Κυριακή, 15 Σεπτεμβρίου 2013

Η επιστροφή του Αρχιερέα και άλλα διηγήματα


Του Μιχάλη Παπαντωνόπουλου

Δεν είναι η πρώτη φορά που γι’ αλλού κινήθηκε ο λαός και αλλού κατέληξε ως όχλος. Ακόμη, δεν είναι η πρώτη φορά που οι εξουσίες είχαν εφεδρείες, που το πλήθος νόμιζε ότι… ήταν δική του επιλογή! Πρόσωπα και προσωπεία της εξουσίας, που η ανασφάλεια τα οδηγεί στον αυταρχισμό. Οβιδιακές μεταμορφώσεις χωρίς τελειωμό. Λογάριασε σε όλα αυτά και τον ρωμαϊκό ιμπεριαλισμό και τότε αντιλαμβάνεσαι με ποια Λερναία Ύδρα αντιπαλεύεις. Κι όμως, δεν έχεις άλλη επιλογή. Πρέπει να συνεχίσεις να αντιπαλεύεις τη Λερναία Ύδρα. Τόσο απλό.

Με αυτό το απόσπασμα ολοκληρώνεται το εισαγωγικό διήγημα «Η επιστροφή του Αρχιερέα», που αποτελεί και τον πυρήνα του ομώνυμου βιβλίου. Συγχρόνως, το εν λόγω απόσπασμα λειτουργεί ως ο απαραίτητος αρμός μεταξύ του κεντρικού διηγήματος και των προεκτάσεών του – δηλαδή, των διηγημάτων «Ιουλιανού ελληνικά» και «Αποχαιρετισμός στον Τσε Γκεβάρα» που συμπληρώνουν την έκδοση. Προεκτάσεις, οι οποίες δεν ενέχουν δευτερεύοντα ρόλο στη δομή και το ρητορικό σχέδιο του κειμένου, αντιθέτως εμβαθύνουν στην αποτύπωση και αναγνώριση της εξουσιαστικής παρτίδας που στήνεται –αδιάφορο πού– εδώ και κάποιες χιλιάδες χρόνια ανθρώπινης ιστορίας ή… σφαγής. Για την ακρίβεια, μιας παρτίδας αφενός εγγενούς της εκάστοτε κοινωνικής δομής και πολιτικής διαχείρισης –και άρα γνώριμης–, μα αφετέρου ανοίκειας, καθότι η συγχρονικότητα που αναπτύσσεται ανάμεσα στη δράση του ατόμου ή των κοινωνικών ομάδων και στους όρους που επιβάλλει το μοντέλο της παρτίδας, απομονώνει τον συμμετέχοντα εμποδίζοντάς τον ακόμη και να αντιληφθεί την πραγματική θέση του σε αυτήν, ενώ παράλληλα προκρίνει την κατασταλτική ιεραρχία ως το μοναδικό όργανο που μπορεί να εξασφαλίσει τη συνέχιση της παρτίδας – με όποιο κόστος.

Ας επανέλθω όμως στο κείμενο: Κάλλιστα, ο τίτλος του βιβλίου θα μπορούσε να είναι «Η επιστροφή του Αρχιερέα και άλλες παραβολές». Τα τρία κείμενα του Κωνσταντινίδη δεν αποτελούν «διηγήματα» με τη συμβατική έννοια του όρου. «Η επιστροφή του Αρχιερέα» –με τις πέντε παραλλαγές της για τις συνέπειες αυτής της επιστροφής, τη στοιχειώδη εισαγωγή και έξοδό της– κινείται στην κόψη του λογοτεχνικού δοκιμίου. Αποκεί και πέρα, η συνειρμική παραπομπή στην «Επιστροφή του Ασώτου» καθώς και τα συμβολικά σχήματα που μετέρχεται ο Κωνσταντινίδης –η Ρώμη ως το «μακρινό» κέντρο εξουσίας, ο Αρχιερέας ως μεσολαβητής της εξουσίας αυτής ανάμεσα στη Ρώμη και τον λαό του, συμπεριλαμβανομένων των Πραιτόρων, των πληβείων, των ολιγαρχικών, των δημοκρατικών κ.ο.κ.– αποκαλύπτει με παραβολικό τρόπο τη φρίκη που γεννά κάθε εξουσία, όταν αναγκάζει έναν λαό –πίσω από συνθήματα όπως «Ζήτω η ελευθερία», «Κάτω ο ρωμαϊκός ιμπεριαλισμός»– να κραυγάζει κατ’ ουσίαν «Ζήτω η εξουσία».

