπούσα
"φ ά σ μ α" τη φωνή μου
κι όπως το μέρος του παράφορος ερχόμουν:
ο τοίχος, ο κρυφός διάδρομός του-
βήματα κι άλλα βήματα ανέβαιναν,
έπαιρναν το κεφάλι.
[Το κρεμασμένο στόμα του,
που τύφλωση επανέλαβε
και χαμογέλασε τα δόντια μια σειρά,
κρατούσε τώρα έναν ρυθμό μεταλλικό
κ' έγραφε σχήματα πουλιά
στον πυρετό ουρανό: το λιγοστό ταβάνι.]


στ'

Φαινόταν
η γυναίκα στον ξενώνα κ' έλεγες μοιραζόταν
δύσκολη μεταμέλεια: καθώς
σε όνειρο τα χέρια της κινούσε-
γύριζε τους δείχτες,
έριχνε κόκκινα σκοινιά στις τέσσερις γωνίες
και μου περνούσε το παλτό
στους ώμους, άσπρα δάχτυλα, μαλλιά-
(πάντα απορούσα εκείνο
ένα άδειο κάθισμα με δύο
πράσινα, στον ίσκιο του κεφάλια)
- κ' έδειχνε πάνω τη μισοφαγωμένη λάμπα.


ζ'

Κ' έβγαινε πέτρινος ο λαιμός κ' έβγαινε
κόκκινα σκοτεινό το στήθος-

ά ν ο ι γ ε κίτρινη βροχή
να πλύνει από το χέρι μου
το αίμα κ' ένας άρρωστος
τόπος έκαιγε με τους σπασμούς
και τα σημάδια του

πώς εκείνο το φθινόπωρο: ξυπνώντας
σ' ένα πυκνά τετράγωνα ύφασμα
και δίπλα στη γυναίκα-
τα δάχτυλά μου είχαν απότομα γεράσει
κ' έπεφταν βαθιά στα μαλλιά της,
κ' έτρεμαν και πήγαιναν ψηλαφητά ωσότου
μία τεντωμένη φλέβα

κι όλο σκεφτόμουν πέτρα
και δύσκολο ν' αντιμάχεσαι την επιθυμία-
γιατί αυτό που θέλει με ψυχή το εξαγοράζει.
Κ' έλειπε ξάφνου το άλλο σώμα.
Και πλέον ό,τι πάλευα στα μάτια μου να κλείσω:
μαύρα καρφιά και δέρμα
κ' ένα βαθύ νερό στ' αυλάκια της παλάμης.


η'

Και άσπριζε φοβερά
το χέρι της στο πρόσωπό μου
(στο μάτι ανάμεσα και την παλιά σπασμένη
ρυτίδα: ό,τι του δέρματος βρίσκοντας πέτρα)
- κ' έτσι κρεμόταν κ' έτριζε
και κάθε που έκανε απ' το μέτωπο να φύγει τα μαλλιά
μου
θυμόμουν τοίχους πίσω: καθόταν
ήσυχη η γυναίκα στην καρέκλα της
και μέτραγε στα δάχτυλα σταυρούς, όταν
ξύλο κοκκίνισε στο σκοτάδι της πόρτας-
αμέσως τίναξε το χώμα από τα γόνατα,
σηκώθηκε από μνήμης κι άρχισε
να σέρνει δύο πόδια στίγματα
ρίζα βαθιά, ρίζα επιμένοντας, επαλη-
θεύοντας κατά την έξοδο εξόδους.


θ'

Κ' έβγαινε πέτρινος ο λαιμός κ' έβγαινε
κόκκινα σκοτεινό το στήθος.

Εγώ τη σάρκα σώπαινα σε μόλις μορφασμούς-
έστρεφα βλέμμα στην εικόνα:
κορυδαλλοί μαύρα λευκά φτερά
έπεφταν ένα γύρο και λογιζόμουν
νέφος το σώμα ηδονών- πυγμαίο φως
- θα με συντρίψει.


