Τρίτη, 7 Σεπτεμβρίου 2010

Να αφήσουμε τον νέο ποιητή στην ησυχία του;


Νίκος Βιολάρης, Αχτίδες νυχτόβιες, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2009, σελ. 38

Η αναγνωστική συνείδηση εθίζεται αναπόφευκτα, σχεδόν λατρευτικά, στους δύο κύριους –ετερόκλιτους ως προς τη σύλληψη και διαχείριση της καλλιτεχνικής διάνοιας– άξονες της αισθητικής δημιουργίας: στη μία περίπτωση, το έργο ανθίσταται έξω από τη βιωμένη επικράτεια του δράματος που χρεώνεται ο άνθρωπος και ορίζεται ζωή. Εν ολίγοις, αναφέρομαι στον συγγραφικό κόσμο που υπόκειται σε απολύτως αυτόνομους, νομοτελειακούς κανόνες και δεσμούς· μία ερμητική προέκταση του λόγου που ορθώνεται –παραδόξως(;)– μέσα στον λόγο.

Προφανώς, το λογοτεχνικό προϊόν της παραπάνω επιλογής απειλείται άμεσα με την έκπτωσή του σε άκρατη φιλολογία. Και όχι μόνο: εγγενής είναι ο κίνδυνος περιθωριοποίησης του Υψηλού και ο εν τέλει δυσλειτουργικός, ακόμη και ανενεργός, χαρακτήρας του κειμένου, εφόσον ο ορίζοντας προσδοκίας του δημιουργού είναι συχνά αδύνατον να συναντηθεί με τον ορίζοντα αναμονής του αναγνώστη, τουλάχιστον στη χρονική έκταση που θα διανυθεί μέχρι τον βιολογικό θάνατο του πρώτου. Ο άλλος άξονας, κατ' αρχάς, προϋποθέτει το στοιχειώδες όραμα εκ μέρους του συγγραφέα. Κατόπιν, αναζητείται η ευτυχής συγκυρία, όπου τέχνη και ζωή -παθολογικά αποκομμένες μεταξύ τους ως «άκρα»- ταυτοποιούνται στο ανέγνωρο εύρημα, τη λυρική εικόνα, τον παράφορο στίχο ή τη στοχαστική πνοή.

Κι όμως, η διάθεση αμεσότητας –εκβιασμένης ή μη, αναλόγως τον βαθμό ειλικρίνειας– μπορεί και να τυφλώνει ανέκκλητα: φως πάνω σε φως, που εντός του λουφάζει το σκουλήκι του «αξιοπρεπούς» ποιήματος· από αυτά που, σε μια μεγάλη πληθυσμιακά χώρα –όπως η Αγγλία, για παράδειγμα– υποβάλλονται καθημερινά κατά δεκάδες σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς πανεπιστημίων και κάθε λογής φορέων και ιδρυμάτων ανά κομητεία. [Ενδεχομένως, ο αναγνώστης να εκλάβει την τελευταία πρόταση ως υπερβολή. Εν τούτοις, ας μην αποπροσανατολιστεί: στην παρούσα περίοδο, η ελληνική γραμματεία χρειάζεται οπωσδήποτε να διαγνώσει το «κακό» ποίημα.]

Υπό κανονικές συνθήκες –εφόσον δεχθούμε ορθολογικά τον παροξυσμό αυτής της φράσης σε καλλιτεχνικό επίπεδο–, η αναγνώριση των προαναφερθέντων συστημικών τάσεων, που εξουσιάζουν τη ψυχική διάθεση των παραγωγικών δυνάμεων της λογοτεχνίας, οδηγεί τον δημιουργό σε ένα οριακά χαμένο κέντρο, μέσα στα όρια της ίδιας της δημιουργίας του. Σε αυτό ακριβώς το αιχμηρό σημείο ανασαίνει ο Νίκος Βιολάρης, με τη δημοσίευση της δεύτερης ποιητικής συλλογής του.

Και εξηγώ: προηγήθηκε το βιβλίο Πέρα απ' τη μέρα (Γαβριηλίδης, 2005). Εδώ, οι αρετές του Βιολάρη υπήρξαν αξιοθαύμαστα κατακτημένες –μεταξύ άλλων: άρτια οικονομία του ποιήματος, συμπαγές νόημα και εξπρεσιονιστική εικονοποιία διαρθρωμένη σε σκληρούς λυρικούς αρμούς, όπου το ανάλογο μέγεθός της ανιχνεύεται ίσως μόνο στο θαμπό όραμα του Μπουζιάνη. Ωστόσο, η ροπή προς τη σύνθεση που πάσχιζαν τα απομονωμένα ποιήματα έδειχνε να μην αξιώνει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα.

