Δευτέρα, 28 Μαΐου 2012

Ίστβαν Έρκενυ: Η τελευταία ερώτηση




Ξάφνου ακούστηκε ένας τρομερός πάταγος στην πόρτα μου, κι αυτή έσπασε στα δυο και κατέρρευσε. Και ιδού! Ένας άγνωστος άντρας στεκόταν στο κατώφλι.

«Κάθαρμα, θα πεθάνεις!» ούρλιαξε προς το μέρος μου.

Ετοιμαζόμουν να βάλω τα ξύλα στον φούρνο, μα ακούγοντας την παραπάνω απειλή, στάθηκα αμέσως όρθιος.

«Κάποιο λάθος έχει γίνει», απάντησα.

«Λάθος; Κανένα λάθος!» φώναξε πάλι, παραλείποντας την προσφώνηση κάθαρμα. «Ήρθ’ η ώρα σου!»

Έκανε να βάλει το χέρι στην κωλότσεπη και να τραβήξει τ’ όπλο του, μα κινήθηκε τόσο αργά, σχεδόν χασομερώντας, λες και χάιδευε τη ράχη κανενός σκύλου. Στο μεταξύ, έβαλα τα ξύλα στον φούρνο κι άναψα φωτιά. Κατόπιν, άρχισα να πηγαίνω πάνω κάτω στο δωμάτιο, γιατί ως γνωστόν πριν σε πυροβολήσουν πρέπει να κάνεις έναν απολογισμό της ζωής σου. Εκείνη τη στιγμή, το χέρι του αγνώστου είχε διανύσει τη μισή απόσταση ως την τσέπη του• κι ό,τι ακολούθησε συνέβη τόσο –μα τόσο– νωθρά λες κι έβλεπα ταινία σε αργή κίνηση.

Πριν συνεχίσω, όμως, θα ήθελα να ξεκαθαρίσω κάτι. Γνωρίζω πολύ καλά την ανθρώπινη φύση και ξέρω πως η διήγησή μου θ’ αντιμετωπιστεί απ’ τον αναγνώστη με δυσπιστία. Γι’ αυτό, νιώθω την ανάγκη να σας διαβεβαιώσω πως ο πυροβολισμός έπεσε με τον πλέον συνήθη τρόπο. Ο δολοφόνος δεν ήταν αργός• όμως, η εκτίμησή μου για την κατάσταση στην οποία βρισκόμουν διαμορφώθηκε αστραπιαία (δεκαπέντε φορές πιο γρήγορα από τον αντίστοιχο μέσο όρο – μιλώντας πάντα σε εθνικό επίπεδο). Ένα άτομο με εξαιρετική αντιληπτική ικανότητα διακρίνει περισσότερα πράγματα• πράγματα που γι’ άλλους σχηματίζουν απλώς μια θολή εικόνα. Για παράδειγμα, ενώ κάποιος χασμουριέται, εγώ –δεδομένου ότι βρίσκομαι σε άριστη σωματική και ψυχική κατάσταση– μπορώ να φάω ένα τριπλό γεύμα. Στην προκειμένη περίπτωση, ο δολοφόνος μου πιθανώς να ορκίζεται πως με ξέκανε σε μισό λεπτό• κι όμως, χάρη στην οξυδέρκειά μου μπόρεσα να ζήσω μια νέα αλληλουχία σπουδαίων γεγονότων.

Βρισκόμαστε στη στιγμή όπου ο δολοφόνος έχει καταφέρει επιτέλους να τραβήξει τ’ όπλο του. Δεν υπάρχει λόγος βιασύνης, όμως θέλω να διαχειριστώ σωστά τον χρόνο που μου απομένει. Τι να κάνω; Να ξεράσω στο πάτωμα; Να φωνάξω βοήθεια; Να του πετάξω στο κεφάλι ό,τι βρω μπροστά μου; Ο πυροβολισμός δεν αφήνει στο θύμα περιθώρια επιλογής.

Έτσι, ενώ ο δολοφόνος τράβηξε προσεκτικά τ’ όπλο του, εγώ τηλεφώνησα στον γιατρό μου: εκείνος άρχισε να γκρινιάζει για τη ζάντα του αυτοκινήτου του που έσπασε (η ζάντα συνδέεται άμεσα με τη διαφορική ταχύτητα) και πόσο βασανίστηκε για να βρει καινούργια. Κάποια στιγμή αναγκάστηκα να τον διακόψω.

«Γιατρέ, δεν έχω χρόνο. Είναι έτοιμος να με πυροβολήσει. Καμιά ιδέα;»

«Εξαρτάται. Θέλετε να πεθάνετε ή όχι;»

«Θα προτιμούσα όχι».

«Ε, τότε αποφύγετε τη σφαίρα», ήταν η συμβουλή του διορατικού γιατρού μου.

«Έτσι απλό είναι, νομίζετε», του γύρισα. «Σ’ έναν μήνα μπορεί να έχω πάθει αποπληξία και να καταντήσω “φυτό”. Το ερώτημα είναι: “Πρέπει να γυρίσω την πλάτη μου σε έναν γρήγορο κι ανώδυνο θάνατο;” Μα για να αποφασίσω με σιγουριά, πρέπει να ξέρω σε τι κατάσταση βρίσκεται η υγεία μου».