ι'

"Βάφτισε δέντρο το κορμί μου", ψιθύριζε, "και δίχως
ενοχή
σκαρφάλωσε και κόψε
με δόντια τα κλαδιά ζωσμένα μίσχους,
λουλούδια και καρπούς.
Κι αν βρεις αγκάθια στα κλαδιά μου,
φωλιές εντόμων, ή και φίδια, να ξέρεις:
αυτά στον έρωτα χαρίζουνε μιαν αίσθηση κινδύνου".

Ποτέ μου δεν την άκουσα κι ας την ποθούσα-

ήθελα νύχτα σαν την αποψινή
-το σώμα της μην έχοντας
πλάι στο δικό μου- να μπορώ
τον ίσκιο της να θυμηθώ.


ια'

Μες στον διπλο κύκλο γονάτιζες
και σήκωνες τα μαλλιά και κάλυπτες
ύφασμα μαύρο το κεφάλι-

ώσπου με βρήκες -νύχτα- παγωμένο:
να 'χω τραβήξει τον ορό από τη φλέβα
να 'χει φουσκώσει μες στα μάτια μου το αίμα.

[Αν προσευχήθηκες αργότερα για μένα
-από συμπόνοια ή έστω από συνήθεια-
δεν έμαθα ποτέ.]


ιβ'

Είχε πληθύνει το δωμάτιο ρωγμές και δείξει
κόκκινα στον τοίχο τα καρφιά-

σήκωνε -ελαφρά- τα βλέφαρά της: επιστροφή
(εκείνη μνήμη
δίχως αρχή) συνόψιζε σ' ελάχιστη πράξη-

φθινόπωρο- βροχερό πρωινό στα τέλη Νοέμβρη -
να 'χω τα μάτια της κτερίσματα

στη μέσα τσέπη του παλτού και άσπρα
τα χέρια μου για τον χειμώνα.


ιγ'

Στήθος μεσόκοπο και ζαρωμένο

το γάλα σου φτάνει γλυκό
στα χείλη μου και δίνει φως
στο μελανό μου σώμα

η μυρωδιά σου: εθισμός

ελεύθερα κυλά στις φλέβες μου
τριγμούς και ανάσες της θηλής σου

[Στόμα που μ ά ζ ε ψ ε κ' έδειχνε λίγα τα δόντια
μιλούσε στη γυναίκα σκληρή την προσευχή.]


κ' έσταζε
μαύρη λευκή φτερούγα του
στης πέτρας τις ραγάδες -



Παρασκευή 26 Ιουνίου 2009

Ράινερ Μαρία Ρίλκε: Η γέννηση του Χριστού

Η γέννηση του Χριστού

Αν δεν υπήρξες πάντα απλή, πώς από πάνω σου θα ερχόταν
ό,τι τη Νύχτα φωτίζει τώρα;
Δες: ο Θεός που πάνω από τα σύννεφα το μένος Του
βροντούσε,
μαλακώνει κι έρχεται επί γης εντός σου.

Ξαφνιάστηκες; Τον είχες φανταστεί πιο μεγαλειώδη;

Και τι νοείται μεγαλείο; Ό,τι υπερβαίνει κάθε μέτρο
το διατρέχει αυστηρά το πεπρωμένο του.
Άστρο δεν κατορθώνει τέτοια πορεία.
Βλέπεις; Αυτοί είναι οι Μεγάλοι Βασιλείς

και σέρνουν μπρος στα γόνατά σου

θησαυρούς, ό,τι λαμπρότερο απ' αυτούς,
κι ίσως κι εσύ να σάστισες με αυτή την προσφορά τους:
ωστόσο, δες μες στου μανδύα σου τις πτυχές
πως τώρα Αυτός τα πάντα υπερβαίνει:

το κεχριμπάρι, που με καράβια παίρνουν σε τόπους
μακρινούς,

το χρυσάφι, και το μύρο
που σκορπάει στον αγέρα και ζαλίζει τις αισθήσεις:
εκείνα όλα τα εφήμερα που φεύγουν στη στιγμή
κι όταν χαθούν λυπάσαι.

