Δευτέρα, 9 Μαΐου 2011

Ουίλλιαμ Μπάτλερ Γέητς: Οι ιστορίες του Κόκκινου Χάνραχαν (Εκδ. Ερατώ, 2006)


Ο ΧΑΝΡΑΧΑΝ ΚΑΙ Η ΚΑΘΛΗΝ, Η ΚΟΡΗ ΤΟΥ ΧΟΥΛΙΧΑΝ[1]

Κάποτε ο Χάνραχαν ταξίδευε προς τον Βορρά, προσφέροντας κάθε τόσο την βοήθειά του σε κάποιον αγρότη κατά την πλέον επιβαρυμένη με γεωργικές εργασίες περίοδο του έτους· κι ακόμη: διηγείτο τις ιστορίες του και μοιραζόταν τα τραγούδια του σε αγρυπνίες νεκρών και γάμους.
Μια μέρα συνάντησε κατά τύχη, στον δρόμο του για το Κολούνεϊ[2], κάποια Μάργκαρετ Ρούνεϊ, μία γυναίκα που γνώριζε από το Μούνστερ, όταν ήταν νέος, και η οποία δεν έχαιρε και της καλύτερης φήμης εκείνον τον καιρό· οι λυσσαλέες προσπάθειες που κατέβαλε ο ιερέας για να την εκδιώξει από την περιοχή, την ανάγκασαν εν τέλει να αυτοεξοριστεί. Ο Χάνραχαν την αναγνώρισε από την περπατησιά και από το χρώμα των ματιών της καθώς και από τον τρόπο που έπιανε πίσω τα μαλλιά της, φεύγοντάς τα από το πρόσωπο, με το αριστερό χέρι. Περιφερόταν, του είπε, από τόπο σε τόπο πουλώντας ρέγκες και άλλα ψαρικά, και τώρα επέστρεφε στο Σλάιγκο[3], στο σπίτι της στο Μπάροου[4], όπου συγκατοικούσε με μιαν άλλη γυναίκα, την Μαίρη Γκίλις, η οποία είχε υποφέρει στο παρελθόν σχεδόν την ίδια ιστορία με εκείνη. Και του είπε πως θα της έδινε ιδιαίτερη χαρά αν ερχόταν να μείνει στο σπίτι μαζί τους και μοιραζόταν τα τραγούδια του με τους μπάκαχς[5] και τους τυφλούς και τους βιολιστές του Μπάροου. Και του είπε πως τον θυμόταν καλά και πώς έτρεφε για αυτόν –παλιά– κάποιαν ερωτική επιθυμία· όσο για την Μαίρη Γκίλις, συχνά σιγοψιθύριζε κάποια τραγούδια του από μνήμης, και συνεπώς δεν θα έπρεπε να φοβάται μην τύχει κακής μεταχείρισης· και ακόμη, όλοι οι μπάκαχς και οι φτωχοί μόλις τον άκουγαν θα του εξασφάλιζαν ένα μερίδιο από τα κέρδη τους –όσον καιρό θα έμενε κοντά τους– για τις ιστορίες και τα τραγούδια του και συνάμα θα φρόντιζαν να εξαπλωθεί η φήμη του ονόματος του σε όλες τις κοινότητες της Ιρλανδίας.
Ο Χάνραχαν ενθουσιάστηκε· αφενός με την πρόσκλησή της και αφετέρου που βρήκε μία γυναίκα πρόθυμη να ακούσει τις ιστορίες των παθημάτων του και να τον παρηγορήσει. Ήταν εκείνη η ώρα του δειλινού, όταν ο κάθε άντρας φαντάζει ωραίος και η κάθε γυναίκα ελκυστική. Της αφηγήθηκε την συμφορά του με το πλέξιμο του σκοινιού και εκείνη πέρασε το χέρι της γύρω από τον λαιμό του και μέσα στο μισοσκόταδο μπορούσε άνετα να περαστεί για κάποιαν άλλη.
Και συνέχισαν να συζητούν καθ’ όλη την διαδρομή τους ως το Μπάροου· όσο για την Μαίρη Γκίλις, μόλις τον αντίκρισε και άκουσε ποιος ήταν, κόντεψε να βάλει τα κλάματα στην σκέψη και μόνο πως θα φιλοξενούσε σπίτι της έναν άντρα της φήμης του Χάνραχαν.
Εκείνος ήταν βαθιά ευχαριστημένος που θα εγκαθίστατο για λίγο καιρό μαζί τους, καθώς οι συνεχείς περιπλανήσεις τον είχαν εξουθενώσει· από την ημέρα που βρήκε το μικρό παράπηγμα γκρεμισμένο, την Μαίρη Λαβέλ άφαντη και την αχυροσκεπή σκορπισμένη εδώ και εκεί, δεν αναζήτησε ποτέ έναν χώρο κατά δικό του. Και ούτε παρέμεινε σε κάποιον τόπο αρκετά, τόσο ώστε να δει πράσινα φύλλα να βγαίνουν εκεί όπου τα παλιά είχαν μαραθεί, ή το στάχυ θερισμένο εκεί όπου είχε σπαρθεί. Ένα καταφύγιο από την υγρασία, μία φωτιά αναμμένη το βράδυ και μία δική του μερίδα στο τραπέζι του δείπνου στρωμένη δίχως να χρειαστεί καν να την ζητήσει, δεν μπορούσαν παρά να συνιστούν μία ευχάριστη αλλαγή στην ζωή του την οποία απολάμβανε.
