Κυριακή, 26 Αυγούστου 2012

Ράινερ Μαρία Ρίλκε: Η Κοίμηση της Μαρίας

Ι

Ο ίδιος μέγας Άγγελος, που κάποτε της έφερε
το άγγελμα της Σύλληψης, στεκόταν στο δωμάτιο,
προσμένοντας το βλέμμα της πάνω του να γυρίσει˙
και είπε: ο καιρός της Αναλήψεώς σου ήλθε.
Κι εκείνη τρόμαξε όπως τότε˙ πάλι
πρόσφερε τον εαυτό της:
κι έγειρε, σαν υπηρέτρια, μπροστά του το κεφάλι.
Μα Εκείνος έλαμπε και όλο πλησιάζοντας
χάθηκε, λες, στο πρόσωπό της –
και κάλεσε τους Μαθητές, απ’ όπου είχαν σκορπίσει,
να μαζευτούν στο Σπίτι στην πλαγιά:
στου Μυστικού Δείπνου το Σπίτι.
Και ήλθαν όλο δισταγμό και μπήκαν φοβισμένοι:
κειτόταν εκεί, στο στενό κρεβάτι, μες στον Χαμό
και την περιούσια Εκλογή, η αινιγματικά βυθισμένη,
ολότελα αγνή, σαν κάθε τι ανέγγιχτο,
κι απ’ των Αγγέλων τους ψαλμούς συνεπαρμένη.
Μα όταν είδε να προσμένουν όλοι, πίσω από τα κεριά τους,
βγήκε απ’ την πλημμύρα των φωνών
και χάρισε –με όλη την καρδιά της–
τα δύο φορέματά της˙
κι ύστερα σήκωσε το πρόσωπο και τους κοίταξε: έναν-έναν…
(Ω πηγή ανώνυμων δακρύων).

Και ξάπλωσε μέσα στην ανημποριά της
κι έσυρε χαμηλά τον Ουρανό τόσο κοντά στην Ιερουσαλήμ,
ώστε, το σώμα αφήνοντας η ψυχή της
ελάχιστη απόσταση χρειαζόταν να διανύσει:
κι Αυτός που γνώριζε την πλήρη ύπαρξη της,
ήδη την ύψωνε στην θεϊκή της φύση.

II

Ποιος συλλογίστηκε ελλιπή τον άπλετο Ουρανό
πριν τον δικό της Ερχομό;
Καθόταν ο Αναστημένος, μα η θέση
δίπλα Του αδειανή εδώ κι είκοσι τέσσερα έτη.
Κι άρχισαν να συνηθίζουν το αγνό κενό
που έδειχνε καθαγιασμένο, καθώς
με λάμψη εξαίσια το γέμιζε ο Γιος.

Έτσι, όταν στον Ουρανό εισήλθε,
δεν κατευθύνθηκε σε Αυτόν, όσο κι αν το λαχταρούσε˙
χώρος για εκείνη δεν υπήρχε˙ μόνο Αυτός ήταν εκεί και ακτινοβολούσε
τέτοιο ένα φως, που την πονούσε.
Μα τώρα η συγκινητική μορφή της,
στις καινές μακάριες ψυχές προσχωρούσε
κι απαρατήρητη, φως επάνω σε φως, στεκόταν,
όταν, μέσα από την ύπαρξή της,
κρύπτη ξέσπασε με λάμψη τέτοια,
ώστε ο Άγγελος που φωτίστηκε από εκείνη,
κραύγασε τυφλωμένος: ποια είναι τούτη η γυναίκα;
Σάστισαν˙ γιατί όλοι έβλεπαν, πώς
κράταγε ψηλά τον Κύριο μας ο Πατέρας-Θεός,
έτσι ώστε, από λυκόφως απαλό ζωσμένη,
φαινόταν η άδεια θέση,
σαν πόνος αμυδρός, ένα σημάδι μοναξιάς,
σαν κάτι που Αυτός υπέφερε ακόμη:
ένα υπόλειμμα επί γης, ένα άγονο φορτίο–.
Και την παρατηρούσαν: Τον κοίταζε όλο αγωνία,
σκυφτή –σε κάποια απόσταση– λες κι ένιωθε:
εγώ είμαι η οδύνη Του η πλέον μακροχρόνια: κι αίφνης κατέρρευσε.
Μα οι άγγελοι συνέτρεξαν:
την σήκωσαν˙ ψηλά, σ’ Εκείνον την οδήγησαν
κι ευφρόσυνα τον τελευταίο ύμνο της έψαλαν.


III

Και τον Απόστολο Θωμά,
που ήλθε στο μνήμα, όταν ήταν πια πολύ αργά,
πλησίασε Άγγελος γοργόφτερος, που καιρό πολύ
περίμενε, και του είπε προστακτικά:

σπρώξε την πέτρα στην άκρη. Δεν θέλεις να μάθεις
πού είναι αυτή που την καρδιά σου συνταράζει:
δες: εδώ την αποθέσαν
για λίγο, σαν λεβάντας προσκέφαλο,

ώστε η γη απ’ τις πτυχές της, σαν ένδυμα εξαίσιο,
την μυρωδιά εκείνης θ’ αναδύει στους αιώνες.
Ό,τι νεκρό (το αισθάνεσαι), ό,τι μαράζωσε
μουδιάζει από την γλυκιά ευωδιά της.

Δες το λινό σάβανό της: υπάρχει Λευκό
που μένει εμπρός του εκτυφλωτικό και δεν θαμπώνει;
Το φως αυτό, που αναβλύζει τ’ άχραντο λείψανο της,
υπήρξε πιο διαυγές κι από του ήλιου την λάμψη.

Δεν απορείς, τι απαλά που ξέφυγε απ’ αυτό;
Λες κι είναι ακόμη εδώ˙ τίποτε δε σαλεύει.
Ψηλά όμως, σείονται οι Ουρανοί:
γονάτισε άνθρωπε, και δες με και ψάλλε!


ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