Ομοίως, στα «Ιουλιανού ελληνικά» ο Κωνσταντινίδης αναδημιουργεί με σύγχρονους όρους τις Συρακούσες – αποικία των Αθηναίων. Εδώ, οι φορείς της εξουσίας αποκτούν όνομα –μεταξύ άλλων, ο Ανδρόνικος ντε Μαρρί, η δεσποινίς Αβαριάδα, ο Μεγαλοαρχοντόπουλος της εφημερίδας «Ο Δημοκράτης»–, πλην όμως η διάθεση του συγγραφέα είναι εμφαντικά ειρωνική. Μέσα από τους διαλόγους των εν λόγω προσώπων στο πλαίσιο των εργασιών της Επιτροπής Αλληλεγγύης για τα Εθνικά Θέματα αποκαλύπτεται το ιδιοτελές παρόν και μέλλον τους, καθώς και τα αληθινά «προσόντα» τους για να ανέλθουν στην κλίμακα της εξουσίας. Και όλα αυτά υπό τη σκέπη της «εθνικής ενότητας» και του «καλώς νοούμενου δημόσιου συμφέροντος». Με την πρόφαση της υπερκομματικότητας σε ένα παζάρι συμφωνιών μεταξύ ακροδημοκρατών, μεσοδημοκρατών, ολιγαρχικών και ανένταχτων. Ανάμεσα σε ευνούχους, χρέη και οικοδομικό οργασμό. Σε μια αποικία που διαρκώς φθίνει – γιατί αυτή είναι η αναπόφευκτη μοίρα κάθε αποικίας.

Το τρίτο διήγημα του βιβλίου –ο «Αποχαιρετισμός στον Τσε Γκεβάρα»– παρουσιάζεται ως το πιο ρεαλιστικό, δεδομένου ότι κτίζεται πάνω στις σκέψεις του αφηγητή και τα ευσύνοπτα διαλογικά μέρη ανάμεσα στον ίδιο και φίλους του. Συγχρόνως, πρόκειται για το πιο λυρικό από τα τρία κείμενα της έκδοσης, καθώς θα μπορούσε να διαβαστεί και ως η παραβολή του «Μπολιβάρ» – του περίφημου ποιήματος του Νίκου Εγγονόπουλου. Ο συλλογισμός του αφηγητή ακολουθεί ορισμένως τον μηχανισμό του vortex – της «δίνης», όπως θεμελιώθηκε από τους μοντερνιστές καλλιτέχνες που υπέγραψαν το Βορτιστικό Μανιφέστο το 1914. Έτσι, στο vortex της ανθρώπινης ιστορίας η Πενταλιά της Πάφου είναι η Πλάγια Μπλάνκα της Κούβας, το άστρο του Τσε Γκεβάρα σβήνει πάνω από τον ποταμό του Κάμπου και το κρανίο του Ονήσιλου είναι θαμμένο κάπου στη Λατινική Αμερική. Σε αντίθεση με την κατάσταση διαδοχής που επικρατεί στους εξουσιαστικούς κύκλους –όπου και εστιάζουν τα δύο πρώτα κείμενα του Κωνσταντινίδη–, οι ηγετικές μορφές της ανθρώπινης ιστορίας που αγωνίστηκαν για την ελευθερία συμπλέουν ανεξαρτήτως τόπου και χρόνου: Αυξεντίου, Μπολιβάρ, Οικονόμου, Ρήγας, Ροβεσπιέρος είναι μαζί στο Καράκας, στην Αθήνα, στο Παρίσι και στον Μαχαιρά.