Και έγραψε έναν αρκετά ικανοποιητικό αριθμό τραγουδιών, κατά το διάστημα της εκεί παραμονής του, όπου έχαιρε της αμέριστης φροντίδας των δύο γυναικών και ζούσε σε συνθήκες απόλυτης γαλήνης. Και τα περισσότερα υμνούσαν τον έρωτα· κάποια ωστόσο ήταν τραγούδια μεταμέλειας, και κάποια τραγουδούσαν την Ιρλανδία και τα δεινά της.
Κάθε βράδυ οι μπάκαχς και οι επαίτες και οι τυφλοί και οι βιολιστές συγκεντρώνονταν στο σπίτι και άκουγαν τα τραγούδια του και τα ποιήματα του και τις ιστορίες του για εκείνη την παλιά εποχή των Φιάνα[6] και τα διαφύλασσαν σαν κάτι πολύτιμο στην μνήμη τους, που δεν είχε αλλοιωθεί από τα βιβλία· και έτσι διέδιδαν το όνομα του Χάνραχαν σε κάθε αγρυπνία νεκρού, σε κάθε γάμο και κοινωνικό γεγονός καθ’ όλη την επικράτεια της Επαρχίας του Κόναχτ. Ποτέ στο παρελθόν δεν υπήρξε τόσο πλούσιος ή δημιουργικός όσο τώρα.
Ένα βράδυ του Δεκεμβρίου τραγουδούσε ένα μικρό τραγούδι, το οποίο –καθώς ισχυριζόταν ο ίδιος– το είχε ακούσει από τον πράσινο χαραδριό που ζει στο βουνό και μνημόνευε τα ξανθά αγόρια που εγκατέλειψαν το Λίμερικ[7] και ξεστράτισαν και περιπλανήθηκαν ως τα πέρατα της οικουμένης. Πλήθος κόσμου συνωστιζόταν στο δωμάτιο εκείνη την νύχτα, και δύο ή τρεις αμούστακοι νεαροί που είχαν παρεισφρήσει στον χώρο και κάθονταν στο πάτωμα, κοντά στην φωτιά, ήταν τόσο απασχολημένοι με το ψήσιμο μίας πατάτας στην χόβολη –ή σε κάτι παρόμοιο– ώστε αδυνατούσαν να του αξιώσουν την ελάχιστη προσοχή· ωστόσο θυμήθηκαν –πολλήν ώρα μετά, όταν κάποιος ανέφερε το όνομά του– την χροιά της φωνής του, την κίνηση του χεριού και το βλέμμα του, ενώ καθόταν στην άκρη του κρεβατιού, με τον ίσκιο του να πέφτει στον ασβεστωμένο τοίχο πίσω του, και όταν κινήθηκε να σηκωθεί και η μορφή του δέσποσε μέχρι το ύψος της αχυροσκεπής. Και τότε αντιλήφθηκαν πως ορθωνόταν στο βλέμμα τους ένας βασιλιάς των Γαελών ποιητών, ένας δημιουργός των ανθρώπινων ονείρων.
Άξαφνα ο Χάνραχαν έπαψε το τραγούδι του και το βλέμμα του σκοτείνιασε σαν να πάσχιζε να διακρίνει κάτι απομακρυσμένο.
Η Μαίρη Γκίλις, που γέμιζε ουίσκι ένα τενεκεδένιο κύπελλο σε ένα τραπέζι δίπλα της, σταμάτησε το σερβίρισμα και είπε: «Σκέφτεσαι να μας εγκαταλείψεις;»
Η Μάργκαρετ Ρούνεϊ άκουσε τα λόγια της, μα μην γνωρίζοντας γιατί τα είχε ξεστομίσει, τα πήρε πολύ στα σοβαρά και τον πλησίασε και ο τρόμος πως επρόκειτο να χάσει από κοντά της έναν τόσο υπέροχο ποιητή και άξιο σύντροφο, έναν άντρα που συγκέντρωνε στο πρόσωπό του την εκτίμηση όλων και προσέλκυε πλήθος κόσμου στο σπίτι της, κατέκλυσε την καρδιά της.
«Δεν θα μας εγκαταλείψεις, γλυκέ μου;» είπε, πιάνοντάς τον από το χέρι.
«Δεν είναι ετούτη η σκέψη που με βασανίζει,» είπε ο Χάνραχαν, «συλλογίζομαι την Ιρλανδία και το βάρος των δεινών που την συνθλίβει». Κι έγειρε κι έκρυψε το πρόσωπο μέσα στα χέρια του και άρχισε να τραγουδάει και η φωνή του ακούστηκε σαν άνεμος σε έρημο τόπο.


