Πέμπτη, 16 Απριλίου 2009

Ράινερ Μαρία Ρίλκε: Ο Ασπασμός της Μαρίας

Ο Ασπασμός της Μαρίας

Εύκολα ακόμη στην αρχή οδοιπορούσε -
και μόνο σε ανήφορο, καμιά φορά,
το Θαύμα ένιωθε που ήδη κυοφορούσε -,
στεκόταν τότε κι έπαιρνε ανάσες στα βουνά,

ψηλά, της Ιουδαίας. Γύρω της εκτεινόταν
η αφθονία η δική της -όχι της γης-
και γνώριζε προχωρώντας: το μεγαλείο που τώρα
αισθανόταν
ποτέ δεν βίωσε κανείς.

Κι αυτό την βίαζε ν' απλώσει
χέρια στην άλλη: την πιο μεγάλη, ετοιμόγεννη κοιλιά.
Διστακτικά είχε η μια την άλλη πλησιάσει
κι αμοιβαία ψηλαφούσαν ενδύματα, μαλλιά.

Πλήρης η κάθε μια από την ιερότητά της,
προστάτευε τη Συγγενή στην αγκαλιά της.
Αχ! ο Σωτήρας: άνθος ακόμη μες στο σώμα της Μαρίας,
ενώ ο Βαπτιστής μέσα στης θείας της την κοιλιά
σκιρτούσε ήδη το δικό του μέρισμα χαράς.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ

Πέμπτη, 9 Απριλίου 2009

Ράινερ Μαρία Ρίλκε: Ο Ευαγγελισμός της Μαρίας


Ο Ευαγγελισμός της Μαρίας

Δεν τρόμαξε γιατί ήλθε ο Άγγελος μέσα -
(το ήξερε πως θα συμβεί)
κι ελάχιστα -καθώς κανείς ξαφνιάζεται,
σαν ηλιαχτίδα ή το φεγγάρι, νύχτα, στο δώμα του φανεί -
το βλέμμα φρόντισε από τη μορφή του Αγγέλου
ν' αποστρέψει -
μόλις που διαισθανόταν τι επώδυνη είναι για τους Αγγέλους
αυτή η παραμονή. (Ω πόσο ήταν αγνή:
αν κατορθώναμε να εννοήσουμε αυτήν τη σκέψη.
Σάμπως και μια ελαφίνα κάποτε στο δάσος ξαπλωμένη
δεν σάστισε το ίδιο, όταν ένιωσε εντός της, αν και ποτέ
δεν είχε ζυγαρώσει,
σχήμα ο Μονόκερως να παίρνει,
το άσπιλο ζώο, που πλάστηκε από φως.)
Όχι γιατί ήλθε ο Άγγελος μέσα, αλλά γιατί
έγειρε όψη νεαρού τόσο στενά στο πρόσωπό της,
ώστε το βλέμμα του ενώθηκε
με το δικό της,
σαν να 'χε όλος ο τόπος ξάφνου γύρω τους αδειάσει
κι ό,τι εκατομμύρια κόσμου έβλεπαν κι έπρατταν κι
έπασχαν,
συστρεφόταν εντός τους: αυτή μόνο κι αυτός -
οφθαλμός και νομή του οφθαλμού, βλέμμα και οπτασία
του
πουθενά αλλού - στο ίδιο σημείο, το ένα και μόνο:
δες, κάτι τέτοιο τρομάζει. Κι οι δυο δοκίμασαν τον τρόμο.

Κι εβοήσε τότε οΆγγελος τη μελωδία του.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ

Κυριακή, 5 Απριλίου 2009

Ράινερ Μαρία Ρίλκε: Τα Εισόδια της Μαρίας

Τα Εισόδια της Μαρίας

Για ν' αντιληφθείς πώς ήταν, τότε, εκείνη,
πρέπει πρώτα να καλέσεις τον εαυτό σου
σ' έναν τόπο όπου κολώνες συγκρατούν
την οροφή του Εντός σου -
όπου σκάλες νιώθεις κι επικίνδυνα αψίδες
γεφυρώνουν τα βάραθρα ενός χώρου,
χτισμένου με τέτοια προσοχή
που πλέον δεν μπορείς ούτε μια πέτρα του να φύγεις,
γιατί θα σωριαστείς.
Κι όταν τόσο ευρύχωρος καταστείς,
κι όλα εντός σου γίνουν πέτρα,
τοίχος κι ανήφορος και θόλος και προοπτική -,
δοκίμασε και με τα δύο χέρια
το μεγα παραπέτασμα, που κρέμεται μπρος στη μορφή σου,
να παραμερίσεις λίγο: εκεί η λάμψη υψηλών αντικειμένων,
εκεί εμποδίζεται η ανάσα κι η αφή.
Παλάτια ορθώνονται μέσα από άλλα παλάτια,
σκάλες ξεχύνονται ολοένα πιο πλατιές μέσα απ' τις κουπαστές
και πάνω ξεπροβάλλουν
σε κράσπεδα, που η θέα τους και μόνο σε ζαλίζει.
Κι ακόμη: σύννεφα καπνού απ' τα λιβανιστήρια
θολώνουν το σχήμα κάθε Κοντινού -
το Απώτατο, όμως, κάθετα με τις αχτίδες του εντός σου
σημαδεύει -
κι αν τώρα φλόγας όστρακο διάφανη λάμψη τρεμοπαίξει
πάνω σ' ενδύματα που αργά πλησιάζουν:
αυτό πώς θα το αντέξεις;
Εκείνη όμως έφτασε και σήκωσε
το βλέμμα σε όλα αυτά: να δει.
(Ένα μικρό κορίτσι ανάμεσα σε γυναίκες, ένα παιδί.)
Κι ήσυχη ανέβηκε, γεμάτη αυτοπεποίθηση,
προς μία πολυτέλεια που σάλευε αυτάρεσκα:
τόσο βαθιά είχε φυτευτεί ο έπαινος στην καρδιά της
και είχε πλέον υπερβεί τα έργα των ανθρώπων.
Κι ευφρόσυνα στα εσώτερα σημεία παραδιδόταν:
οι γονείς νόμιζαν πως την καθοδηγούσαν,
κι ο Αρχιερέας, απειλητικός με το κόσμημα στο στήθος,
φάνηκε να την υποδεχτεί: μα εκείνη τα χέρια άφησε
κι έτσι μικρή διάβηκε μέσ' απ' το πλήθος
για τη μοίρα, που την περίμενε έτοιμη ήδη,
ψηλότερη από τη Στοά, κι από τον Ναό ακόμη πιο βαριά.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