Εδώ αξίζει να επισημανθεί το εξής: Στα πρώτα δύο κείμενα, τα ονόματα των πρωταγωνιστών «περιορίζονται» στα αξιώματα που κατέχουν και στις ταμπέλες με τις οποίες ομαδοποιούνται για να ελέγχονται καλύτερα. Εναλλακτικά, προσδιορίζονται με αλληγορικά ονοματεπώνυμα, που υπονομεύουν τον θεσμικό τους ρόλο. Θεωρώ πως αυτή η πρακτική δεν οφείλεται μόνο στο ότι η συμβολική διάθεση των παραβολών αποφορτίζεται στο τρίτο μέρος. Άλλωστε εξίσου συμβολική και ισχυρή είναι η αναφορά στα ιστορικά πρόσωπα που συνδέθηκαν με τους εθνικοαπελευθερωτικούς και κοινωνικούς αγώνες της ανθρωπότητας. Εννοώ ότι η Ρώμη του πρώτου κειμένου μπορεί να είναι η αποικιοκρατική Αγγλία του 19ου και ως τα μισά του 20ού αιώνα, ή οι ΗΠΑ του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και ύστερα, ή η σύγχρονη Γερμανία της χρηματοπιστωτικής Ευρωζώνης. Αντίστοιχα, ο Αρχιερέας μπορεί να είναι ένας εκλεγμένος Πρόεδρος ή Πρωθυπουργός ή ένας διορισμένος Επίτροπος. Εν ολίγοις, πρόκειται για μια λίστα δίχως τέλος, όπου τα πρόσωπα –ή οι καρικατούρες– της εξουσίας απλώς αλλάζουν όνομα, στο πλαίσιο της διαδοχής, μα οι κανόνες της παρτίδας δεν αλλάζουν. Γι’ αυτό και δεν χρειάζεται να ονοματιστούν – ή καλύτερα, δεν έχουν όνομα, παρά μόνο τη θεσμική ιδιότητα της εξουσίας που ασκούν. Αντίθετα, οι προσωπικότητες που αντιτάσσονται σε αυτή την Αρχή προσδιορίζονται σε μεγάλο βαθμό από τα έργα και τις μέρες τους. Δεν υπάρχει διαδοχή, αλλά μια κατάσταση έμπνευσης από εποχή σε εποχή που καθιστά τους πεπερασμένους ζωντανούς στη συνείδηση και τα οράματα κάθε γενιάς. Σε αυτή την περίπτωση, οι άνθρωποι έχουν ανάγκη τον συμφωνημένο μύθο για να συναντηθούν. Κι όσο στη σχέση εξουσίας-ατόμου τίποτα δεν είναι συμφωνημένο, τόσο αυξάνει η ανάγκη ν’ αναγνωρίσουμε στον συμφωνημένο μύθο των Πραιτοριανών, των Αμαθούσιων ή της αποικίας των Συρακουσών τις συγκαιρινές παραλλαγές της εξουσιαστικού δημόσιου λόγου και πολιτικού βίου, και στον συμφωνημένο μύθο του Ονήσιλου ή του Μπολιβάρ τους εναλλακτικούς δρόμους αντίστασης, αλλά και στοχασμού.

Κάπου εδώ, προκύπτει και το ερώτημα: Πόσο δραστική είναι η επιλογή του συγγραφέα να μιλήσει παραβολικά; Ή για να το θέσω αλλιώς, θα επιτύγχανε πιο αποτελεσματικά το καλλιτεχνικό του σχέδιο ο Κωνσταντινίδης, αν παρουσίαζε το κυπριακό παιχνίδι εξουσίας με απτούς όρους; Αν οι παραλληλισμοί, στους οποίους μπορεί να προβεί ο αναγνώστης –ταυτίζοντας τον Μακάριο με τον Αρχιερέα ή το Εθνικό Συμβούλιο με την Επιτροπή Αλληλεγγύης για τα Εθνικά Θέματα, για παράδειγμα– δεν εδράζονταν στο επίπεδο της υπόδειξης, αλλά της βεβαιότητας;

Εικάζω πως μια πνευματική παρουσία όπως ο Κωνσταντινίδης, με συχνές δημόσιες παρεμβάσεις –είτε μέσω των επιφυλλίδων είτε μέσω των βιβλίων του– στα κοινωνικά, πολιτικά και εθνικά τεκταινόμενα της Κύπρου, είχε την ανάγκη να φορέσει ένα προσωπείο ανεβαίνοντας επί της λογοτεχνικής σκηνής και να αποστασιοποιηθεί από τον φθαρμένο δημόσιο λόγο.

Αντιπαρέρχομαι την ενδεχόμενη ανωριμότητα που διέπει αυτόν τον δημόσιο λόγο ν’ αναμετρηθεί κατά μέτωπο με τα πρόσωπα που διαδραμάτισαν πρωταγωνιστικό ρόλο στην ιστορία του τόπου και να επανακαθορίσει τη σχέση του με την προσωποπαγή πολιτική εξουσία που ασκείται μέχρι και σήμερα.

Και καταλήγω πως επιδίωξη του Κωνσταντινίδη ήταν να αναδημιουργήσει την αρχέτυπη εικόνα της εξουσίας και της αλληλεπίδρασής της με το άτομο. Πρόθεσή του ήταν να ξεθάψει τη ρίζα του φαινομένου και να μην αναλωθεί στην περιγραφή μιας εγχώριας περιπτωσιολογίας – έστω και επαναλαμβανόμενης. Και επίτευγμά του ήταν να σπαράξει τα σκυλιά της εξουσίας –ας είναι και στον πεπερασμένο χρόνο του κειμένου–, εκείνα τα σκυλιά που διαχρονικά σπαράζουν τον ποιητή.


ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Το κείμενο εκφωνήθηκε στο πλαίσιο της παρουσίασης των βιβλίων του Στέφανου Κωνσταντινίδη από τις Εκδόσεις Αιγαίον, τη 15η Οκτωβρίου 2012, στην μπουάτ «Η Αχάριστη» στην παλιά Λευκωσία. Δημοσιεύθηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό "Βακχικόν" τχ. 22, Ιούλιος 2013.