Οι καστανοί γέρικοι κράταιγοι[8] σπάζουν στα δύο ψηλά στο Κάμεν Στραντ[9]
από έναν μαύρο άνεμο, πικρό που φυσάει από τα αριστερά·
το θάρρος μας σπάζει σαν γέρικο δέντρο στον μαύρο άνεμο και πεθαίνει
μα στην καρδιά μας έχουμε κρυμμένη
την φλόγα από τα μάτια της Κάθλην, της κόρης του Χούλιχαν.

Οι άνεμοι μάζεψαν τα σύννεφα ψηλά επάνω από το Νοκνάρια[10]
και έριξαν τον κεραυνό στους βράχους, κι ας έλεγε η Μέηβ -[11]
οργή συνέτριψε τις καρδιές μας, καθώς τα ανταριασμένα σύννεφα,
μα υποκλιθήκαμε όλοι μας βαθύτατα και φιλήσαμε
τα ακίνητα πόδια της Κάθλην, της κόρης του Χούλιχαν.

Η κίτρινη λίμνη φούσκωσε και έπνιξε την Κλουθ-να-μπέαρ[12]
καθώς άνεμοι υγροί φυσούσαν μέσα από τον λυσσασμένο αγέρα·
σαν βαριά κατακλυσμού νερά τα κορμιά και τα αίματά μας,
μα από την ψηλή λαμπάδα μπρος στον Τίμιο Σταυρό
πιο αγνή στέκεται η Κάθλην, η κόρη του Χούλιχαν.

Και ενώ τραγουδούσε, η φωνή του άρχισε να σπάζει, και δάκρυα κύλησαν στα μάγουλά του, και η Μάργκαρετ Ρούνεϊ έκρυψε το πρόσωπο μέσα στα χέρια της και βάλθηκε να κλαίει και αυτή μαζί του. Τότε ένας τυφλός επαίτης, δίπλα στην φωτιά, σάλεψε τα κουρέλια του βγάζοντας ένα πνιχτό αναφιλητό και πλέον δεν υπήρχε ούτε ένας ανάμεσα στους παρευρισκόμενους που να μην είχε ξεσπάσει σε λυγμούς.