Ωστόσο (όπως θα δεις): Εκείνος νιώθει αγαλλίαση.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ

Πέμπτη 18 Ιουνίου 2009

Α-PARTY-Α

Γιορτάζοντας τα τρία χρόνια λειτουργίας του στο Dasein το Poetry Now σας προσκαλεί στην ΠΟΙΗΤΙΚΗ A-PARTY-A.
Ποιητές γλωσσοκεντρικοί, περφόρμερ, ρομαντικοί. Ποιήματα από στήθους, ηχογραφημένα, μελοποιημένα. Νέοι Έλληνες και Ελληνίδες δημιουργοί με το μικρόφωνο στο χέρι ή την επιλογήτους στα deck, ανεβασμένοι στο τραπέζι ή βυθισμένοι στον καναπέ ζωντανεύουν στίχους αγαπημένων τους ποιητών (του εαυτού τους, ομοίως) σε μία βραδιά που η ποίηση θα βγει... εκτός εαυτού.
Μεταξύ άλλων ποιητών και μη θα διαβάσουν, θα θεατρικοποιήσουν ή απλώς θα επιλέξουν ποιήματα στα deck, οι: Γιώργος Χαντζής, Μαρία Τοπάλη, Κατερίνα Ηλιοπούλου, Δούκας Καπάνταης, Πατρίσια Κολαϊτη, Γιάννης Στίγκας, Δημήτρης Άλλος, Γιάννα Μπούκοβα, Βασίλης Κάρδαρης, Ιορδάνης Παπαδόπουλος, Αλέξανδρος Απέργης, Δήμητρα Κωτούλα, Σταμάτης Πολενάκης, Γιάννης Ευθυμιάδης, Μιχάλης Παπαντωνόπουλος...
Τα ποιήματα κυκλοφορούν ανάμεσά μας και οποιοσδήποτε μπορεί να κλέψει την παράσταση. Εσύ;
Κυριακή 21 Ιουνίου, 9 μ.μ. - Dasein, Σολωμού 12, Εξάρχεια.

Σάββατο 13 Ιουνίου 2009

Δυνατότητες χρήσης του προσωπείου

Aγγελική Σιγούρου: Αράς, Εκδόσεις Hλέκτρα, 2008.