Ο γιατρός έδειξε κατανόηση. Κατηγοριοποίησε τις διάφορες οργανικές παθήσεις μου, κι ύστερα από βαθιά περίσκεψη, μου είπε: «Σαν άνθρωπος προς συνάνθρωπο, σας συνιστώ να ζήσετε. Σαν γιατρός σας, όμως, θα σας πρότεινα να μην αδιαφορήσετε μπροστά σε μια τέτοια ευκαιρία».

«Σας ευχαριστώ πολύ».

«Ούτε λόγος».

Κι ενώ ήμουν ακόμη στο ακουστικό, ο δολοφόνος μου σημάδεψε κι έπειτα, αργά –πολύ αργά–, τράβηξε τη σκανδάλη. Η σφαίρα διέσχισε το δωμάτιο νωθρά, σχεδόν κοιμισμένα, όπως πετάει μια μύγα το φθινόπωρο. Περίμενα, κι ύστερα ελίχτηκα για να την αποφύγω.

«Πόσες σφαίρες σού έμειναν;» ρώτησα.

«Σταμάτα να χοροπηδάς», είπε ο δολοφόνος μου, «γιατί έχω μόνο τρεις σφαίρες στη θαλάμη».

«Σύντομα, θα έχεις δύο», απάντησα. «Άρα έχω πολύ χρόνο ακόμη».

«Άσχημο μπελά βρήκα μ’ εσένα», διαμαρτυρήθηκε ο δολοφόνος μου.

Έτσι, έκανα μερικά ακόμη τηλεφωνήματα. Πήρα τους αγαπημένους μου και κάποιους γνωστούς• ύστερα, τηλεφώνησα σε έναν φίλο συγγραφέα που σκεφτόταν να αγοράσει ένα οικόπεδο με τις πενιχρές οικονομίες του. Του περιέγραψα την κατάστασή μου. Του εξήγησα πως η αξία της γης δεν μένει ποτέ σταθερή. Είναι απολύτως βέβαιο πως οι τιμές των οικοπέδων θα πέσουν. Μ’ ευχαρίστησε για τη συμβουλή μου και την ευγενική μου διάθεση να τον σκεφτώ σε μια τόσο δύσκολη στιγμή. Τον αποχαιρέτησα με τη σειρά μου και τότε με πλησίασε η δεύτερη σφαίρα.

Την απέκρουσα με τους «Μανδαρίνους» της Σιμόν ντε Μπωβουάρ. Η σφαίρα εξοστρακίστηκε στο πάτωμα και έπεσε κάτω από τη βιβλιοθήκη. Κοίταξα ένα γύρω. Μια στοίβα αναπάντητα γράμματα με περίμεναν στο γραφείο μου. Κι έπιασα δουλειά.

Τα γράμματα ήταν σύντομα, πλην όμως ευγενικά. Παραιτήθηκα από τη σκέψη να πουλήσω το διαμέρισμά μου για να πάρω ένα άλλο στο 12ο διαμέρισμα κι έδωσα τη συμβουλή μου σε μια νεαρή που ήταν ερωτευμένη με δύο άντρες συγχρόνως. Ακύρωσα ένα δείπνο, μια δημόσια ανάγνωση και μια «πρόσκληση» να γίνω νονός. Όλα κυλούσαν ομαλά, χωρίς εμπόδια. Μα καθώς λιγόστευε ο χρόνος μου –βλέπετε, η τρίτη σφαίρα ερχόταν ίσια καταπάνω μου–, έπιασα το τελευταίο γράμμα, το οποίο εδώ και μήνες ανέβαλα πεισματικά να απαντήσω: το Συνδικάτο για τα Δικαιώματα των Ζώων από το τοπικό σφαγείο ζητούσε τη γνώμη μου.

«Παρακαλούμε, δείξτε κατανόηση στα ευτελή μας προβλήματα. Γνωρίζουμε τον φόρτο εργασίας που έχετε», ξεκίναγε το γράμμα, «όμως εδώ στο σφαγείο, ζούμε ως τον αστράγαλο στο αίμα, με το θανατικό να κροταλίζει στ’ αυτιά μας, τα ζώα να ψοφάνε, ενώ εμείς… εμείς απλώς θέλουμε να συνεχίσουμε το ευγενικό μας έργο για την προστασία των ζώων. Τι μας συμβουλεύετε να κάνουμε;»

Δεν έχω χρόνο ν’ απαντήσω• η σφαίρα κινείται σαν χρυσόμυγα και βρίσκεται σε απόσταση χεριού από το στήθος μου. Κι όμως, η ερώτηση που έθεσαν δεν είναι καθόλου ευτελής όπως οι ίδιοι νομίζουν. Περιέχει μια οικουμενική διάσταση• ίσως αυτή η ερώτηση να είναι η πιο σημαντική στον κόσμο. Κρίμα που ακόμα και τώρα, την ύστατη στιγμή, δεν έχω μια ξεκάθαρη απάντηση. Θα δω τι θα κάνω. Χάρη στην ευστροφία μου, διαθέτω λίγα δευτερόλεπτα ακόμη. Μπορεί να βρω μέχρι και δέκα λύσεις.

Ή πέντε.

Ή τρεις.

Ή δύο.

Ή μία.

Συγγνώμη. Πολύ αργά. Θα πρέπει να ρωτήσετε κάποιον άλλον.


ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ

Από τα (δε)κατα, τχ. 27