1. Κάθλην, η κόρη του Χούλιχαν [Caitlín Ní Uallacháin]: μυθική και εμβληματική μορφή του Ιρλανδικού Εθνικισμού. Η προσωποποιημένη Ιρλανδία. Απεικονίζεται συνήθως σαν μία γριά γυναίκα που χρειάζεται την βοήθεια των νεαρών Ιρλανδών· εκείνοι προθυμοποιούνται να πολεμήσουν –και να πεθάνουν ακόμη– προκειμένου να απελευθερώσουν την Ιρλανδία από τους κατακτητές. Την βρίσκουμε επίσης –έμμεσα ή άμεσα– στο διήγημα "Μια μητέρα" [A Mother] του Τζέημς Τζόυς [James Joyce, 1882-1941] από τους "Δουβλινέζους" [The Dubliners], στο θεατρικό έργο "Η σκιά του εκτελεστή" [The Shadow of the Gunman] του Σων Ο’ Κέιση και στο ομώνυμο θεατρικό έργο ["Kathleen Ni Houlihan", 1902] του Γέητς.
2. Κολούνεϊ [Collooney]: πόλη της Κομητείας του Σλάιγκο στην Επαρχία του Κόναχτ.
3. Σλάιγκο [Sligo]: πόλη και Κομητεία της Επαρχίας του Κόναχτ.
4. Μπάροου [Burrough]: χωριό της Κομητείας του Σλάιγκο.
5. Μπάκαχς [Bacachs]: «συντεχνία» ζητιάνων του 19ου αιώνα, της οποίας τα μέλη παρευρίσκονταν σε τόπους θρησκευτικής λατρείας και προσκυνήματος και προσεύχονταν «κατά παραγγελία»· κάτι σαν τις επαγγελματίες μοιρολογίστρες των νεκρικών αγρυπνιών.
6. Φιάνα [Fiana]: εκλεκτή ομάδα πολεμιστών που ορίστηκε να προστατεύει τον Μέγα Βασιλέα της Ιρλανδίας. Στους Φιάνα συγκαταλέγονταν πολλές φατρίες, ωστόσο δύο ήταν εκείνες που είχαν αναλάβει έναν ηγεμονικό ρόλο ανάμεσα τους: η φατρία του Μπάισκνε [Baiscne] από την Επαρχία του Λένστερ και η φατρία του Μόρνα [Morna] από την Επαρχία του Κόναχτ. Οι δύο φατρίες ενεπλάκησαν συχνά σε πολεμικές συρράξεις με στόχο τους την πρωτοκαθεδρία, η οποία περνούσε πότε στην μία και πότε στην άλλη πλευρά.
7. Λίμερικ [Limerick]: πόλη και Κομητεία της Επαρχίας του Μούνστερ.
8. Κράταιγος (Μπερκιά): αρωματικός, φυλλοβόλος, ακανθώδης θάμνος ή μικρό δέντρο· προστάτης της ψυχής, κατά την Κέλτικη παράδοση, εξαιτίας των αιχμηρών αγκαθιών του. Ιερό και αγαπημένο δέντρο των νεράιδων και των ξωτικών που εκδικούνται με κατάρες για κακή τύχη τον άνθρωπο που θα τολμήσει να το πληγώσει ή να το καταστρέψει –τα ξωτικά ζούσαν συχνά σε φράκτες φτιαγμένους από κράταιγους, οι οποίοι φυτεύονταν ως προστατευτικές ασπίδες γύρω από χωράφια, σπίτια και αυλές εκκλησιών. Στην Αρχαία Ελλάδα υπήρξε έθιμο οι καλεσμένοι σε έναν γάμο να κρατούν ένα κλαδάκι κράταιγου για να φέρουν ευτυχία στο νέο ζευγάρι.
9. Κάμεν Στραντ [Cummen Strand]: πιθανώς πρόκειται για το χωριό Στράντχιλ [Strandhill] της Κομητείας του Σλάιγκο στους δυτικούς πρόποδες του βουνού Νοκνάρια [Knocknarea].
10. Νοκνάρια: βουνό που δεσπόζει δυτικά της πόλης του Σλάιγκο. Στα ιρλανδικά σημαίνει "Το βουνό του φεγγαριού".
11. Μέηβ: Βασίλισσα της Επαρχίας του Κόναχτ, σύμφωνα με τον Κύκλο του Ούλστερ [Ulster Cycle] της ιρλανδικής μυθολογίας (ογκώδες σώμα πεζών κειμένων και στίχων που αφηγούνται την ζωή των παραδοσιακών ηρώων του Ουλάιντ [Ulaid], του ανατολικού τμήματος της Επαρχίας του Ούλστερ, η οποία εκτείνεται στο βόρειο τμήμα του νησιού). Πατέρας της ήταν ο Έοχαντ Φέιντλεχ [Eochaid Feidlech], Μέγας Βασιλέας της Ιρλανδίας. Είχε πολλούς συζύγους, με πιο γνωστό τον Άιλιλ μακ Μάτα. Το παλάτι της βρισκόταν στο Κρούαν [Cruahan], το σημερινό Ραθκρόχαν [Rathcroghan] της Κομητείας του Ροσκόμον. Κατά τον θρύλο, βρίσκεται θαμμένη σε ένα πέτρινο τύμβο ύψους 40 ποδιών στην κορυφή του Νοκνάρια.
12. Κλουθ-να-μπέαρ [Clooth-na-bare]: θεά που συμβολίζει την μακροζωία, καθώς πέρασε επανειλημμένα από τους κύκλους της νεότητας και των γηρατειών· προσπάθησε να πνιγεί στην Λίμνη Ία [Lough Ia], η οποία βρίσκεται στην κορυφή του Βουνού των Πτηνών [Birds’ Mountain] της Κομητείας του Σλάιγκο.


ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