Τρίτη, 30 Δεκεμβρίου 2014

Χένρι Τζέιμς: Το ημερολόγιο ενός πενηντάρη [Εκδ. Εκάτη]


Τα τελευταία δέκα χρόνια, υπήρξαν στιγμές, που αισθανόμουν τόσο βαρύγδουπα μεγάλος σε ηλικία, τόσο καταβεβλημένος, σχεδόν απόμαχος, ώστε θα μπορούσα κάλλιστα να είχα εκλάβει ως κακόγουστο αστείο κάθε υπαινιγμό σχετικό με την ύπαρξη οποιασδήποτε αίσθησης νεανικότητας μέσα μου. Εν πάση περιπτώσει, δεν θα διαρκούσε πολύ. Συνεπώς, έκανα το καλύτερο που μπορούσα. [...] 

Οπωσδήποτε, ταξίδεψα πολύ, εργάστηκα σκληρά, έζησα σε απάνθρωπα κλίματα και σχετίστηκα με κουραστικούς ανθρώπους. [...] Όμως, η ευτυχία, η θετική ευτυχία, θα πρέπει –το δίχως άλλο– να είναι κάτι διαφορετικό. Δεν ξέρω τι θα μπορούσε να είχε πάει καλύτερα, τι και σε σύγκριση με τι θα μπορούσε να είναι καλύτερο στην παρούσα ζωή μου. Ωστόσο, αυτό ακριβώς είναι που κάνει την διαφορά: δεν θα μπορούσα –καθ’ οδόν προς την αναζήτηση ευχάριστων σκέψεων– να μην ξεθάψω ένα διαπαντός λήξαν επεισόδιο, το οποίο συνέβη –ούτε λίγο ούτε πολύ– περισσότερο από ένα τέταρτο του αιώνα πριν. [...] 

Ασφαλώς υπήρξε μέγα κατόρθωμα το γεγονός πως δραπέτευσα, πως δεν προχώρησα σε μιαν ενέργεια καταφανώς ανόητη. Και υποθέτω πως, όσο σοβαρό κι αν είναι το βήμα που μπορεί να κάνει ένας άνθρωπος στα είκοσι πέντε του χρόνια, μετά τον αγώνα, μετά την έντονη προσπάθεια που χρειάστηκε να καταβάλει, έστω κι αν τα γεγονότα φαίνεται να δικαιώνουν εκ των υστέρων τους χειρισμούς του, παραμένει μέσα του μια κάποια αφορμή θλίψης, μια κάποια αίσθηση απώλειας, που ελλοχεύει στην ίδια την αίσθηση της νίκης: μια τάση ν’ αναρωτιέσαι –ν’ αναστοχάζεσαι μάλλον– τι θα μπορούσε να συμβεί. [...] Εξ ου και το εισιτήριό μου. 

[Μτφρ.: Μ.Π.]