Γυναικεία ποίηση; Σωματική γραφή; Όχι, όχι... Διαβάζοντας τους έξι δραματικούς μονολόγους που απαρτίζουν το ποιητικό βιβλίο Aράς της Aγγελικής Σιγούρου, (Xιονάτη, Iωσηφ-ίνα, Πασιφάη, Tειρεσία-ς, Tζούλια, Mαρία), το ερώτημα είναι εντελώς διαφορετικό από τα ήδη συνηθισμένα, σχεδόν ''θεσμοθετημένα", στην ελληνική ποίηση: Kαι τo προσωπείo, τι χρειάζεται σε ένα σύγχρονο ποίημα; Στη φαινομενικά εξορθολογισμένη συγκαιρινή μας κοινωνία -και μεταμοντέρνα τέχνη- όπου ο Mύθος ως συλλογικός τρόπος σύλληψης και παράστασης του κόσμου, με ρίζες ως την πέτρα ενός κοινού ασυνείδητου, αγνοείται, παρακάμπτεται ή δρέπει -τουλάχιστον- αμηχανία, καθιστώντας τον άνθρωπο δέσμιο της κακώς νοούμενης ατομικότητάς του και τον αναγνώστη δέσμιο της πληθώρας "αξιοπρεπών", συμβατικά φιλολογώντας, έργων, έρχεται το προσωπείο να αντλήσει τη φωνή του από έναν αρχέγονο λεκτικό πυρήνα επικοινωνίας και να εφεύρει εκ νέου μια μυθολογική γλώσσα - τίποτα περισσότερο, αλλά και τίποτα σημαντικότερο, από μια συμφωνημένη γλώσσα με κώδικες τους οποίους όλοι αναγνωρίζουμε, ακόμη και στην αντεστραμμένη μορφή τους. H χρήση του προσωπείου προβάλλει την κοινωνία της γλώσσας -και του έργου τέχνης, ευρύτερα- πριν και πάνω απ' όλα ως αισθητική επιλογή και αντίληψη, και δεν μπορεί παρά να βρει την καταγωγή της στη λαϊκή τέχνη. Eφόσον δεχόμαστε πως το ιστορικό πρόσωπο υπάρχει ως ένα πλέγμα ιστορικών προσδιορισμών, πως καθορίζει την Iστορία, αλλά και ετεροκαθορίζεται απ' αυτήν, κι εφόσον αναγνωρίζουμε πως η μυθολογία, η λαογραφία και η λογοτεχνία, μεταξύ άλλων, συνιστούν αναπόσπαστες πραγματικότητες της ανθρώπινης Iστορίας, η εμμονή του ποιητή που κρύβεται πίσω από το προσωπείο είναι αυτή που θα διαχειριστεί τους σημειολογικούς και ιστορικούς κώδικες, τόσο της εποχής του όσο και εκείνης στην οποία ανήκει το προσωπείο που επιλέγει να "φορέσει", και αυτή είναι που θα κατευθύνει το ιστορικό πρόσωπο κατά πού επιθυμεί -ακόμη και στην πλήρη αποδόμησή του.

Kαι οι ποιητικοί μονόλογοι της Σιγούρου, σ' αυτή τη διαρκή απόδραση απ' την κατάρα του Mύθου και το ορθολογικό βίωμα της Iστορίας, δομούνται. O ρεαλιστικός ζωτικός χώρος μέσα στον οποίο πάσχουν να υπάρξουν τα προσωπεία του Aράς, υιοθετείται μόνο και μόνο για να απορριφθεί τελικά -συνειδητά ή ασυνείδητα- από τους ίδιους τους πρωταγωνιστές. H ανοίκεια αίσθηση που δημιουργεί στον αναγνώστη ο λόγος τον οποίον εκφέρει η Ιωσηφ-ίνα, για παράδειγμα, αποκτά συμβολική διάσταση σ' έναν καινό κόσμο, ο οποίος αναδημιουργείται ή επανεφευρίσκεται στον συγκερασμό ιστορικών ή φανταστικών γεγονότων, ετερόκλιτων αν και αλληλοσυμπληρωματικών γλωσσικών στοιχείων και τρόπων ποιητικής. Ωστόσο, στο Aράς, το ένα προσωπείο έχει απόλυτη ανάγκη το άλλο για να υπάρξει. H Μαρία αναγνωρίζεται στη Xιονάτη, η Πασιφάη στην Tζούλια και ούτω καθ' εξής, με αποτέλεσμα τον σχηματισμό ενός δαιδαλώδους οικοδομήματος, μέσα στο οποίο τα προσωπεία ακολουθούν καθένα τον δικό του δρόμο, για να συνενωθούν τελικά σε ένα. Kαι τότε: επί σκηνής του κόσμου ο άνθρωπος να υποδύεται τον ρόλο Άνθρωπος. Bρισκόμαστε, λοιπόν, μπροστά στην πρωτογενή ανάγκη του ατόμου να παραστήσει τον εαυτό του - μπροστά στη λύση που προσφέρει το Προσωπείο στο Σώμα, όταν το τελευταίο δυσκολεύεται να κοινωνήσει τις επιθυμίες και τους τρόμους του, να μετατρέψει την ψυχική του αγωνία σε Mύθο. Συνέπεια, ίσως, της εν λόγω λειτουργίας είναι η φατική "καθυστέρηση" που διέπει το κείμενο και των έξι ηρωίδων του Aράς, εκφρασμένη ανέκκλητα στην ένταση του Προσωπείου και στο λόγο του Σώματος: ο άνθρωπος Iωσηφίνα δεν προλαβαίνει ποτέ να είναι ο ρόλος Ιωσηφ-ίνα. Kι εδώ ακριβώς έγκειται η τραγική ουσία του ατόμου, ως χωροχρονική συνθήκη της Iστορίας: στην προσπάθειά του όχι μόνο να διαμορφώσει την προσωπική ιστορική του συνείδηση και να ορίσει τον εαυτό του εντός του πλαισίου αυτής, αλλά να κατακτήσει το μέρισμά του στην ιστορική συνείδηση των άλλων.