Πιθανώς, σε αυτό συνετέλεσε η μετέωρη επανάληψη συγκεκριμένων μοτίβων και συμβόλων, τα οποία δεν εντάσσονταν οργανικά στον παραδειγματικό άξονα του σημαινόμενου. Συνεπώς, επιτακτική προέβαλε η απαίτηση να δοκιμάσει ο Βιολάρης το εύρος της γραφής του έξω από τις παραμέτρους που με έντονο –ομολογουμένως, και όχι άδικα– αίσθημα γενναιοδωρίας τού έθεσε η κριτική τόσο νωρίς.

Φαινομενικά, ο Βιολάρης δεν συμμορφώθηκε· ουσιαστικά, ακολούθησε μία διορθωτική κατεύθυνση. Γνωρίζοντας πως η δημιουργική συνείδηση δεν διεκδικείται –από ποιον και τι;–, προέβη στην επικύρωσή της δια της επιβολής. Συνέταξε ένα έργο πάνω σε κανόνες εσωτερικής συνοχής, νοούμενης με όρους μουσικής σύνθεσης· συγχρόνως, απέρριψε νεο-φορμαλιστικές ιδεοληψίες (ακόμη και η επιλεκτική ρίμα του φαίνεται να ξεσπάζει κατ' ευθείαν από την ίδια πηγή παραφοράς -στην κόψη της επιθετικότητας, πάντα- που διαπνέει και τους υπόλοιπους στίχους) και μεταχειρίστηκε στον λόγο του σχήματα της αναλυτικής σκέψης. Και όλα αυτά υπό τη σκέπη μιας ιδιαίτερης πίστης: πως η παράσταση του αισθητού κόσμου συνιστά πλέον τη μόνη οδό από την οποία ο δημιουργός μπορεί να διανύσει τη μέσα απόσταση του ποιήματος. Και όχι αντιστρόφως. Κατ' ουσίαν, βρέθηκε –συνειδητά ή ασυνείδητα– να εργάζεται στο χάσμα που διακρίνει τον Σκοπό από το Χρέος· και εργάστηκε ιδανικά:

Κυκλικό τείχος βροχής/ βαθιά τα δάση προστατεύει./ Μα απ' την καρδιά τους φυσικά/ απ' τα κλαδιά τους.// Κανείς δεν τα επισκέπτεται/ τα δάση τούτα πια./ Και ξημερώνοντας αυτά/ ξυλοκοπούν αχτίδες// –έχουν διαπράξει/ από τους ήλιους/ θαυμαστή αποστασία/ σύννεφα δεν επαίτησαν/ μιαν άλλη προστασία–// Μα απόψε/ ψάλλουν κυκλικά.

("Χαμένου δάσους ύμνος")

Προτείνοντας τον χαρακτηρισμό «ιδανικά», δεν αρνούμαι τις ατέλειες: τα κατάλοιπα μιας περιττής –εκφραστικά– ρητορικότητας μόνο παράταιρη ηχώ αισθητισμού γεννούν μέσα στην αυστηρή δομή των ποιημάτων. Η αυτιστική εμμονή σε μέτρα, εικόνες και σύμβολα μπορεί να διαβαστεί –όπως τη διαβάζω– ως ίδιον μιας αναγνωρίσιμης –τόσο πρώιμα!– γραφής, μπορεί και ως το αντεστραμμένο είδωλό της: μανιερισμός, δηλαδή.

Εν τούτοις, η οικειότητα του Βιολάρη με τους δύο κυρίαρχους μηχανισμούς της καλλιτεχνικής δημιουργίας, τους οποίους εξέθεσα συνοπτικά στο πρώτο μέρος του κειμένου, είναι αδιαμφισβήτητη. Μόνο που το συγκεκριμένο φαινόμενο δεν έχει λειτουργήσει συντριπτικά –ως είθισται– αλλά εξισορροπητικά: παρέχοντας στον Βιολάρη τη δυνατότητα να επικαλεστεί τον κίνδυνο ανάμεσα στην ουσία και τη φόρμα, ανάμεσα στο αντικείμενο επιδίωξης και εκείνο της ανάγκης, με τον κατάδικό του –εξ ου και ιδανικό– στοχαστικό ρυθμό.

Πιθανώς, το αίτημα για δοκιμή του Βιολάρη έξω από το λογοτεχνικό Έξω που του καταλογίζεται να υφίσταται ακόμη. Υπενθυμίζω –δεν αντιπαραβάλλω– την προτροπή του Ε. Πάουντ «να αφήσουμε τον νέο ποιητή στην ησυχία του»· κι αν αυτή η συνθήκη δεν είναι πρακτικά εφικτή, ελπίζω ο Βιολάρης να την επινοήσει.


«Η Αυγή», 25/10/09