Σημειώνοντας, το μυθικό πλάσμα Άνθρωπος που κατοικεί τους δραματικούς μονολόγους του Aράς βιώνει την κατάρα του προσωπείου: να υπάρχει και ύστερα από την ιστορική πραγματικότητα του προσώπου - να διατηρεί την υπόστασή του και μετά την ερμηνεία του ρόλου. Kαι πολύ πιθανώς την ίδια "κατάρα" να δοκιμάσουν και τα ποιήματα αυτά καθαυτά της Σιγούρου.

ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ

[Το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Αυγή, στις 20 Ιουλίου του 2008]

Σάββατο 6 Ιουνίου 2009

117, rue Didot/ Το Βορτιστικό Μανιφέστο [απόσπασμα]


4

ΕΠΙΔΟΚΙΜΑΣΤΕ ΤΗ ΓΑΛΛΙΑ

για τους ΜΕΔΙΜΝΟΥΣ της ΖΩΝΤΑΝΙΑΣ της
ανά τετραγωνική ίντσα.
ΠΑΤΡΙΔΑ ΤΩΝ ΤΡΟΠΩΝ
[τα Καλύτερα, τα ΧΕΙΡΟΤΕΡΑ
και ενδιαφέροντα μείγματα].

ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑΤΙΚΗ ΠΟΡΝΟΓΡΑΦΙΑ
[μέγας εχθρός της προόδου]
ΜΑΧΗΤΙΚΟΤΗΤΑ
ΜΕΓΑΛΟΙ ΣΚΕΠΤΙΚΙΣΤΕΣ
ΒΑΘΙΑ ΚΟΜΨΟΤΗΤΑ
ΘΗΛΥΚΕΣ ΑΡΕΤΕΣ
ΘΗΛΥΚΑ

ΜΠΑΛΑΝΤΕΣ του ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΚΟΥ της ΑΠΑΧΗ.
Αξεπέραστη σκληρότητα και θρασύτητα του
Voyou χαρακτήρα του, του έφηβου επαναστάτη.
Μετριοφροσύνη και ανθρώπινη φύση πολλών εκεί.

ΜΕΓΑΛΗ ΠΛΗΜΜΥΡΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ που ξεχείλισε
από την πληγή του 1797.
Και πικρότερο ρυάκι από το 1870.
ΑΝΤΟΧΗ γάτας.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ

Σάββατο 30 Μαΐου 2009

Σρέτσκο Κοσοβέλ: Εκπορνευόμενη κουλτούρα


Εκπορνευόμενη κουλτούρα

Χούφταλα χορτασμένα, πώς ξεπουλήσατε μια ολόκληρη ζωή,
πώς υπήρξατε κάτι διαφορετικό απ' ό,τι είχατε ονειρευτεί;
Εγώ απελπίζομαι τρεις φορές τη μέρα:
βλαστημώ και καταριέμαι τους πάντες·
ακόμη κι εμένα.
Ο Ναπολέων εκστρατεύει κατά της Ρωσίας.
Δες πώς μαραίνονται
τα κόκκινα τριαντάφυλλα του φθινοπώρου.
Τι; Δεν πας όπου φυσάει ο άνεμος;
Μα είσαι ηλίθιος;
Αυτό είναι το αληθινό πρόσωπο του ανθρώπου:
καθαρό σαν ήλιο φθινοπώρου
που καθρεφτίζεται σε μάτια βουρκωμένα.
(Τα δάκρυα είναι σαν τα νομίσματα!)
Εκείνος –μαύρος βασιλιάς στην σκακιέρα–
αναζητάει τον σωσία του.
Πρωί πρωί ξεκινάει για το Παρίσι.

SRECKO KOSOVEL [1904-1926]
Σλοβένος ποιητής

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ

Υ.Γ.: Αντιδώρημα...

Κυριακή 24 Μαΐου 2009

Ράινερ Μαρία Ρίλκε: Ο Ευαγγελισμός των Ποιμένων


Ο Ευαγγελισμός των Ποιμένων

Ω εσείς, κοντά στη φωτιά, που ξέρετε τον υπερφυσικό ουρανό
και τους οιωνούς διαβάζετε των άστρων -
σηκώστε το βλέμμα ψηλά και δείτε προς τα εδώ:
υπάρχω: άστρο καινό που ανατέλλει.
Η πλήρης ύπαρξή μου καίει
κι εκτυφλωτικά θεόρατη φέγγει
τέτοιο ένα φως που το βαθύ
Στερέωμα πλέον δεν μου αρκεί.
Αφήστε η λάμψη μου στον μύχιο εαυτό σας να εισέλθει:
ω, βλέμματα σκοτεινά και σκοτεινές καρδιές:
Μοίρες σάς κατακλύζουν νυχτερινές.
Ποιαν έρημο, Ποιμένες,
υπάρχω τώρα εντός σας! Μεμιάς κατέκτησα τον χώρο.
Μην απορείτε: το μέγα αρτόδεντρο
έριχνε έναν ίσκιο - κι αυτόν εγώ τον έστειλα.
Ω εσείς θαρραλέοι, αν ξέρατε πώς λάμπει τώρα
στα ατενή σας πρόσωπα το μέλλον.
Στο δυνατό αυτό φως θα συμβεί ό,τι Σπουδαίο.
Την εχεμύθειά σας εμπιστεύομαι - για εσάς, ψυχές γεμάτες
πίστη,
όλα εδώ έχουν φωνή: η φλόγα μιλάει κι η βροχή,
ο άνεμος και τ' αποδημητικά πουλιά - κι αυτό που είστε
τίποτε δεν ξεπερνά και δεν μεγαλώνει,
αν η έπαρση το τρέφει.
Και τα πράγματα δεν τα κρατάτε
στο Κενό του στήθους σας για να τα βασανίσετε.
Καθώς η ευφροσύνη μες στον Άγγελο ξεχύνεται,
έτσι σαλεύει εντός σας το Επίγειο.
Κι αν ξάφνου άρπαζε φωτιά μια βάτος,
θ' ακούγατε από μέσα της να σας καλεί ο Αιώνιος -
κι αν Χερουβείμ να περπατήσουν καταδέχονταν
κι εκεί που βόσκουν τα κοπάδια σας πλησίαζαν, δεν θα
σαστίζατε:
θα πέφτατε στο χώμα με το πρόσωπο, θα προσκυνούσατε
και γη τον τόπο αυτόν θ' αποκαλούσατε.

Κι έτσι θα ήταν. Πρέπει να είναι κάτι Νέο
για το οποίο η Οικουμένη πάσχει να διευρυνθεί.
Τι είναι μια βάτος για μας: ο Θεός συναισθάνεται τον
εαυτό Του
σε νεαρής γυναίκας μέσα την κοιλιά.
Είμαι ολοφάνερα εκείνο το ζεστό εντός, που σας οδηγεί.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